Δαρβινισμός ή Ουαλλ(α)ϊσμός;

Αφού ο πίθηκος μετατράπηκε σε άνθρωπο,
σε τί θα μετατραπεί ο άνθρωπος;
Κριτική στη θεωρία του Δαρβίνου
στο Atheneum (Νοεμ. 1859)

 

Το ερώτημα Δαρβινισμός ή Ουαλλ(α)ϊσμός, είναι ένα ερώτημα που πιστεύω λίγους θ’ απασχόλησε ποτέ, και πολύ λιγότερους σήμερα, μετά την επικράτηση του Δαρβινισμού με την κρατούσα μορφή του Νεο-Δαρβινισμού. Κι όμως, το ερώτημα αυτό, κατά την άποψή μου, είναι καίριο και κρίσιμο ερώτημα, ακόμη και σήμερα, διότι, αν αντί του Δαρβίνου και των θεωριών του, επικρατούσε στον επιστημονικό χώρο το μοντέλο του φίλου και συντρόφου του Ουάλλας, με τις δικές του αντιλήψεις και θεωρίες σε επί μέρους κρίσιμα ζητήματα, θα είχαμε, ίσως, μια διαφορετική κοσμο-αντίληψη στο σύνολό της για την καταγωγή του ανθρώπου, και ίσως για την ύπαρξη και το ρόλο του υπερ-φυσικού.

Για να αντιληφθούμε το τί, το πώς και το γιατί, πρέπει να μεταφερθούμε για λίγο νοερά στην ατμόσφαιρα και στο κλίμα της Βικτωριανής εποχής της Αγγλίας, εποχής που Δαρβίνος και Ουάλλας συναντήθηκαν, αντάλλαξαν απόψεις και συμφώνησαν, αλλά διαφοροποιήθηκαν μετά σε σπουδαία ζητήματα, προτάσσοντας προηγουμένως ένα σύντομο βιογραφικό του Ουάλλας (κατ’ άλλους Ουώλλας ή Ουάλλις).

Ο Άλφρεντ Ρ. Ουάλλας (Alfred R. Wallace, 1823-1913), γνωστός ως πατέρας της «βιογεωγραφίας», και μεγάλος επιστήμονας φυσιοδίφης, γεννήθηκε στο Εσκ, μια μικρή πολίχνη, 75χιλ. νότια της Σρούσπερυ πατρίδας του Δαρβίνου, από φτωχή οικογένεια. Σπούδασε αρχικά, αρχιτεκτονική (1834-44), και άρχισε να ασχολείται με την βοτανολογία σε ηλικία 18 χρονών και αργότερα, με τα έντομα. Νωρίς, διάβασε και το βιβλίο του Δαρβίνου Το ταξιδιωτικό ημερολόγιο ενός φυσιοδίφη, καθώς και τα βιβλία του γεωλόγου Τσάρς Λάυελ, γνωστού για τη θεωρία του ομοιομορφισμού. Το Ημερολόγιο του Δαρβίνου και οι εξερευνήσεις του Άλεξ φον Χούμπολτ, άναψαν τη φαντασία και το ενδιαφέρον του νεαρού Ουάλλας, ο οποίος το 1848, μ’ ένα ατμόπλοιο κι έναν φίλο του, αναχώρησε για τη Βραζιλία για εξερευνήσεις στις εκβολές του Αμαζόνιου, και αργότερα του παρα-ποτάμου του, Ρίο-Νέγκρο, κάνοντας συλλογή εξωτικών πεταλούδων και πουλιών. Αργότερα, ταξίδεψε στο Μαλαϊκό Αρχιπέλαγος, και έκανε σπουδαίες πολύχρονες παρατηρήσεις, που τις καταχώρησε στο δίτομο έργο του Η γεωγραφική διασπορά των ζώων. Στο διάστημα αυτό, άρχισε να αλληλογραφεί με τον Δαρβίνο και δημοσίευσε ένα άρθρο σ’ ένα περιοδικό με θέμα που απασχολούσε τον Δαρβίνο, δηλαδή, από πού και πώς εμφανίζονταν τα νέα είδη. Έγραψε στα 1855 ένα δοκίμιο με τίτλο Για το νόμο που ρύθμισε την εισαγωγή νέων ειδών. Ο Ουάλλας, με τις δικές του παρατηρήσεις, είχε καταλήξει ότι ‘όμοια είδη μεγάλης ομάδας ζώων, διαβιούν στα ίδια ή γειτονικά μέρη’ και, ότι, η εμφάνιση κάθε είδους, συμπίπτει γεωγραφικά και χρονολογικά με την εμφάνιση του προηγούμενου και πολύ συγγενικού είδους. Το συμπέρασμά του ήταν: «Τα είδη διαμορφώνονται με βάση τα προηγούμενα είδη».

Γι’ αυτές του τις ιδέες, ρωτούσε με επιστολή του, τον Ιούνιο του 1858, τη γνώμη του Δαρβίνου, ο οποίος του απάντησε φιλικά ότι αυτά τα θέματα τον απασχολούσαν και τον ίδιο επί 20 χρόνια, καθώς επίσης ότι, συμφωνούσε με τις απόψεις του. Έτσι, ο Ουάλλας έφτασε στην ιδέα της φυσικής επιλογής (οι ισχυρότεροι οργανισμοί επιβιώνουν, οι αδύναμοι βιολογικά εξαφανίζονται), ανεξάρτητα από τον Δαρβίνο (οι ειδικοί, βέβαια, επισημαίνουν κάποιες λεπτές διαφορές), αλλά, είναι ενδιαφέρον ότι, κι αυτός εφάρμοσε στη φύση, τη θεωρία του οικονομολόγου Τόμας Μάλθους όπως την παρουσίαζε στο βιβλίο του «Δοκίμιο για τον πληθυσμό», για να την ερμηνεύσει, όπως είχε κάνει και ο Δαρβίνος. Με την ανάγνωση του βιβλίου του Μάλθους, όπως ομολογεί ο Ουάλλας «άστραψε μέσα μου, σε μια νύχτα, η ιδέα της επιβίωσης του καταλληλότερου» (the survival of the fittest), και σ’ αυτόν οφείλουμε τον όρο αυτό που επικράτησε και καθιερώθηκε ανάμεσα στους εξελικτικούς.

Η σύμπτωση των ιδεών Ουάλλας-Δαρβίνου, ενόχλησε τον Δαρβίνο που όπως αποκάλυψε σε επιστολή του στον φίλο του Τσαρλς Λάυελ «ποτέ μου δεν είδα μία τόσο εκπληκτική σύμπτωση». Αποκάλυψε επίσης ότι φοβόταν ότι θα τον προλάβουν άλλοι, και ότι έπρεπε να επισπεύσει τη δημοσίευση των παρατηρήσεών του για να μην του υφαρπάξει ο Ουάλλας ή κάποιος άλλος τη φήμη και τη δόξα των δικών του ανακαλύψεων!

Ο Δαρβίνος έσπευσε να δημοσιεύσει το πολύκροτο βιβλίο του Η καταγωγή των ειδών (1859) αφού έγραψε προηγουμένως επιστολή στον Λάυελ όπου έβλεπε ότι δεν υπάρχει κάτι στο σχεδιάγραμμα Ουάλλας που να μην υπάρχει και στο δικό του «Δοκίμιο του 1844». Γι’ αυτό και επισπεύτηκαν και οι διεργασίες υποβολής του Δοκιμίου του Δαρβίνου στην Λινναία εταιρεία (1858) με την υποστήριξη των φίλων του Χούκερ, Λάυελ και Άσα Γκρέυ. Ο ίδιος διόρθωσε τα «καταραμένα δοκίμιά του», όπως τα αποκαλούσε, και κυριολεκτικά τα παραμόρφωσε, με πολλές παρεμβολές και διορθώσεις. Ουσιαστικά, τα ξανάγραψε σχεδόν από την αρχή! Αλλά βέβαια, δεν έπαψε ν’ αναγνωρίζει και την ανακάλυψη του Ουάλλας. Πάντως, δεν έλλειψαν και οι υπόνοιες ότι ο Δαρβίνος ‘έκλεψε’ την ιδέα της επιβίωσης του καταλληλότερου από τον Ουάλλας όπως έδειξε ο Άρνολντ Μπέικ Ναν.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, και το φόβο της υφαρπαγής της δόξας από τον Ουάλλας, ο Δαρβίνος, έγραψε μέσα σε 13 μήνες και δημοσίευσε εσπευσμένα, την Καταγωγή των Ειδών μέσω της φυσικής επιλογής το Νοέμβριο του 1859, σε 1250 αντίτυπα, που εξαντλήθηκαν την πρώτη μέρα κιόλας, εξαιτίας της προπαγάνδας που προηγήθηκε από τον ίδιο και τους φίλους του ότι ο μεγάλος φυσιοδίφης ετοίμαζε ένα πολύ σπουδαίο βιβλίο, και εξαιτίας των ομιλιών που προηγήθηκαν του παλαιοντολόγου Όουεν και του γεωλόγου Τσάρλς Λάυελ. Το βιβλίο περιορίστηκε σε 500 περίπου σελίδες από τον πολύ μεγαλύτερο, αρχικό του όγκο.

***

Έκρινα αναγκαίο να προτάξω όλα αυτά, για ν’ αντιληφθεί ο αναγνώστης το κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη ανάμεσα στους φυσιοδίφεις της Αγγλίας, και πώς, ο Ουάλλας, με τις φυσιογνωστικές του εργασίες, συμπορεύτηκε με το Δαρβίνο, τον υποστήριξε, έγραψε μάλιστα και ιδιαίτερο βιβλίο με τίτλο Δαρβινισμός: Μια ‘Έκθεση’ της θεωρίας της φυσικής επιλογής (1899), για να διευκρινίσει και να υποστηρίξει τις θέσεις του Δαρβίνου και τις δικές του, αλλά και για να διαφωνήσει με τον φίλο του, ως προς τις δυνατότητες ‘της φυσικής επιλογής’, σε κρίσιμα κεφαλαιώδη θέματα, όπως αυτά της καταγωγής της νόησης και της συνειδητότητας στον άνθρωπο.

Το 1864, ο Ουάλλας δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο Η καταγωγή των ανθρώπινων φυλών και η αρχαιότητα του ανθρώπου συναγόμενη από τη θεωρία της Φυσικής Επιλογής, αναφερόμενος στην ‘θεωρία περί της ανθρωπότητας, πριν, δηλαδή, ο Δαρβίνος δημοσιεύσει το άλλο πολύκροτο βιβλίο του την «Καταγωγή του ανθρώπου» (1871).

Ο Ουάλλας, επεσήμανε την στασιμότητα–σταθερότητα του ανθρώπινου βιολογικού κορμού, αποδεικνύοντας τα «μεγάλα, τα τεράστια κενά, μεταξύ ανθρώπου και των μεγάλων πιθήκων», γεγονός που είχε ήδη επισημάνει και ο Τόμας Χάξλεϋ, το λεγόμενο ‘μπουλντόκ του Δαρβίνου’. Ανόμοια με τον Δαρβίνο και άλλους δαρβινιστές, ο Ουάλλας, δεν πίστευε ότι οι σύγχρονοι πρωτόγονοι θα μπορούσαν να ‘γεμίσουν’ τα κενά μεταξύ ανθρώπου και πιθηκοειδών.

Ο Ουάλλας είδε την εξέλιξη του ανθρώπου σε δυο στάδια: Το πρώτο αφορούσε την απελευθέρωση του ανθρώπινου χεριού και τη λειτουργία του σε σχέση με τον εγκέφαλο, και το δεύτερο την αναγνώριση του ανθρώπινου εγκεφάλου, ως εντελώς νέου παράγοντα στην ιστορία της ζωής.

Βέβαια, θα πρέπει να έχουμε εδώ κατά νου ότι, την εποχή εκείνη, δεν είχαν ανακαλυφτεί παλαιοντολογικά ευρήματα, όπως ο λεγόμενος πιθηκάνθρωπος της Ιάβας, ο άνθρωπος του Πεκίνου, η Λούσυ, οι Χόμπιτ κ.άλλ., που οι Δαρβινιστές θα επικαλούνταν αργότερα και θα τα καταχωρούσαν στο οπλοστάσιό τους, θριαμβολογώντας για την υποτιθέμενη εξελικτική πορεία του ανθρώπου από τα πιθηκοειδή, στον πιθηκάνθρωπο, στον Homo Erectus, στον άνθρωπο του Νεάντερταλ, στο Homo Sapiens κ.λπ., θέμα για το οποίο επιφυλάσσομαι να αναπτύξω άλλη φορά, καταδεικνύοντας πόσο ευάλωτο και απατηλό είναι.

Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον ότι, ένα άρθρο του Ουάλλας που δημοσιεύτηκε το 1869 στο Quarterly Review, ενώ στο πρώτο μέρος του, ασκούσε κριτική στην 10η έκδοση του βιβλίου του Λάυελ Αρχές της Γεωλογίας (Principles of Geology), όπου παρατηρούσε ότι ο Λάυελ, προσεχώρησε μετά από αμφιταλαντεύσεις στη θεωρία του Δαρβίνου, υποστηρίζοντας την αρχαϊκότητα του ανθρώπου και της σύγχρονης γεωλογικής συλλογής σαν βάση της γεωλογίας, που δεν είχαν σχέση με κατακλυσμούς και καταστροφές για την εξαφάνιση των ειδών (θεωρία του Γάλλου γεωλόγου Κυβιέ), γεγονός που ενθουσίασε τον Δαρβίνο, τελικά, το δεύτερο μέρος της κριτικής του Ουάλλας τον απογοήτευσε. Και τον απογοήτευσε, διότι, ο Ουάλλας, σαν έμπειρος φυσιογνώστης έκανε κάποιες παρατηρήσεις σε μερικές πλευρές του ζητήματος της καταγωγής του ανθρώπου που φαίνεται ότι όσοι ασχολήθηκαν δεν τις πρόσεξαν, κατά τα λεγόμενά του. Ούτε και ο ίδιος ο Δαρβίνος, ο οποίος στο πρώτο του βιβλίο, Η καταγωγή των ειδών, λέει ότι δεν ασχολήθηκε με την προέλευση των διανοητικών δυνάμεων ούτε με το πρόβλημα της προέλευσης ζωής. «Θα ήταν απίθανο σε μεγάλο βαθμό – έγραφε ο Ουάλλας – να έχει αναπτυχθεί ο άνθρωπος ως προς τα βασικά του γνωρίσματα και πολλές λεπτομέρειες της οργάνωσής του κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο, από ό,τι οι κατώτεροι οργανισμοί» – υποστηρίζοντας έτσι την θεωρία της εξέλιξης και την φυσική επιλογή. Αλλά, επεσήμανε ότι, η προέλευση της συναισθηματικής και συνειδησιακής ζωής του ανθρώπου, οι διανοητικές – πνευματικές του ικανότητες, και η ηθική του φύση, δεν μπορούν να εξηγηθούν με την θεωρία της εξέλιξης και μόνο. Χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο.

Η συνειδητή ζωή κατά τον Ουάλλας, είναι κάτι το μοναδικό με την πρώτη της εμφάνιση, και εντελώς ακατανόητο ότι προήλθε μέσω φυσικής επιλογής ή μέσω βραδείας βαθμιαίας εξέλιξης από άλλα πιθηκοειδή όντα, όπως υποστήριζε ο Δαρβίνος και ο Δαρβινισμός. Ο Ουάλλας στο βιβλίο του Φυσική επιλογή (1870), παρατηρούσε: «Τέλος, γεννήθηκε ένα ον, που σ’ αυτό τούτη η λεπτή δύναμη που ονομάζεται νόηση απόχτησε πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ τη σπουδαιότητα των καθαρά σωματικών στοιχείων… η θαυμαστή αυτή ικανότητα που έμαθε να διαφευντεύει και να κατευθύνει τη φύση για δικό του όφελος… Εμφανίστηκε ένα ον που δεν υπόκειται πια υποχρεωτικά στις φυσικές μεταβολές, ένα ον που ως ένα βαθμό ήταν ανώτερο απ’ τη φύση… μια και κατάφερε να ξεφύγει απ’ τους γενικούς νόμους στους οποίους υπόκεινται όλα τα άλλα ενόργανα όντα…» Ακόμα, ο Ουάλλας επεσήμανε ότι, υπάρχουν και σωματικά ‘γνωρίσματα του ανθρώπου όπως ο εγκέφαλος, τα όργανα του λόγου, το χέρι και η εξωτερική όψη του ανθρώπου, που δεν εξηγούνται με τη θεωρία της επιβίωσης των πιο προσαρμοσμένων, γιατί αυτά είχαν φθάσει σε μεγάλο βαθμό τελείωσης, πολύ πριν αυτή η τελείωση χρησιμοποιηθεί, πράγμα αντιφατικό για την εξέλιξη.

Ο Ουάλλας παρατηρούσε ότι: Ο εγκέφαλος του αγρίου (και πιθανόν του προϊστορικού ανθρώπου), δεν διαφέρει από τον εγκέφαλο του μέσου Ευρωπαίου, αλλά οι επιθυμίες, οι απαιτήσεις και οι ανάγκες του αγρίου είναι ανώτερες απ’ αυτές των πιθήκων. Ένας άγριος, λοιπόν, θα μπορούσε να έχει μέσω φυσικής επιλογής έναν εγκέφαλο κάπως ανώτερο ποιοτικά από αυτόν των πιθήκων. Αλλά εδώ, βλέπουμε έναν εγκέφαλο, ένα όργανο πιο ανεπτυγμένο από ό,τι του χρειαζόταν. Έγραψε: «Η φυσική επιλογή θα μπορούσε να δώσει στον άγριο έναν εγκέφαλο λίγο μεγαλύτερο από εκείνον του πιθήκου, ενώ αυτός που έχει, είναι πάνω-κάτω ίσος με τον εγκέφαλο ενός στοχαστή… Οι πιο πρωτόγονοι με το φτωχό λεξιλόγιο (έχουν) την ικανότητα να ψελλίζουν μια ποικιλία ξεχωριστών έναρθρων ήχων και να τους χρησιμοποιούν με άπειρους σχεδόν χρωματισμούς και κυματισμούς (οι οποίοι) δεν είναι κατά κανένα τρόπο κατώτεροι από εκείνους των ανώτερων (ευρωπαϊκών) φυλών. Έχει αναπτυχθεί ένα εργαλείο πριν από τις ανάγκες του κατόχου του».

Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται ένας μεγάλος κόμπος, ένα τεράστιο πρόβλημα. Γνωρίζουμε ότι η εξέλιξη δεν προνοεί. Αλλά εδώ φαίνεται να προνοεί, να προβλέπει! Και όχι μόνο αυτό… Σήμερα γνωρίζουμε ότι η χωρητικότητα του κρανίου του ανθρώπου του Νεάντερταλ και του Κρο-Μανιόν, ήταν κατά παράδοξο τρόπο μεγαλύτερη από τη δική μας (1600 c.c και άνω, ενώ του σύγχρονου ανθρώπου 1450 c.c). Δεν είναι απίθανο η (λανθάνουσα) νοημοσύνη τους να ήταν ίση ή ακόμη και μεγαλύτερη από αυτήν του έμφρονος ανθρώπου (Homo Sapiens)!

Πώς ήταν δυνατόν, λοιπόν, οι εκπληκτικές αυτές ικανότητες να υπήρχαν στον εγκέφαλο του προϊστορικού ανθρώπου, αλλά να υλοποιήθηκαν μόνο την τελευταία χιλιετία, ρωτούσε ο φυσιοδίφης. Ο Ουάλλας έφθασε στο εξής καταπληκτικό, για τον Δαρβίνο και τους Δαρβινιστές, συμπέρασμα που κλόνιζε τη θεωρία της εξέλιξης. «Αυτό ήταν έργο Θεού! Η διεργασία μέσω της οποίας εξελίχθηκε η ανθρώπινη φύση, καθοδηγήθηκε από μια ανώτερη νοημοσύνη. Κατά τον Ουάλλας, η αντίληψη της αιωνιότητας και του απείρου, οι αφηρημένες έννοιες για τη μορφή, τον αριθμό και την αρμονία, η ανάδειξη του ταλέντου του Μότσαρτ κ.άλλ. δεν είναι δυνατό να οφείλονται ‘στην τυφλή λειτουργία της τύχης’, ή κάποιας φυσικής δύναμης χωρίς σκοπό. Αν εκπαιδευόταν ένα παιδί της φυλής Κρο-Μανιόν δεν θα ήταν διαφορετικό από ένα σύγχρονο… Με την φυσική επιλογή είναι δυνατόν να ερμηνευθεί μόνο η εμφάνιση πραγματικών ικανοτήτων που εκφράζονται από τους οργανισμούς – ποτέ λανθάνουσες ικανότητες. Τι ερμηνεία να δώσει κανείς, για τη λανθάνουσα μαθηματική ικανότητα που υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη στόχων του οργανισμού; Ο Ουάλλας κατέληγε, ότι τέτοιες ικανότητες όπως το ταλέντο στα μαθηματικά και στη μουσική, δεν είναι δυνατόν να προκύπτουν από την τυφλή λειτουργία της τύχης. Ο νους μας είναι πολύ πιο σημαντικός από κάθε άλλο όργανο του σώματος και έχει αποκτήσει τεράστια σημασία σ’ αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό… (βλ. V. S. Ramachandram και Sandra Blakeslee, Φαντάσματα στον Εγκέφαλο, 2004, σελ. 219-221, πρβλ. και Michael Shermer, Ιn Darwin’ s Shadow: The Life and Science of Alfred R. Wallace).

Εκτός από την ύπαρξη και λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου για τα οποία στην εποχή του Ουάλλας ήταν ελάχιστα γνωστά σε σχέση μ’ αυτά που γνωρίζει σήμερα η επιστήμη, ο Ουάλλας, επεσήμανε ότι, και το χέρι του ανθρώπου είναι τέλειο από κάθε άποψη για το σκοπό που εξυπηρετεί … αλλά ένα τέτοιο χέρι, δεν ήταν απαραίτητο στον άγριο ή τον πρωτόγονο. «Η όρθια στάση του ανθρώπου, ο έναρθρος λόγος και εκπληκτική ομορφιά και η συμμετρία του σώματός του, της μορφής και της έκφρασης του προσώπου του, το λείο άτριχο δέρμα του ανθρώπου, η ηθική συνείδησή του», οδήγησαν τον φυσιοδίφη Ουάλλας στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά δεν μπορούσαν να παραχθούν απλά μέσω φυσικής επιλογής. «Όλο αυτό αποτελεί την πηγή των αισθητικών εντυπώσεων και συναισθημάτων μας, και κάνει να διαφέρει ο άνθρωπος από τα άλλα ζώα, απ’ ό,τι τα ζώα μεταξύ τους».

Ο Ουάλλας κατέληξε ότι, ένας εξωβιολογικός παράγων, ένα αόρατο πνεύμα στο σύμπαν, επενέβη σε τρεις περιπτώσεις στη φύση και στην ιστορία: Η πρώτη ήταν κατά τη δημιουργία της ζωής από ανόργανη ύλη. Η δεύτερη, με την εισαγωγή της συνειδητότητας στα ανώτερα ζώα. Και η τρίτη, ήταν η γένεση των μεγάλων συναισθηματικών ικανοτήτων της ανθρωπότητας. «Όσοι έχουν μάτια που βλέπουν και μυαλό συνηθισμένο να στοχάζεται, διακρίνουν στα μικροσκοπικά κύτταρα, στο αίμα, σε ολόκληρη τη γη και σε όλο το αστρικό σύμπαν…νοήμονα και συνειδητή κατεύθυνση. Με μια λέξη, διακρίνουν κάποια Διάνοια», έγραψε ο φυσιοδίφης. Και ακόμα: «Ένας άνθρωπος με πνεύμα αρκετά δυνατό παρατηρώντας πάνω στη γη τα ήμερα φυτά και τα κατοικίδια ζώα σίγουρα θα ’βγαζε το συμπέρασμα πως υπάρχει κάποιο λογικό ον ανώτερο απ’ αυτά».

Όλως περιέργως, αυτά τα τρία στοιχεία θείας επέμβασης που επεσήμανε ο Ουάλλας, είναι αυτά που προβληματίζουν και σήμερα τον αθεϊστή Richard Dawkins, ο οποίος παραδέχεται ότι σ’ αυτά δεν έχει απάντηση η επιστήμη.

Αυτές οι ιδέες του Ουάλλας, όπως ήταν επόμενο, καταθορύβησαν τον Δαρβίνο, ο οποίος προσπάθησε να διασκεδάσει τις παρατηρήσεις και τις απόψεις του επιστήθιου φίλου του, μέσω της θεωρίας της σεξουαλικής επιλογής και άλλων εξελικτικών παραγόντων που ο Ουάλλας δεν αποδέχτηκε. Ο Δαρβίνος δυσαρεστημένος και αναστατωμένος, σε επιστολή του απάντησε στον Ουάλλας: «Ελπίζω ότι δεν έχεις δολοφονήσει ακόμη το παιδί μας!» εννοώντας τη θεωρία της φυσικής επιλογής και της εξέλιξης εν γένει (βλ. Richard M. Restak, The Brain - The Last Frontier, 1979, σ. 162). Γι’ αυτό και ο Ουάλλας είναι ο συχνότερα παρατιθέμενος φυσιοδίφης από τον Δαρβίνο στο δεύτερο βιβλίο του Η καταγωγή του ανθρώπου, με κριτική διάθεση για τις απόψεις του αυτές.

Ο Ουάλλας όπως καταφαίνεται από τα παραπάνω, με τα αυτά δεδομένα και τις αυτές παρατηρήσεις με τον Δαρβίνο, ενώ ανεγνώρισε τον ρόλο της φυσικής επιλογής, για την επιβίωση του καταλληλότερου, κατενόησε βαθμιαία και την ανεπάρκεια της για την ερμηνεία της ύπαρξης του πολύπλοκου κόσμου στο σύνολό του και ανεγνώρισε και άλλους παράγοντες, ιδιαίτερα την επέμβαση υπερφυσικής Δύναμης – Διάνοιας. Κατέληξε στη διαπίστωση της ανάγκης μιας δύναμης δημιουργικής, ενός πνεύματος διευθύνοντος, ενός τελικού σκοπού! Δεχόταν την εξέλιξη αλλά και μία τελολογία στην εξέλιξη και στη φύση σ’ αντίθεση με το Δαρβίνο και τους οπαδούς του που δεν αναγνώριζαν κανένα σκοπό ή τελολογία στη φύση, αν και ο ίδιος ο Δαρβίνος δεν απέκλεισε την ύπαρξη Θεού. Όπως έγραψε ο Ουάλλας: Η άποψη εκείνου που δεν μπορεί να αποδεχθεί τη θεωρία της εξέλιξης, ότι δηλαδή, αυτό εκφράζει όλη την αλήθεια σχετικά με την καταγωγή του ανθρώπου είναι ότι, ενεργεί μία Δύναμη που καθοδηγεί με την ενέργεια των νόμων, προς καθορισμένες κατευθύνσεις, για ειδικούς σκοπούς… Τέτοια θεωρούμε εμείς την κατεύθυνση, όπου θα βρούμε την πραγματική συμφιλίωση ανάμεσα στην επιστήμη και στη θεολογία, στο πιο σοβαρό θέμα… Το ανωτέρω πνεύμα επαγρυπνεί πάνω στην ενέργεια αυτών των νόμων, κατευθύνει τις μεταβολές. Προκαθορίζει τη συσσώρευσή τους και, τελικά, δημιουργεί την οργάνωση, αρκετά τέλεια, ώστε να την αποδεχθεί η πνευματική και η ηθική μας φύση και να ευνοήσει ακόμα την συνεχή τελειοποίησή της». Για τον Ουάλλας η raison d’ être (ο λόγος ύπαρξης) του σύμπαντος ήταν η ανάπτυξη και η πρόοδος του ανθρώπινου πνεύματος, μια θεωρία που πλησίαζε αυτήν του Τεγιάρ ντε Ζαρντέν και του Μπερτόν.

Ο Ουάλλας δεν απέκρυψε επίσης την στροφή του προς την αποδοχή του υπερφυσικού, στοιχείου, αλλά δεν απέκλεισε, επίσης, ούτε την ύπαρξη αόρατων πνευματικών δυνάμεων, ούτε την δυνατότητα των θαυμάτων. Γι’ αυτό άλλωστε, εκτός από τα αμιγώς επιστημονικά έργα του όπως: Συμβολή στη θεωρία της φυσικής επιλογής (1870), Η γεωγραφική κατανομή των ζώων (1876) κ.άλλ., έγραψε και βιβλία με τίτλο: Η επιστημονική άποψη του υπερφυσικού (1866) και Τα θαύματα και ο νεώτερος πνευματισμός (1876), όπου φαίνεται η αποδοχή από μέρους του και του πνευματισμού… γεγονός που δίχασε, και ήγειρε σ’ ορισμένους αμφιβολίες για το επιστημονικό του έργο. Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα έργα του Η θέση του ανθρώπου στο σύμπαν (1903) και The world of Life (O Κόσμος της ζωής, 1910), όπου εκθέτει τις απόψεις του σε επιστημονικά και μεταφυσικά θέματα γενικότερα. Ο Ουάλλας επέμενε στην άποψη ότι η ζωή είναι μοναδικό φαινόμενο στη γη, και πουθενά στον γαλαξία μας, δεν μπορεί να υπάρχει έλλογη ζωή, μια άποψη που υποστηρίζουν και σήμερα έγκριτοι κοσμολόγοι (βλ. John H. Brooke, Επιστήμη και Θρησκεία, σελ. 375). Για την συνεισφορά του στην επιστήμη ο Ουάλλας, τιμήθηκε με διάφορα βραβεία και το 1893 τιμήθηκε με την εκλογή του, ως μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι, οι απόψεις του Ουάλλας, από πολλές απόψεις μοιάζουν με τις απόψεις των οπαδών του ‘ευφυούς σχεδιασμού’ (Intelligence Design) της σύγχρονης εποχής, και όχι μόνο, που μιλούν απερίφραστα για ‘σχέδιο στη φύση’ και ‘κατευθυνόμενη εξέλιξη’, όπως έθεσαν και θέτουν το θέμα και διάφορες θρησκευτικές (φονταμελιστικές και μη) παραδόσεις στη διάρκεια του 20ου-21ου αι.

Βέβαια, οι Χάξλεϋ, Χούκερ, Γκάλτον, Δαρβίνος, Χαίκκελ κ.άλλ., επέμειναν στις ακραιφνείς υλιστικές τους αντιλήψεις, και για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθούν, οι ιδέες τους επικράτησαν. Αργότερα, τροποποιημένες, μαζί με τη θεωρία της τυχαιότητας, των μεταλλάξεων, και του γονιδιακού πληθυσμού, έφεραν σε ύπαρξη το Νεο-δαρβινισμό, τη θεωρία που σήμερα καταδυναστεύει το επιστημονικό κατεστημένο. Αλλά γι’ αυτό το ενδιαφέρον θέμα θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.