Το τραγικό στοιχείο στον έρωτα

«Ο τρελός έρωτας πέθανε
και τον σκοτώσαμε εμείς.
Ο έρωτας γεννιέται από δυσκολίες
και πεθαίνει από ελευθερία,
όπως η τέχνη».
Yves Simon

 

Για τον έρωτα—ένα απ’ τα ωραιότερα βιώματα της ζωής του ανθρώπου, ένα βίωμα τόσο ισχυρό, τόσο έντονο, που οδηγεί πολλές φορές στο παροξυσμένο πάθος, ένα πάθος που αφαιρεί τη λογική και που μπορεί να κάνει κάποιον να δώσει ως και τη ζωή του χάριν του ερωμένου προσώπου—τι ξέχωρο θα μπορούσε να πει κανείς, τι το καινούργιο να προσθέσει, αφού είναι ένα συναίσθημα βαθιά ανθρώπινο, που βιώνεται παγκόσμια από καταβολής ανθρώπου σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης;

Σίγουρα, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να πει μερικά ξέχωρα πράγματα που δεν έχουν ήδη ειπωθεί από κάποιον φιλόσοφο, λογοτέχνη, κοινωνιολόγο ή ψυχαναλυτή. Ο Τερέντιος ο Ρωμαίος έλεγε ήδη στον 1ο π.Χ. αιώνα ότι τίποτα δεν υπάρχει που να μην έχει ειπωθεί.

Ο έρωτας κυριαρχεί στο τραγούδι, στη μουσική, στους στίχους, παντού στη καθημερινή ζωή, και όσο πιο γνήσιος, πιο αγνός μπορεί να είναι, τόσο μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυνατόν να οδηγήσει στον τρίτο ουρανό της ευτυχίας, να δώσει φτερά, να εξαϋλώσει, ακόμα και να εξαγνίσει ή να εξαγιάσει τα ερώμενα πρόσωπα. Γιατί σ’ ένα δυνατό και απόλυτο έρωτα, υπάρχει κάτι από μια δόση αγιοσύνης. Ένα είδος επικοινωνίας με το θείον, αφού ο έρωτας δόθηκε από το θείο, για μια πλήρωση του προσώπου και για την επανεύρεση του εαυτού μας.

Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά, νομίζω μικρή έμφαση έχει δοθεί από τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες στο γεγονός ότι ο έρωτας έχει όχι μόνο περιορισμένη συνήθως ζωή, αλλά συχνά τραγικά, ή απογοητευτικά αποτελέσματα, γεγονός που το αγνοούν ή θέλουν να το αγνοούν, όλοι οι ερωτευμένοι που πιστεύουν ότι ο έρωτάς τους θα ζει αιώνια. Γι’ αυτό άλλωστε δίνουν όρκους αιώνιας αγάπης που στην πραγματικότητα μοιάζουν με επιταγές χωρίς αντίκρισμα...

***

Αφορμή για να γράψω τις γραμμές που ακολουθούν μου έδωσε κυρίως μια σκέψη του μεγάλου Ισπανού στοχαστή Miguel de Unamuno από το έξοχο βιβλίο του Το τραγικό αίσθημα της ζωής. Γράφει για τον έρωτα ο Unamuno:

«O έρωτας είναι παιδί της αυταπάτης και πατέρας της απογοήτευσης. Αγάπη και ευδαιμονία δεν πάνε ποτέ και τα δύο μαζί... Οι εραστές είναι τύραννοι και σκλάβοι. Κάθε ένας απ’ αυτούς συγχρόνως τύραννος και σκλάβος του άλλου. Υποφέρουν από τη χαρά τους και χαίρονται από τον πόνο τους. Αγαπώ σημαίνει συμπάσχω, και αν η ηδονή ενώνει τα κορμιά, η οδύνη ενώνει τις ψυχές... Όταν η αγάπη πληρουται, δεν είναι πλέον αγάπη. Οι ικανοποιημένοι συνηθίζουν, δεν αγαπούν...».

Νομίζω ότι με τις σκέψεις του αυτές ο Unamuno, θίγει ένα καίριο πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που υπάρχει εγγενώς και δρα καταστροφικά, θα λέγαμε, μέσα σε οποιαδήποτε ερωτική σχέση. Γι’ αυτό αξίζει να το συζητήσουμε ευρύτερα.

Στον έρωτα όλα ξεκινούν ευχάριστα. Με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. O ερωτευμένος βλέπει ό,τι οι άλλοι συνήθως δεν βλέπουν στο ερώμενο πρόσωπο. Και δεν βλέπει ό,τι οι άλλοι βλέπουν. Ζει σ’ έναν δικό του ονειρεμένο κόσμο. Ζει μιαν ευφορία, μια παραζάλη σ’ ένα γλυκό πανηγύρι των αισθήσεων. Νιώθει αυτό που λέγει σ’ έναν ωραίο στίχο του ο Ιορδανός ποιητής Καλίλ Γκιμπράν:

«O έρωτας είναι μια λέξη από φως,
γραμμένη μ’ ένα χέρι από φως,
πάνω σε μια σελίδα φως».

Όλα φωτεινά λοιπόν, αγγελικά κι ωραία. Καμιά σκιά, καμιά αντιλογία. Η φωνή της λογικής υποχωρεί... Κανένα ψεγάδι ή ελάττωμα του ερώμενου προσώπου δεν υπάρχει στα μάτια του ερωτευμένου.

Βέβαια, μέσα στο βίωμα του έρωτα συνυπάρχει η σχετική αγωνία και η ανασφάλεια. Εμφωλεύει η ζήλεια, ο φόβος και η αμφιβολία. Άραγε το αύριο θα είναι όπως το χθες; Και πού θα οδηγήσει το σήμερα; Σ’ ένα εξίσου καλό αύριο; Σ’ ένα καλύτερο; Σ’ ένα χειρότερο; Μήπως θα παύσει το αγαπημένο πρόσωπο να αγαπά; Μήπως, μήπως; Το μόνο σίγουρο στην αγάπη είναι ότι κανείς δεν παίζει με σίγουρα χαρτιά. Γιατί, δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί αυτή η αγάπη. Αν θα καρποφορήσει, ή αν θα χαθεί πρόωρα με τη στυφή γεύση της απογοήτευσης στα χείλη. Γιατί, όπως είχε επισημάνει από την αρχαιότητα ο Πλάτων, ο έρωτας είναι ένα μίγμα από μέλι και χολή. Λίγες φορές είναι ευχάριστος αλλά τις πιο πολλές φορές φαρμάκι. Ωστόσο, όταν αρχίσει να κυλά ο χρόνος, σιγά-σιγά σε μια σχέση ερωτική αρχίζουν και επενεργούν οι εγγενείς φθοροποιές δυνάμεις. Ποιές είναι αυτές; O Unamuno τις εντοπίζει στην αντιπαλότητα των δύο φύλων και στη συνήθεια. Ας μιλήσουμε πρώτα για την τελευταία.

Όταν κανείς συνηθίζει, παύει πια να αγαπά ως ερωτευμένος. O ερωτευμένος που συνηθίζει μια κατάσταση δεν αγωνιά, δεν ανησυχεί. Εφησυχάζει. Κι αυτός ο εφησυχασμός οδηγεί στην ακινησία, στην απάθεια, στον θάνατο του έρωτα.

Ένας άλλος συγγραφέας—δε θυμάμαι τώρα τ’ όνομά του, κι ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία—έγραψε σωστά ότι περισσότερες αγάπες έχουν χαθεί σ’ απάνεμα λιμάνια παρά σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, θέλοντας έτσι, να τονίσει το ίδιο γεγονός: ότι ο εφησυχασμός, η αδράνεια, η ακινησία, οδηγούν πιο εύκολα στον θάνατο, παρά η αγωνία, ο αγώνας μέσα στην ταραγμένη ερωτοθάλασσα.

Το βίωμα αυτό του εφησυχασμού, της ρουτίνας, της συνήθειας, το ζουν συνήθως οι σύζυγοι, που έχουν συνηθίσει τον σύντροφό τους και τους έχει φύγει το αρχικό πάθος, η συγκίνηση και ο ενθουσιασμός του ερωτευμένου. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι στον έρωτα, σπάνια οι ερωτευμένοι αγαπούν με το ίδιο πάθος ή διατηρούν και οι δύο το ίδιο αρχικό πάθος. Συνήθως μετά από κάποιο καιρό ό ένας αγαπά και ο άλλος του επιτρέπει να τον αγαπά. Με μια δόση κυνισμού κάποιος συγγραφέας έγραφε ότι «ο χρόνος μετατρέπει τον έρωτά σου σε πτώμα... ή σε σύζυγο», δείχνοντας έτσι το τραγικό στοιχείο του έρωτα–ότι αργά ή γρήγορα, βίαια ή ομαλά, ο έρωτας πεθαίνει.

Αλλ’ ας σταθούμε πιότερο στην άλλη προβληματική που θέτει ενώπιον μας ο φιλόσοφος λόγος. Στον έρωτα υπάρχει αντιπαλότητα. Οι εραστές λέγει είναι σκλάβοι και τύραννοι μαζί.

Τι πιο αληθινό απ’ αυτό; Η διαπάλη των δύο φύλων για επικράτηση, για επιβολή, μοιάζει με αλληλοσπαραγμό. Ακόμη και η σαρκική, ή σεξουαλική όψη του έρωτα, δείχνει μια πάλη μεταξύ των δύο εραστών. Τα κορμιά κάθιδρα παλεύουν για να κυριαρχήσουν, να επιβληθούν το ένα στο άλλο..., μέχρι να γαληνέψουν. Και στην ερωτική ζωή η φλόγα της ζηλοτυπίας και της αμφιβολίας κρατά αναμμένη τη φλόγα του ίδιου του έρωτα. Αλλά προσοχή! Μέχρι ενός σημείου! Αν γίνει η υπέρβασή του, τα καταστρεπτικά σπέρματα του έρωτα, σαν τα άτομα της υδρογονικής βόμβας, είναι έτοιμα να εκραγούν. Κι αλλοίμονο αν εκραγούν. Οι αλυσιδωτές χημικές αντιδράσεις δύσκολα μπορούν ν’ αποφευχθούν και να ελεγχθούν.

Σε λίγο καιρό οι φλογεροί εραστές μπορεί να μετατραπούν σε φλογερούς και άσπονδους εχθρούς, ο ένας να μισεί τον άλλο θανάσιμα! Να τον απεχθάνεται και να μη θέλει να τον ξαναδεί. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, σπάνια οι πάλαι ποτέ ερωτευμένοι μπορούν να διακρατήσουν μια φιλική σχέση. Γιατί δεν ήταν φίλοι. Ήταν εραστές. Εκτός κι αν ήταν πιότερο φίλοι, παρά εραστές. Κατά την αποφθεγματική διατύπωση του Ντ’ Ωρεβίλλυ: «Oι ερωτευμένοι, εφόσον είναι ερωτευμένοι, δεν είναι φίλοι. Όταν δεν είναι πλέον ερωτευμένοι κάθε άλλο είναι παρά φίλοι». Τραγικό αυτό, θα αναφωνήσουμε μαζί με τον φιλόσοφο. Και μυστήριο μαζί. Που πήγε τόση αγάπη και τόσο πάθος; Και πώς μετατράπηκε σε μίσος; Ωστόσο, εδώ μπορεί κανείς να πει ότι αυτό το μίσος είναι ένα αναστραμμένο είδος αγάπης. Έρωτας και μίσος συνυπάρχουν, όσο παράξενα κι αν ακούγεται αυτό. Όσο υπάρχει μίσος, όσο σιγοκαίει η φλόγα του, μπορεί ακόμη να υποβόσκει έρωτας με την ελπίδα της επανασυμβίωσης-επανένωσης. Αν παύσει να υπάρχει αυτό το μίσος, περιπίπτει κανείς στο χειρότερο–στην αδιαφορία, στην αδράνεια. Κι αδιαφορία σημαίνει νέκρωση, σημαίνει θάνατο.

Να λοιπόν, γιατί ο Unamuno αναφέρει ορθά ότι ο έρωτας είναι ο πατέρας της απογοήτευσης. Αργά ή γρήγορα, θα ξυπνήσει κανείς μια μέρα και θα πει: τώρα πια δεν νιώθω ερωτευμένος. Και θα το πει αυτό είτε γιατί έχει συνηθίσει το ερώμενο πρόσωπο, είτε γιατί η αμφιβολία, ο αλληλοσπαραγμός, η ζηλοτυπία έπαυσαν, είτε γιατί ήρθε σε ευθεία ρήξη με το ερώμενο πρόσωπο, είτε γιατί διέκρινε τις αδυναμίες, και τα ελαττώματά του, που, όντας ερωτευμένος δεν τα έβλεπε πριν. Θα νιώσει μια μέρα την απογοήτευση να του κρούει τη θύρα, όσο κι αν ήθελε να την αποφύγει. Και δεν θα μπορέσει να αποφύγει να την ανοίξει, και μαζί της και τον πόνο. Γιατί ο έρωτας από τη φύση του είναι πόνος. Εμπεριέχει όχι μόνον ηδονή αλλά και οδύνη. Και είχε δίκαιο ο La Rochefoucauld, όταν έλεγε ότι, «αν κρίνει κανείς τον έρωτα από τις περισσότερες περιπέτειές του, μοιάζει περισσότερο με μίσος παρά με φιλία».

Τί πρέπει να γίνει λοιπόν; O έρωτας δε μπορεί να ξεριζωθεί απ’ την ανθρώπινη καρδιά. Είναι σύμφυτος με τη ζωή του ανθρώπου και μια απ’ τις ωραιότερες εκδηλώσεις του, που ατυχώς στην εποχή μας έχει εμπορευματοποιηθεί. Τείνει να σκεπασθεί από το σαρκικό στοιχείο, τον σεξουαλισμό και τον πανηδονισμό, που προβάλλεται κατά κόρον και παντοιοτρόπως. Κι αυτός που ερωτεύθηκε κι απογοητεύθηκε, πάλι ίσως, θα ξαναερωτευθεί, ελπίζοντας ότι τη φορά αυτή δεν θα είναι τα πράγματα όπως πρώτα· μέχρι να ξανααπογοητευθεί, και να ξαναερωτευθεί και ούτω καθ’ εξής. Ας είμαστε όμως ρεαλιστές. Οι έρωτες δεν μπορούν να κρατούν αιώνια. Ο χρόνος αναφανδόν τους αντιμάχεται. Ο έρωτας από τη φύση του είναι συμπυκνωμένη δύναμη και ενέργεια που χάνει την ουσία του (και την αξία του) αν αραιωθεί. Και δεν μπορεί να βιωθεί ούτε ξενέρωτος, ούτε όμως συμπυκνωμένος για πολύ... Δεν θα αντέχαμε σε τόσην ένταση και πάθος. Θα πεθαίναμε πολύ γρήγορα...

Πιστεύω ότι είναι ωραιότατος ο αφορισμός του Robert Najemy που μπαίνει στην καρδιά του θέματος μ’ ένα αριστουργηματικό του εξάστιχο:

Η θάλασσα είναι η αγάπη,
Ο έρωτας το κύμα.
Το σεξ ο αφρός.
Ο αφρός έχει λίγη ζωή
Το κύμα λίγο παραπάνω
Μα η αγάπη ζει για πάντα.

Ίσως το μυστικό για να μην απογοητευθεί κανείς από τον έρωτα, είναι να μπορεί να μεταλλάξει, να μετουσιώσει έγκαιρα, τη ζείδωρη πνοή του, σε αγάπη που για πάντα ζει. Να μεταμορφώσει, δηλαδή, έναν πόθο φευγαλέο σε αίσθημα διαρκές. Αν το κατορθώσει αυτό, ήδη έκαμε το άθλημα της αυθυπέρβασης. Και δεν χρειάζεται να βρίσκεται σε καμία αντιπαλότητα με το ερώμενο πρόσωπο, ούτε να νιώσει τη στυφή γεύση της απογοήτευσης στο στόμα του. Γιατί η αγάπη πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Είναι η μόνη που μας δίνει τη βεβαιότητα. Μόνο αυτή είναι σωστή, γιατί δεν ενδιαφέρεται αν είναι σωστή ή όχι. Ακόμα και τις πληγές του έρωτα μπορεί να τις επουλώσει με το βάλσαμό της:

Και μόνον όποιου το ρούχο
έχει γίνει κομμάτια από την αγάπη
μπορεί να γίνει ολότελα ανιδιοτελής
(Jalāl ad-Dīn Rūmī)

Η ανιδιοτελής αγάπη ως αντίδοτο στο εφήμερο σπέρμα του έρωτα. Να τι μπορεί να κάνει τον έρωτα για πάντα να ζει...