Σταύρος Ζουμπουλάκης:«Άσπονδοι αδερφοί, Εβραίοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι»

Ποιο είναι το μέλλον των μονοθεϊστικών θρησκειών σε μια εκκοσμικευμένη οιονεί άθεη Ευρώπη, κατ’ επίφαση χριστιανική, είναι το καίριο ερώτημα που θέτει επί τάπητος μαζί με άλλα φλέγοντα ερωτήματα στο τελευταίο του βιβλίο, ο γνωστός διανοούμενος συγγραφέας Σταύρος Ζουμπουλάκης. Το βιβλίο με τον τίτλο «Άσπονδοι αδερφοί, Εβραίοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι», με μια συλλογή 23 τολμηρών άρθρων, μελετημάτων, καινοτόμων θεωρήσεων και εισηγήσεων του συγγραφέα (όπως αυτές αναφέρονται ως δημοσιεύματα στο τέλος του βιβλίου), θέτει προ οφθαλμών του αναγνώστη ερωτήματα και προβληματισμούς για την μελλοντική συνύπαρξη των τέκνων του Αβραάμ. Και οι τρεις μονοθεϊσμοί θεωρούν πατέρα τους τον Αβραάμ(1). Ο πρώτος μονοθεϊσμός ο Εβραϊκός, και βιολογικά, καταγωγικά, αφού οι σύγχρονοι Εβραίοι και Ισραηλινοί ισχυρίζονται την εξ’ αυτού καταγωγή τους. Ο Χριστιανισμός εν πνεύματι (ει δε υμείς Χριστού, άρα Αβραάμ τέκνα εστε και κατ’ επαγγελίαν κληρονόμοι, λέει ο απ. Παύλος – Γαλ. 3:29). Και ο τρίτος, επίσης καταγωγικά, μέσω της Άγαρ, παλλακίδας του Άβραμ ή Αβραάμ (Αγαρηνοί, Άραβες). Ο τρίτος βέβαια, μονοθεϊσμός, είναι αρκετά διαφοροποιημένος και αποστασιοποιημένος από τους άλλους δύο οι οποίοι έχουν μια σημαντικά ενιαία θρησκευτική παράδοση. Γι’ αυτό, συχνά γίνεται λόγος από λόγιους κι ερευνητές για Ιουδαιο-χριστανική παράδοση, σε αντίθεση με τον Ισλαμισμό, παρόλο που η συναγωγή στο παρελθόν, αντεπαρετέθη έντονα με την εκκλησία όπως και η εκκλησία με την συναγωγή(2).

Πώς προέκυψε η καχυποψία, ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία και η αλληλοσφαγή μεταξύ των τριών μονοθεϊσμών, των τέκνων του Αβραάμ, είναι μια μακρά και πολύπλοκη ιστορία, που προσπαθεί να διαφωτίσει με τους προβολείς του ο συγγραφέας, έχοντας επίκεντρο τα ιερά κείμενα των θρησκειών και, ιδιαίτερα, τους λεγόμενους ιερούς τόπους (Ιερουσαλήμ), όπου διεξήχθησαν σφοδρές μάχες στο παρελθόν, και διεξάγονται έριδες και διαπληκτισμοί ακόμη και σήμερα.

Πριν ασχοληθώ με την κύριο άξονα προβληματισμού του βιβλίου που είναι ο αντι-ιουδαϊσμός και ο αντι-σημιτισμός, (λέξεις που δεν πρέπει να ταυτίζονται και κακώς από ορισμένους ταυτίζονται)(3) οφείλω να επισημάνω ότι, στο βιβλίο του Ζουμπουλάκη ο αναγνώστης θα βρει μερικά πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια, μελετήματα και άρθρα, που ασχολούνται με θέματα όπως: «Οι Χριστιανικές πηγές της Ευρώπης» (σελ. 138-143), «Πέντε αιώνες μεταρρύθμιση» (σελ. 144-148), όπου επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι, παρόλον που εν Ελλάδι ο όρος προτεστάντης λέγεται υποτιμητικά, η μεταρρύθμιση επέφερε τρία θετικά: α) ανέδειξε τη σημασία της Βίβλου, β) πρόβαλε τον προσωπικό χαρακτήρα της πίστης, γ) αποϊεροποίησε την ορατή εκκλησία. Επίσης «Οικουμενικός διάλογος. Τι να κάνουμε;» (σελ. 188-199), όπου ορθά επισημαίνεται ότι αποτελεί ιστορική αποτυχία του Χριστιανισμού η ασυνεννοησία, ο φανατισμός και ο αλληλοσπαραγμός των χριστιανών αναμεταξύ τους εν ονόματι του Ευαγγελίου της αγάπης, και ότι, παρά την ίδρυση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1948, δεν έχουν επιτευχθεί ουσιαστικά σπουδαία βήματα όχι τόσο για λόγους δογματικούς όσο λόγω της γενικευμένης αδιαφορίας των Χριστιανών Ευρωπαίων για τη Χριστιανική τους ομολογία και ταυτότητα. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το μελέτημα «Το Ισλάμ στην Ευρώπη» (σελ. 223-226), όπου εύστοχα επισημαίνεται ότι όσο οι μουσουλμανικές χώρες βουλιάζουν στη φτώχεια και στο αίμα τόσο (καλώς ή κακώς) θα ενοχοποιείται η Δύση και άλλο τόσο θα προσχωρούν πολλοί στον ιερό πόλεμο εναντίον της.

Τα άρθρα (πλην του Οικουμενικού διαλόγου), δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα Καθημερινή, και είχα την ευκαιρία να τα διαβάσω τότε και να τα απολαύσω, αλλά τώρα, συγκεντρωμένα εδώ και συστεγασμένα μαζί με άλλα σ’ έναν τόμο, αποκτούν άλλη διάσταση και βαρύτητα στο συνολικό εξεταζόμενο θέμα.

Στο Παράρτημα (Appentix) ιδιαίτερη εντύπωση προξενεί το άρθρο «Νέα έρις περί περιτομής και ακροβυστίας» με τις ορθές επισημάνσεις και θέσεις του συγγραφέα.

Όπως αναγράφεται και στο εισαγωγικό σημείωμα και το βιβλίο αυτό του Ζουμπουλάκη, συνεχίζει τον προβληματισμό που έχει αναπτύξει στα προηγούμενα βιβλία του όπως «Ο Θεός στην πόλη» (2002), «Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστη ή πολιτιστική ταυτότητα;» (2010), και άλλα πιο πρόσφατα.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι, ενώ τα προηγούμενα βιβλία είχαν μια πιο ενιαία γραμμή και συνοχή, τα δοκίμια και οι εισηγήσεις του παρόντος τόμου επειδή είναι ακριβώς δοκίμια και άρθρα, δεν εξετάζουν σφαιρικά τα θιγόμενα θέματα και τα ερωτήματα που πραγματεύονται, αλλά θέτουν μόνο όψεις, κρίσεις και προβληματισμούς. Ο αναγνώστης πρέπει οίκοθεν να καλύψει άλλες, άγνωστες σε αυτόν παραμέτρους, ή να ανατρέξει σε αποθέματα της ιστορικής του γνώσης για να σχηματίσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Άλλωστε, εξ’ αιτίας της χρονικής απόστασης καταγραφής, δεν κατέστη δυνατό ν’ αποφευχθούν και κάποιες επικαλύψεις ή επαναλήψεις (σελ. 243).

Το θέμα «Ιερή γη και ιερή βία» που αποτέλεσε τον πρόλογο στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Ρεζίς Ντεμπρέ «Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου», με τα επί μέρους ερωτήματα που εξετάζει, πυροδοτεί και προετοιμάζει τη σκέψη του αναγνώστη για τα επόμενα τέσσερα μελετήματα που επακολουθούν και είναι αφιερωμένα στο πρόβλημα του Χριστιανικού αντιιουδαϊσμού και αντισημιτισμού, ο οποίος κατά τον Ζουμπουλάκη, αποτελεί θεμελιώδες, κεντρικό γνώρισμα του δυτικού πολιτισμού.

Στο ερώτημα του Ντεμπρέ «Πώς είναι δυνατό να λατρεύεις τον Θεό του ελέους και την ίδια στιγμή να σκοτώνεις, και μάλιστα εν ονόματι αυτού ακριβώς του Θεού», ες αεί ερώτημα, κατά τον Ντεμπρέ (σελ. 37), ο Ζουμπουλάκης επισημαίνει ότι και η Βίβλος με την πρώτη ανθρωποκτονία – αδελφοκτονία (Κάιν – Άβελ), φέρνει στο φως το φοβερό αυτό ενδεχόμενο, και διαπιστώνει ότι «η Βίβλος δεν συγκράτησε τους ανθρώπους από το να σκοτώσουν… γιατί απέναντι στο κακό δεν υπάρχει καμιά εγγύηση παρά μόνο η λεπτή και εύθραυστη συνείδηση…» Θα επανέλθω στο σημείο αυτό αργότερα προς το τέλος της παρούσης, αλλά εδώ, αρκούμαι στην επισήμανση των ανωτέρω άκρως ενδιαφερόντων προ-εισαγωγικών σημείων – σκέψεων, σε σχέση με τα επόμενα τέσσερα μελετήματα που επακολουθούν. Είναι, νομίζω, και τα πιο νευραλγικά και τα πιο ενδιαφέροντα του βιβλίου.

Είναι αυτά που φέρουν τον τίτλο «Χριστιανισμός και αντισημιτισμός πριν και μετά το Ολοκαύτωμα» (σελ. 43-71), «Λούθηρος και Εβραίοι» (σελ. 72-95), «Εκκλησία και αντισημιτισμός κατά τον 20ο αιώνα» (σελ. 96-115), και τα «Πρωτόκολλα του Ελληνικού αντισημιτισμού» (σελ. 116-132) με υπότιτλο Δημήτρης Ψαρράς το μπεστ σέλερ του μίσους.

Οι πληροφορίες, οι επισημάνεις και οι κρίσεις που παρουσιάζει ο συγγραφέας στα τρία τελευταία, νομίζω, ότι, θα βρουν σύμφωνο τον οποιονδήποτε ενημερωμένο, καλοπροαίρετο αναγνώστη. Γι’ αυτό και δεν θα ενδιατρίψω ιδιαίτερα σ’ αυτά – ιδίως στο τελευταίο, που είναι πασίγνωστο πλέον ότι είναι ένα πλαστογραφημένο κείμενο, γεγονός που αναγνώρισαν εν Ελλάδι και ο Μεταξάς και ο Παπαδόπουλος, αλλά στην Ελλάδα γνώρισε εκδοτική επιτυχία!

Ο αναγνώστης πάντως έχει να μάθει και να ωφεληθεί πολλά για τον όψιμο αντιεβραϊσμό – αντιϊουδαϊσμό του Λούθηρου (ο Ζουμπουλάκης παραθέτει άφθονη βιβλιογραφία), που, ως άλλος Δαρβίνος, μετά την απώλεια της θυγατέρας του Μαγδαλένας σε ηλικία 13 ετών, ανέπτυξε μίσος εναντίον των ‘θεοκτόνων Εβραίων’, οι οποίοι έγιναν αιτία να πεθάνει στα χέρια τους ο Ιησούς, διότι δεν τον ανεγνώρισαν ως Μεσσία – Χριστό, ούτε κατενόησαν την κατάργηση του Μωσαϊκού νόμου στο πρόσωπό του. Στο μικρό βιβλίο του «Οι Εβραίοι και τα ψεύδη τους», ένα ‘βιβλίο αβυσσαλέου μίσους’, ο Λούθηρος προτείνει στους πολιτικούς και στους εκκλησιαστικούς άρχοντες μέτρα εναντίον των Εβραίων (κάψιμο συναγωγών, κατεδάφιση σπιτιών, εκδίωξη από τις χώρες τους και άλλα αποτρόπαια). Έτσι ο Λούθηρος έγινε, κατά τον συγγραφέα, πρωτουργός ενός πρώιμου φυλετικού αντισημιτισμού, αφού το βιβλίο έγινε Ευαγγέλιο του Ναζιστικού κόμματος και των Προτεσταντών ιερωμένων αντισημιτιστών κ. άλλ. (σελ. 93).

Όλα αυτά εξηγούν εύλογα τα όσα αναπτύσσονται στο επόμενο μελέτημα «Εκκλησία και αντισημιτισμός κατά τον 20ο αιώνα», αφού, στη Γερμανία ιδίως, υπήρξαν επιφανείς θεολόγοι όπως ο G. Kittel(4) αλλά και άλλοι και Ναζιστές, που θέλησαν να αποκαθάρουν τον Χριστιανισμό από τα Ιουδαϊκά στοιχεία, διότι ο Ιησούς δεν ήταν Εβραίος, αλλά Άρειας καταγωγής(5). Κάτι ανάλογο που αποτόλμησαν ελάχιστοι Έλληνες, ο Χαράλαμπος Βασιλόπουλος και ο Νίκος Ψαρουδάκης, ορθόδοξοι φονταμενταλιστές. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η Β’ Βατικανή Nostra Aetate στις 28 Οκτωβρίου 1965, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, αποκαθιστώντας την τιμή και την θέση των Εβραίων, κάτι ανάλογο όμως, δεν συνέβη και από την Εκκλησία της Ελλάδος.

Άφησα τελευταίο, το πιο νευραλγικό και επίμαχο μελέτημα που κατέχει δεσπόζουσα θέση στο βιβλίο του Ζουμπουλάκη. Αυτό με τον τίτλο «Χριστιανισμός και αντισημιτισμός πριν και μετά το Ολοκαύτωμα».

Για τον αντισημιτισμό μετά το Ολοκαύτωμα, ο σύγχρονος αναγνώστης, ο επαρκώς πληροφορημένος, δεν θα είχε παρά να επικροτήσει τις σκέψεις και τις θέσεις του συγγραφέα, όπως αυτές αναπτύσσονται υπό τον υπότιτλο «Εικοστός αιώνας» σελ. 64 επ. Γίνεται επαρκής λόγος, για την έμπρακτη στήριξη των Χριστιανικών Εκκλησιών στον Ναζισμό στη Γερμανία, και το Φασισμό στην Ιταλία, για τον φυλετικό αντισημιτισμό στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας και των Προτεσταντών, αλλά και τη γενναία τοποθέτηση των Leon Bloy (Λεόν Μπλουά) και Eric Peterson (Έρικ Πέτερσον), με την επανερμηνεία των κεφ. 9-11 της προς Ρωμαίους επιστολής. Πιο πολύ όμως, δίνεται έμφαση στη Συνοδική Απόφαση της Nostra Aetate (της 28ης Οκτωβρίου 1965), όσον αφορά τους Εβραίους, με την πρωτοβουλία του Πάπα Ιωάννη ΚΓ. Με αυτήν αναγνωρίζεται ότι η εκκλησία συνδέεται με τον Άβραμ και το σπέρμα του, ότι δεν ευθύνονται συλλήβδην όλοι οι Εβραίοι όλων των εποχών για τη θανάτωση του Ιησού, ότι η Εκκλησία αποδοκιμάζει κάθε είδος μίσους και, ειδικά, τον αντισημιτισμό. Εξαιτίας της, εδραιώθηκε η άποψη ότι παύει η Καθολική εκκλησία να καλεί τους Εβραίους να ασπαστούν το Χριστιανισμό, και όπως ορθά, σημειώνει ο συγγραφέας, «αυτή ήταν μια απόφαση όχι τόσο θεολογική, όσο ηθική και πολιτική, γιατί δεν μπορείς να καλείς, μετά το Άουσβιτς τους Εβραίους να εγκαταλείψουν την πλάνη τους και να ασπαστούν τον χριστιανισμό». Ορθό και εύλογο το συμπέρασμα, αλλά, προξενεί εντύπωση ότι, ο συγγραφέας, ενώ καταλήγει στην αποστροφή υπό μορφήν Υ.Γ. «Δεν έκανα καθόλου λόγο στην ομιλία μου για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η φρικτή είδηση της εξόντωσης των Εβραίων στο Άουσβιτς δεν έχει φτάσε ακόμη στα αυτιά της», αποφεύγει να θίξει το θέμα της τεράστιας ευθύνης του Πάπα Πίου του ΙΑ, που με εκπρόσωπό του τον Καρδινάλιο Πατσέλι (μετέπειτα Πάπα Πίο ΙΒ’) στις 20 Ιουλίου 1933 υπέγραψε Ράιχσκονκορδάτο (=παπικό σύμφωνο) με τον αντικαγκελάριο του Χίτλερ Φρανς Φον Πάπεν. Εξαιτίας αυτού του Κονκορδάτου η Καθολική εκκλησία θα απολάμβανε η ίδια προνόμια, αλλά θα έθετε σε μεγαλύτερο κίνδυνο τους Εβραίους, όπως και έγινε(6). Με το Κονκορδάτο αυτό, έπαυσε ο Πάπας να υποστηρίζει θρησκευτικά πολιτικά κόμματα, αλλά έγινε δυνατό να ψηφιστεί ο υπερνόμος που έλυνε τα χέρια του Χίτλερ…(7). Άλλωστε, το Κονκορδάτο αυτό, ήταν σύμφωνο με την συνομολογία των Συνθηκών Λατερανού το 1920, που έγιναν με το Μουσολίνι και με τον ίδιο Πάπα Πίο ΙΑ, και που ανέδειξαν το φασισμό αλλά και το κράτος του Βατικανού.

Η βασική θέση όμως, του Ζουμπουλάκη, ότι «Ο αντισημιτισμός όπως τον γνώρισαν οι αιώνες και ο οποίος θα οδηγήσει στο Ολοκαύτωμα έχει κύρια πηγή του τον Χριστιανισμό» (σελ. 44) και, ιδιαίτερα ότι, «Είναι επίσης απολύτως βέβαιο ότι δεν θα είχε αυτή την απήχηση (η εχθρότητα προς τον Ιουδαϊσμό) και τη διάρκεια, αν δεν υπήρχε ήδη στην Καινή Διαθήκη… δεν αποτελεί μια μεταγενέστερη εκτροπή… αλλά υπάρχει ήδη στην Καινή Διαθήκη και μάλιστα με τρόπο πολύ ισχυρό» (σελ. 45 και σελ. 70, 114), είναι ένα θέμα πολύ λεπτό, πολύ σοβαρό, επίμαχο, και σηκώνει πολύ συζήτηση, αν όχι σοβαρές αντιρρήσεις. Ο συγγραφέας επικαλείται την Καθολική θεολόγο Ρόσμαρυ Ρούθερ (Rosemary Ruether) και το βιβλίο της Faith and Fratricide, η οποία αντιτιθέμενη στον Μαρσέλ Σιμόν (Marcel Simon) και το βιβλίο του Verus Israel. Etude sur les relations entre chrètiens et Juifs dans l’ empire romain (135-425) (1948), θεωρεί ότι η απόρριψη του Ιουδαϊσμού είναι συστατική του Χριστιανισμού, ότι ενυπάρχει, δηλαδή, μέσα στην Καινή Διαθήκη. Ο Ζουμπουλάκης παραθέτει και άλλη σχετική βιβλιογραφία.

Εδώ, νομίζω, χρειάζονται οι απαραίτητες διευκρινήσεις. Ναι μεν, η Εκκλησία διεχώρισε εξ’ αρχής τη θέση της από τη συναγωγή, με το να δεχθεί η πρώτη ό,τι δεν δέχθηκε η δεύτερη, δηλαδή, ότι, ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο αναμενόμενος Μεσσίας, αυτός που προανήγγειλαν οι προφήτες (βλ. π.χ., Ησαΐας κεφ. 53 για τον πάσχοντα δούλο). Ναι, μεν, οι θρησκευτικοί ηγέτες των Ιουδαίων καταδίωξαν τον από Ναζαρέτ Ιησού και τον οδήγησαν στο σταυρό, όντας ‘σκληροτράχηλοι’, σύμφωνα και με τον χαρακτηρισμό του πρωτομάρτυρα Στέφανου (Πραξ. 7:51), αλλά η επισήμανση της λαθεμένης ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης από τους Φαρισαίους της εποχής του Ιησού, δεν σημαίνει από μέρους των Χριστιανών, αντι-ιουδαϊσμό, και μίσος προς τους Ιουδαίους. Σημαίνει κριτική στάση και επίκριση του Ιουδαϊσμού, ως νοοτροπία, και ως σύστημα, το οποίο μάλιστα καταδίωξε αναφανδόν τους Χριστιανούς. Το γεγονός ότι ο απ. Παύλος, στην προς Ρωμαίους επιστολή του, κεφ. 9-11, παρά την ‘πώρωση του Ισραήλ’ επιμένει ότι δεν απέρριψε ο Θεός τον λαόν που προεγνώρισε και ότι ‘πας ο Ισραήλ σωθήσεται’ μελλοντικά (11:26)(8), ανατρέπει τη θέση του Ζουμπουλάκη, ότι ο Παύλος συντάσσεται χωρίς αμφιβολία σε μια καθαρή αντι-ιουδαϊκή γραμμή (σελ. 52). Ο απ. Παύλος λέει στην ίδια επιστολή (9:2-3) «ηυχόμην γαρ αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα οίτινες εισί Ισραηλίτες…» και «ου γαρ εστί διαστολή Ιουδαίου τε και Έλληνος» (Ρωμ. 10:12). Μια βαθύτερη θεολογική ανάλυση του θέματος, θα μπορούσε να καταδείξει δύο τινά.

Πρώτον, στις Γραφές, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, καταδικάζεται η νοοτροπία των Ιουδαίων, να αποστατούν συνεχώς από Θεού ζώντος, λατρεύοντας είδωλα και παραβιάζοντας τους όρους της Μωσαϊκής Διαθήκης, με αποτέλεσμα, να προειδοποιούνται από τον Μωϋσή και τους προφήτες για τις καταστρεπτικές συνέπειες της αποστασίας τους, ήτοι την αιχμαλωσία τους από άλλα έθνη, και τον απανταχού γης διασκορπισμό τους (βλ. Λευιτ. κεφ. 26, Δευτ. κεφ. 28-32). Αν αυτό, θεωρηθεί αντι-ιουδαϊσμός μέσα στον Ιουδαϊσμό, έχει καλώς. Αυτό υπάρχει. Η Βίβλος δεν χαϊδεύει αυτιά. Αφυπνίζει. Προειδοποιεί. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Ιησούς, όπως διαβάζουμε στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, προφήτεψε για τις συνέπειες της αποστασίας των Ιουδαίων, της ανυπακοής τους, και της μη αποδοχής του ίδιου ως μεσσία, με τα σκληρά λόγια ότι «ημέραι εκδικήσεως αυταί εισι, του πληρωθήναι πάντα τα γεγραμμένα… Και οργή εν τω λαώ τούτω... Και πεσούνται στόματι μαχαίρας, και αιχμαλωτισθήσονται εις πάντα τα έθνη· και Ιερουσαλήμ εσται πατουμένη υπό εθνών, άχρι πληρωθώσι καιροί εθνών» (Λουκ. 21:22-24). Θα πρέπει, μήπως, και ο Ιουδαίος Ιησούς «ο λέων εκ της φυλής Ιούδα» (Αποκ. 5:5) που είπε στη Σαμαρίτιδα το περίφημο, «Η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν» (Ιωάν. 4:23), να θεωρηθεί αντι-ιουδαίος; Εδώ, πρόκειται σαφώς περί κριτικής αποδοκιμασίας και προφητικής προειδοποίησης εναντίον των άπιστων Ιουδαίων. Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο.

Απ’ την άλλη, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, πουθενά δεν προτρέπονται οι Χριστιανοί – οι οποίοι σημειωτέον, κατεδιώκονταν σφοδρά από τους Ιουδαίους και παρεμποδίζονταν στο κήρυγμά τους (βλ. Πραξ. 13:44,45, 14:19)(9) –, να υβρίζουν, να προπηλακίζουν και να καταδιώκουν τους διώκτες Ιουδαίους σε ανταπόδοση. Ο απ. Παύλος συμβουλεύει «εάν πεινά ο εχθρός τρέφε αυτόν, εάν διψά πότιζέ τον, μη νικάσαι υπό του κακού αλλά νίκα δια του αγαθού το κακόν» και «ευλογείτε τους διώκοντας υμάς» (Ρωμ. 12:14-21). Κλασικό παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί ο ίδιος ο απ. Παύλος. Ενόσω ήταν φανατικός Φαρισαίος, κατεδίωκε τους Χριστιανούς. Από τότε που έγινε Χριστιανός, δεν εδίωξε κανέναν Ιουδαίο! Ο απ. Παύλος διεκήρυξε ότι «εν Χριστώ δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλληνας…» (Γαλ. 3:28 πρβλ. Α’ Κορ. 12:13).

Η Καινή Διαθήκη είναι βιβλίο αγάπης και όχι μίσους. Η λέξη αγάπη και το ρήμα αγαπώ και φιλέω, υπάρχει γύρω στις 250 φορές(10). Οι Χριστιανοί προτρέπονται ν’ αγαπούν και τους εχθρούς τους (Ματθ. 5:44, Λουκ. 6:27,28) και να προσεύχονται για αυτούς που τους διώκουν. Συνεπώς, δεν μπορεί να βρεθεί έδαφος αντι-ιουδαϊσμού – αντισημιτισμού, με το γνωστό μίσος και τον φανατισμό όπως υποστηρίζει ο Ζουμπουλάκης και κάποιοι ξένοι ερμηνευτές. Μόνο στην Αποκάλυψη υπάρχει ένα χωρίο όπου ο Ιησούς αποκαλεί τους Ιουδαίους «συναγωγή του Σατανά», διότι δεν ήταν γνήσιοι βιβλικοί Ιουδαίοι. Δηλαδή, τους λέει τα ίδια, που τους είχε ήδη πει ότι είχαν πατέρα τους όχι το Θεό, αλλά το διάβολο (Ιωάν. 8:44).

Το γεγονός ότι, μεταγενέστεροι συγγραφείς και Πατέρες της Εκκλησίας όπως π.χ. ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στο έργο του Κατά Ιουδαίων, επιτίθενται εναντίον των Ιουδαίων, χαρακτηρίζοντάς τους ως θηρία, κηρύσσοντας ασταμάτητο πόλεμο εναντίον των, είναι κάτι το διαφορετικό. Διότι, ήδη έχει αλλάξει το κλίμα και η θέση της Εκκλησίας, που, από διωκόμενη, έγινε διώκουσα των ειδωλολατρών και των Εβραίων, με τους Μέγα Κωνσταντίνο, Θεοδόσιο τον Μέγα, και Ιουστινιανό. Η πολιτική εξουσία εδώ εμπλέκεται με τη θρησκεία, με όλα τα γνωστά δυσάρεστα επακόλουθα και αποτελέσματα.

Το θέμα των ριζών του Αντι-Ιουδαϊσμού, - Αντι-σημιτισμού, είναι πολύ μεγάλο και δεν μπορεί να εξαντληθεί ούτε με ευρύτερες μελέτες που έχουν εκπονηθεί. Υπάρχει εδώ ένα κενό, που δεν θίγεται από τον Ζουμπουλάκη. Το οποίο, όμως, ρίχνει φως στο όλο ζήτημα(11). Το θέμα είναι ότι, ο αντι-ιουδαϊσμός, προϋπήρχε του Χριστιανισμού. Δημιουργήθηκε κυρίως από εθνικούς συγγραφείς Ρωμαίους και Αιγύπτιους (π.χ. Τάκιτος, Μανέθων κ.άλλ.)(12), που έβλεπαν με φθόνο, και κακό μάτι την ιδιαιτερότητα, και δη, την αδιαλλαξία των Ιουδαίων ως προς την πίστη, τους θεσμούς και τα έθιμά τους, τα οποία διέφεραν κατά πολύ απ’ αυτά των εθνικών(13). Μαζί με τους διανοουμένους, θα πρέπει να απαριθμήσουμε και ηγεμόνες, σαν τον Αντίοχο Δ’ τον επιφανή τον αποκαλούμενο Θεό, που, βεβηλώνοντας τον ναό στην Ιερουσαλήμ, θυσίασε στον Δία χοιρινό κρέας, και απαγόρευε τους Ιουδαίους να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Με αποτέλεσμα την εξέγερση των Μακκαβαίων, οι οποίοι πέτυχαν την κάθαρση του ναού και την ανεξαρτησία τους. Η διασπορά των Ιουδαίων στη λεκάνη της Μεσογείου από το 70 μ.Χ. – με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ – από τους Ρωμαίους, αλλά εν μέρει και προηγουμένως, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια από τον 4ο αι. π.Χ., ήταν η αιτία να δημιουργούνται συχνά προστριβές και ταραχές μεταξύ αυτών και των εθνικών, λόγω της εμμονής της πίστης τους σ’ έναν μόνο Θεό, τον Γιαχβέ, της άρνησής τους να δεχθούν ξένα στοιχεία στους κόλπους τους και της υπερηφάνειας τους. Ταραχές μνημονεύονται και στις Πράξεις Αποστόλων 18:2 όπου, στην εποχή του αυτοκράτορα Κλαύδιου, έγινε διωγμός εναντίον τους, που φαίνεται ότι συμπαρέσυρε και Χριστιανούς τους οποίους οι Ρωμαίοι τους μπέρδευαν με τους Ιουδαίους. Αργότερα ακολούθησαν και άλλοι διωγμοί από Ρωμαίους Αυτοκράτορες Βεσπασιανό, Τίτο, Αδριανό κ.άλλ.(14)

Έτσι, προτού να θεωρηθούν ‘θεοκτόνοι’ οι Εβραίοι, υπεύθυνοι για το θάνατο του Ιησού, ήδη, υπήρχε ένα μένος, ένα αντι-ιουδαϊκό εθνικό ρεύμα και μίσος εναντίον τους για τους παραπάνω λόγους. Αυτό το μένος, όχι μόνο δεν έπαυσε, αλλά επαυξήθηκε από την εποχή που η εκκλησία απέκτησε εξουσία κι έγινε η εκκοσμίκευσή της. Και έτσι, από αποδοκιμασία της πίστης και του Ιουδαϊκού συστήματος που υπάρχει στην Καινή Διαθήκη, φτάσαμε σε μια αντι-ιουδαϊκή γραμματεία κάποιων πατέρων (Αμβρόσιος, Αυγουστίνος, Γρηγόριος Νύσσης, αλλά και Λούθηρος, Καλβίνος κ.άλλ.).

Ο Ζουμπουλάκης καταλήγει ότι «Ο χριστιανικός αντι-ιουδαϊσμός επομένως, εφόσον κατάγεται από την Καινή Διαθήκη, θα μείνει ενεργός ανά τους αιώνες διότι όλα, μα όλα τα επιχειρήματα έχουν προκατατεθεί στην Καινή Διαθήκη» (σελ. 63,64). Αλλά όπως εξήγησα, αυτό δεν ισχύει. Άλλα πρέπει να είναι τα αίτια. Αλλού θα πρέπει να αναζητηθούν.

Ο ίδιος ο Χριστός προειδοποίησε τους μαθητές του, ότι θα τους κάνανε αποσυνάγωγους, και θα ερχόταν η ώρα (εποχή), που θα τους καταδίωκαν, πιστεύοντας ότι προσέφεραν λατρεία στο Θεό. Πάνω στο σταυρό είπε και το περίφημο «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Ιωάν. 16: 1,2, Λουκ. 23:33).

Η ανθρώπινη ιστορία αλλά και η ψυχολογία και η κοινωνιολογία, μπορούν να καταδείξουν ότι τα μίση, οι έριδες, η βία και η αιματοχυσία, όχι μόνο μεταξύ των τέκνων του Αβραάμ αλλά γενικότερα, είναι πολυπαραγοντικά. Οφείλονται: στην ανθρώπινη φύση, στην ιδιοτέλεια, στην άγνοια, στην πλάνη, στον εξ αυτής φανατισμό, στην αλαζονεία της εξουσίας, στη φιλοδοξία, στην ανάμιξη της πολιτικής με τη θρησκεία ή ταύτισή τους, κ.άλλ. Αυτοί μπορούν να θεωρηθούν κύριοι παράγοντες. Ενόσω εξακολουθούν να υπάρχουν αυτοί, και ενόσω εξακολουθούν να υπάρχουν απαίδευτοι, φανατικοί, κατ’ επίφαση Ορθόδοξοι Εβραίοι, φονταμενταλιστές Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, με έλλειψη γνώσης, αγάπης, ανεκτικότητας και κατανόησης, εφόσον «όλος ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται» κατά την Ιωάννεια έκφραση, θα εξακολουθούν να υπάρχουν διαμάχες, έριδες, διωγμοί, βία και αλληλοσφαγές μεταξύ των Εβραίων, Χριστιανών και Μουσουλμάνων, παρά την καλή διάθεση ορισμένων θρησκευτικών ταγών, παρά τον οικουμενικό διάλογο, και το ιεραποστολικό πνεύμα και ζήλο ορισμένων. Σαφώς, ο μουσουλμανισμός χρήζει κι αυτός το στάδιο του Διαφωτισμού από το οποίο δεν πέρασε ακόμη. Χρειάζεται τη μεταρρύθμισή του. Αν γίνει, ίσως κάποια πράγματα βελτιωθούν περισσότερο.

Σαφώς και χρειάζεται αυτό που υπαινίσσεται ο συγγραφέας. Πρωτίστως, χρειάζεται ο επανευαγγελισμός (evangelicalisation) του Ευρωπαϊκού χριστιανισμού, ο οποίος βαρύνεται με πολλά εγκλήματα, φρικαλεότητες και ωμότητες (σταυροφορίες, τριακονταετής πόλεμος εν ονόματι του Χριστού) και με το φοβερότερο όλων, το ολοκαύτωμα, που τον βαρύνει και θα εξακολουθεί να τον στιγματίζει, αφού ξέσπασε μέσα στην καρδιά της Χριστιανικής Ευρώπης. ‘Με τι μούτρα’ ορθά διερωτάται ο συγγραφέας, ‘θα πάμε στην Αφρική να κηρύξουμε το χριστιανισμό, όταν μεταφέρουμε, όχι το πνεύμα της αγάπης, αλλά τις διαφορές μεταξύ των χριστιανών; ’ Θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη χριστιανική ταυτότητα, ανεξαρτήτως θρησκευτικών ομολογιών, τη στιγμή που, οι μισοί Ευρωπαίοι δηλώνουν ρητά πως είναι άνθρωποι χωρίς θρησκεία, κάτι περισσότερο: είναι παιδιά γονέων χωρίς θρησκεία (σελ. 198,199). Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Ένας γνωστός Ντίτριχ Μπονχέφερ (1906-1945), ένας άγνωστος στους περισσότερους Φραντς Γκαιγκερσταίτερ (1907-1943), που αρνήθηκε να υπηρετήσει στο ναζιστικό στρατό κι έγινε φωτεινό παράδειγμα αντιρρησία συνείδησης και άγιος της καθολικής εκκλησίας (σελ. 237-241), ή ένας Παλαιστίνιος Μανουέλ Μουσαλάμ (σελ. 168-182), δεν αρκούν. Θα πρέπει όλοι να συνεργασθούν, αν όχι για την παντελή έλλειψη, πάντως για την συρρίκνωση της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού μεταξύ των τέκνων του Αβραάμ, αρχής γενομένης από τους θρησκευτικούς ηγέτες που οφείλουν να παιδαγωγήσουν τα ποίμνιά τους. Το όποιο εγχείρημα, πορρώ βέβαια απέχει της πραγματικότητας. Και το ουδετερόθρησκο δημοκρατικό κράτος, δύσκολα μπορεί παντού να υπάρξει, και αν υπάρξει, είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει να τιθασεύσει και να καταπολεμήσει τη μισαλλοδοξία για μια ειρηνική συνύπαρξη πιστών. Στο ερώτημα του Ντεμπρέ που επαναδιατυπώνει με άλλον τρόπο ο Ζουμπουλάκης, για το πώς η Βίβλος δεν συγκράτησε τους πιστούς από το να αλληλοφονεύονται, την απάντηση δίνει νομίζω ο μαθητής της αγάπης, ο Ιωάννης. Την ευθύνη την φέρνουν οι ίδιοι οι πιστοί με την κακή χρήση του αυτεξουσίου τους. «Να αγαπώμεν αλλήλους· ου καθώς Κάιν εκ πονηρού ην, και έσφαξε τον αδελφόν αυτού… Εάν τις είπη, ότι αγαπώ τον Θεό και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν·… ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν ον εώρακε, τον δε Θεόν ον ουχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν;» (Α’ Ιωάν. 3:10-12, 4:40).

Το βιβλίο του Ζουμπουλάκη σαφώς, προσφέρει πολλή γνώση, δίνει πολλά ερεθίσματα, θέτει πολλούς προβληματισμούς, και ο συγγραφέας, με τα τολμηρά, αιχμηρά μελετήματα και άρθρα του και τις ρηξικέλευθες θέσεις του, ασφαλώς πετυχαίνει το στόχο του: Να μας αφυπνίσει και να μας κρατήσει σε εγρήγορση, οδύνη και μετάνοια. Είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Πρβλ. Δανιήλ Σαχά, Σπέρμα Αβραάμ, Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ στην ουσία και στην έκφραση, (Ιωλκός 2011), και Κριτική παρουσίαση του βιβλίου από τον γράφοντα, στο Books Journal τευχ. 91, Οκτ. 2018.

  2. Το περίεργο βέβαια είναι ότι τόσο η λέξη συναγωγή (εβρ. Καχάλ) όσο και η λέξη εκκλησία (από το εκ-καλώ, καλώ έξω) αρχικά είχαν την ίδια περίπου σημασία (πρβλ. Ιακ. 2:2) και η συνήχηση των λέξεων επέδρασε στους Ο’. Για περισσότερα βλ. λήμμα εκκλησία στο Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας του Xavier Lèon-Dufour (εκδ. Άρτος Ζωής 1980).

  3. Ο αντισημιτισμός είναι όρος εσφαλμένος, γιατί οι πολέμιοι των Ιουδαίων δεν στρέφονται κατά πάντων των Σημιτών. Θα έπρεπε να χρησιμοποιείται η πιο δόκιμη λέξη, αντι-εβραϊσμός. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο αντισημιτισμός, ήταν ο Γερμανός δημοσιογράφος Βίλχεμ Μαρ στο τέλος του 19ου αι. Τα αίτια του αντισημιτισμού βέβαια, είναι θρησκευτικά, πολιτικά και οικονομικά. Βλ. μεταξύ άλλων, Lernard Lazare, Αντιεβραϊσμός, Αίτια και ιστορία (εκδ. Ελεύθερη σκέψις 1988). Ο φιλόσοφος Pierre – Andrè Taguieff επισημαίνει ότι ο αρχικός αντισημιτισμός ήταν ρατσιστικός και εθνικιστικός· ο νέος, γεννιέται στο όνομα του αντιρατσισμού και αντι-εθνικισμού…

  4. Ο G. Kittel υπήρξε εκδότης του επιφανούς, πολύτιμου, πολύτομου, Theologisches Wörterbuch zum Neuen Testament. Αυτό και μόνο κατά τον Ζουμπουλάκη θα αρκούε για να του εξασφαλίσει αγέραστη επιστημονική δόξα… Αλλά εκτός από εξαίρετος Κανοδιαθηκικός ήταν και καλός ναζί (σελ. 97,98). Ο συγγραφέας παραθέτει τα ονόματα και άλλων Ναζί, ή φιλοναζί θεολόγων.

  5. Πρβλ. το ενδιαφέρον βιβλίο της Susannah Heschel, The Aryan Jesus. Christian Theologians and the Bible in Nazi Germany (2008), καθώς και του David Nirenberg, Anti-Judaism, The Western Tradition (Ν.Υ. Λονδίνο 2013), στα οποία παραπέμπει ο συγγραφέας.

  6. Ιστορικά είναι γνωστός ο ρόλος που έπαιξε ο πρώην Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν, ο παπικός ιππότης, στην ανύψωση του ναζισμού, ονειρευόμενος την σύσταση μιας καινούριας Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος, επί Χίτλερ, έγινε αντικαγκελάριος και χρησιμοποιήθηκε από τον τελευταίο για να κερδίσει την εύνοια των Καθολικών της Γερμανίας. Ο Πατσέλι απένειμε στον φον Πάπεν το υψηλό Παπικό παράσημο του Μεγάλου Σταυρού. Ο ιστορικός William L. Shirer στο πολύκροτο έργο του The Rise and Fall of the Third Reich (1960), επισημαίνει τον ρόλο του φον Πάπεν για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Μετά την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Χίτλερ από τον Χίντεμπουργκ (30/1/1933), ο φον Πάπεν σ’ ένα συνέδριο καθολικών στην Κολωνία, δήλωσε «Η θεία Πρόνοια με διάλεξε για να προσφέρω σπουδαίες υπηρεσίες στη δημιουργία μιας κυβέρνησης εθνικής ανανέωσης». Για περισσότερα βλ. H.W. Blood-Ryan, Franz von Papen – His Life and Times (1939) και Avro Manhattan, Το Βατικανό και ο 20ος Αιώνας (εκδ. Παπακώστα) ιδίως σελ. 166 επ. και 201 επ. στο κεφάλαιο ΧΙ με τίτλο, Ναζισμός, Βατικανό και δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Από την πλευρά του, ο Πατσέλι, όταν έγινε Πάπας Πίος ο ΙΒ’, υποστήριξε σιωπηλά τη ναζιστική θηριωδία και το ολοκαύτωμα, γιατί θεώρησε τον Χίτλερ ως ανάχωμα κατά της κυριαρχίας του Κομμουνισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ ήταν εκ γενετής καθολικός, τον οποίο ο Πάπας δεν τόλμησε να αφορίσει. Ούτε αυτόν, ούτε φυσικά τους συναυτώ… και το 40% των Καθολικών Γερμανών που συντάχθηκαν μαζί του.

  7. Βλ. άρθρο Ο Πάπας του Χίτλερ και ο τρόμος του Βατικανού, ΤΑ ΝΕΑ 18/9/99. Επίσης Avro Manhattan, Το Βατικανό και ο 20ος Αιώνας σελ. 207 επ. όπου διαβάζουμε «Το Βατικανό διέταξε τη γερμανική ιεραρχία να βοηθήσει τον Χίτλερ… Οι Γερμανοί επίσκοποι συνιστούσαν στους πιστούς να ψηφίσουν υπέρ του Χίτλερ» (σελ. 212).

  8. Για μια λεπτομερή εξέταση της θέσης του απ. Παύλου για τους Εβραίους στην προς Ρωμαίους επιστολή βλ. κυρίως, Karl Bath, Η προς Ρωμαίους επιστολή (εκδ. Άρτος Ζωής 2015) σελ. 479 επ.

  9. πρβλ. και Μαρτύριον Πολυκάρπου, όπου αναφέρεται ότι όταν ο Πολύκαρπος κάηκε ζωντανός, οι Εβραίοι συνάθροιζαν ξύλα για την πυρά του. Οι διωγμοί των Ιουδαίων κατά των Χριστιανών συνεχίζονταν και στον 2ο μ.Χ. αιώνα.

  10. Βλ. Β.Γ. Τσάκωνας, Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, στο λήμμα Αγάπη σελ. 167.

  11. Βλ. μεταξύ άλλων την εξαίρετη μελέτη του Έντουαρντ Χ. Φλάννερυ, Η αγωνία των Εβραίων 2300 χρόνια αντισημιτισμού (εκδ. Νησίδες 2006) ιδιαίτερα σελ. 284 επ.

  12. Ο Τάκιτος, ανέφερε σχετικά με τους Ιουδαίους ότι «τρέφουν για την υπόλοιπη ανθρωπότητα όλο το μίσος που θα έτρεφε ένας εχθρός…» Ακόμη, υποστήριξε ότι οι Εθνικοί που προσηλυτίζονταν στον Ιουδαϊσμό διδάσκονταν να αποκηρύσσουν τη χώρα τους και να βλέπουν την οικογένειά τους και τους φίλους τους ως κάτι τιποτένιο (Ιστορίες V, 4,5). Παρόμοια επίκριτος υπήρξε και ο Αιγύπτιος Μανέθων, τον 3ο π.Χ. αιώνα, που θεωρούσε τους Εβραίους απόγονους λεπρών, κ.λπ., τους ισχυρισμούς του οποίου αντιμετώπισε ο Ιουδαίος Ιώσηπος, στο έργο του Κατ’ Απίωνος. Αντι-Ιουδαίοι ήταν επίσης και ο Κικέρων, ο Περσαίος, ο Πετρώνιος, ο Σουετόνιος, ο Γιουβενάλης, ο Σενέκας κ.άλλ. Ο τελευταίος τόνισε: «Αυτό το απαίσιο έθνος, κατόρθωσε να διαδώσει τις συνήθειές του σ’ ολόκληρο τον κόσμο· οι ηττημένοι έδωσαν τους νόμους στους νικητές» (Περί προλήψεως Fragm. XXXVI).

  13. Μερικοί ερευνητές εντοπίζουν τα σπέρματα του αντι-ιουδαϊσμού πολύ πιο παλιά, από τότε που ο Φαραώ διέταξε τον πνιγμό των αρρένων βρεφών (Έξοδ. 1:8,10) και από τότε που ο Ναβουχοδονόσορ κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εκτόπισε τους Ιουδαίους τον 6ο αι. π.Χ. βλ. Γ. Ζωγραφάκη άρθρο αντισημιτισμός, στην εγκυκλοπαίδεια Υδρία. Είναι μάλλον υπερβολική, γιατί παρόμοιες τακτικές εφάρμοζαν οι μονάρχες της Ανατολής και σε άλλους λαούς (π.χ. Ασσύριοι βασιλείς Σαργών Β’, Εσσαραδδών κ.λπ.). Βλ. Έντουαρντ Χ. Φλάννερυ οπ. παρ. και Bernard Lazare, οπ. παρ. σελ. 53 επ.

  14. Βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Ιούδας και Αντισημιτισμός, στο συλλογικό Το Μυστήριο του Ιούδα (εκδ. Αρχέτυπο 2006) σελ. 145-155.