Βαδίζουμε με την πίστη

Κύριε,
Εμείς δεν είδαμε κανένα
απ’ τα «σημεία και τέρατα» που εποίησες το πάλαι
δια χειρός των άγιων Σου προφητών.
Δεν είδαμε ποτέ μιάν αξίνα να επιπλέει στα νερά του ποταμού,
ούτε τον ουρανό να βρέχει ορτύκια.
Δεν είδαμε το ύδωρ να μετατρέπεται σε οίνον,
μήτε τα νερά του Νείλου σε αίμα.
Κανένας νεκρές δε μας είπε ποτέ,
«Ιδού, έγινα νεκρός
και είμαι ζων, διότι άνεστήθην»!
Εμείς Κύριε,
βαδίζουμε προς την ποθητή γη της επαγγελίας
με κατάκοπα τα πόδια απ’ την οδοιπορία.
Το ιμάτιό μας πάλιωσε
απ’ τους σφαγιαστικούς χλευασμούς των απίστων.
Ο χιττώνας μας κουρελιάστηκε
απ’ τα σαρδόνια χαμόγελα των σκεπτικιστών.
Ο πους μας επρήσθη
απ’ το αέναο βάδισμα, στα κακοτράχαλα μονοπάτια της ζωής,

Όμως Κύριε,

παρ’ όλα αυτά σε πιστεύουμε!
Σα να Σε βλέπουμε εγκαρτερούμε.
Αποβλέπουμε στις πλατύστερνες υποσχέσεις σου Κύριε
και κουρνιάζουμε μικρά, αδύναμα πουλιά
κάτω απ’ τη σκέπη των πτερούγων Σου.
Μέσα στην άναστρη νύχτα–χωρίς κάποια στήλη πυρός,
περπατούμε «δια της πίστεως, ουχί δια της όψεως».
Καθώς οδοιπορούμε στην έρημο, ανάμεσα στους φλογερούς
τους ιοβόλους όφεις
αναμένουμε το παρήγορο χέρι Σου
να μας οδηγήσει στη δροσερή κοιλάδα,
να μας κατευθύνει στη νέα γη της επαγγελίας
την «ρέουσα γάλα και μέλι»,
γκρεμίζοντας συθέμελα τα τείχη της Ιεριχώ,
που φαντάζουν
προκλητικά μπροστά μας.

Πλέουμε με τα ίστια της πίστης ανοιγμένα
Βαδίζουμε με την προσευχή
αναβαίνουσα ως θυμίαμαστον ουρανό.
Πορευόμαστε με πυξίδα το λόγο Σου
που ’ναι λύχνος στα πόδια Σου
φως στα μονοπάτια μας…