Πρώτα απ’ όλα, τι κάθομαι και συζητάω… μαζί σας;

Τελευταία ενημέρωση του άρθρου: 14/6/2017.

Βιβλικός Χριστιανισμός και ορθολογιστικός σκεπτικισμός

Πλανάσθε μη ειδότες τας Γραφάς
μηδέ την δύναμιν του Θεού.
Ματθ. 22:29

Τὴν ἀρχὴν ὅ τι καὶ λαλῶ ὑμῖν;
Ιωάν. 8:25

Κύριον δὲ τὸν Χριστὸν ἁγιάσατε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν,
ἕτοιμοι ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος.
1 Πετρ. 3:15

«Τι κάθομαι και συζητάω μαζί σου, αφού…» Αυτή είναι μια συνηθισμένη έκφραση της καθημερινότητας που την εκστομίζουμε, όταν βλέπουμε ότι ο συνομιλητής μας εκπέμπει σε άλλου μήκους κύματα… και, δεν είναι πρόθυμος και καλόπιστος αποδέκτης άλλων κυμάτων… Έτσι, καλόπιστη συν-ζήτηση δηλαδή, αναζήτηση από κοινού, προβληματισμός από κοινού σ’ ένα θέμα, δεν μπορεί να γίνει γιατί κατά το αρχαίο ρητό «εμείς ζητάμε τσάπες κι εσείς μας φέρνετε σκάφες»!

Όλα αυτά μου ήρθαν στο νου, καθώς κατά σύμπτωση, αναζητώντας κάτι στο διαδίκτυο, έπεσε το μάτι μου σε μερικές πομπώδεις ιστοσελίδες (νέο)αθεϊστών, σκεπτικιστών και κριτικών της Βίβλου, οι οποίοι κάνοντας επίδειξη των γνώσεών τους (;), αλλά στην πραγματικότητα τη μεροληπτικότητα των σκέψεών τους, τη στενοκεφαλιά και την κακοβουλία τους, αραδιάζουν ιστοσελίδες με δεκάδες λήμματα και παραφυάδες, για ν’ αποδείξουν στον αναγνώστη ότι, όχι μόνον Θεός δεν υπάρχει, όχι μόνο η θρησκεία είναι προϊόν φόβου, αμάθειας και άγνοιας και επιβουλής ραδιούργων ιερέων, αλλά, και Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ (!), η Βίβλος βρίθει σφαλμάτων, είναι μυθικής προέλευσης, με δάνεια από παγανιστικούς μύθους, ένα συνονθύλευμα πλαστογραφιών, λαθών, χασμάτων και αντιφάσεων… Και αυτοί είναι οι νέοι διαφωτιστές της ανθρωπότητας, ορθολογιστές, οι οποίοι στηριζόμενοι σε νέα επιστημονικά (sic) δεδομένα, και με ελεύθερη, καθαρή διάνοια, έρχονται να μας απελευθερώσουν από τον σκοταδισμό του Χριστιανισμού και της Βίβλου!…

Για μια στιγμή, σκέφτηκα, ν’ απαντήσω σε κάποια άρθρα προκλητικά, με σύντομες έστω στοχευμένες απαντήσεις, αποδεικνύοντας την αμάθεια και την εμπάθεια των συντακτών τους. Αλλά μετά, αφού το καλοσκέφτηκα, είδα ότι θα ήταν μάταιος κόπος και απώλεια χρόνου, γιατί κατά το αρχαίο ρητό, κανείς δεν πείθεται αν δεν θέλει να πεισθεί (ουκ με πείσεις καν με πείσεις). Για να μη πούμε το πιο εύχρηστο νεοελληνικό ρητό, «τον αράπη κι αν τον πλύνεις το σαπούνι σου χαλάς», που είναι παραλλαγή ενός ρητού της εποχής του προφήτη Ιερεμία, «δύναται ο Αἰθίοψ να αλλάξει τὸ δέρμα αὐτοῦ, ή η πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς;» (Ιερ. 13:23).

Αντ’ αυτού, προτίμησα να γράψω λίγες αράδες, τις αράδες που ακολουθούν, με μερικές επισημάνσεις γύρω από την βαρύγδουπη… πομπώδη επιχειρηματολογία των εμβριθών αυτών σκεπτικιστών, νέων διαφωτιστών των αμαθών, όπως εμείς. Κι αυτές από τις παρατηρήσεις που έκανα στα όσα ισχυρίζονται και παρουσιάζουν προς χάριν κάποιων αναγνωστών που μπορεί να εντυπωσιαστούν από τα λεγόμενά τους.

1. Άγνοια και υποκειμενικές κρίσεις

Οι περισσότεροι αυτοί σκεπτικιστές και επικριτές της Βίβλου και του Χριστιανισμού, είναι κυρίως φιλόσοφοι, μη ειδικοί πάνω στο γνωστικό αντικείμενο της Βίβλου και του αρχαίου υποβάθρου της, των πρωτοτύπων γλωσσών που γράφτηκε, του πολιτισμού των λαών της, καθώς και στη βιβλική αρχαιογνωσία, αρχαιολογία, παλαιογραφία, παπυρολογία κ.λπ.

Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να αγνοούν ότι, εδώ και χρόνια υπάρχει ειδικός επιστημονικός κλάδος, που λέγεται βιβλική επιστήμη (Bibelwissenschaft), που διδάσκεται σ’ όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου μαζί με άλλους συγγενείς κλάδους και εξειδικεύσεις, όπου εκπονούνται εκατοντάδες διδακτορικές διατριβές με εκπλήσσουσα βιβλιογραφία ακριβώς πάνω σ’ αυτά τα θέματα που αυτοί καταπιάνονται, και «ελαφρά τη καρδία», με ύφος εκατό καρδιναλίων, εκφέρουν γνώμην αρνητική περί πάντων, διότι όλες οι μαρτυρίες που επικαλούνται αρχαίοι και νέοι χριστιανοί συγγραφείς και επιστήμονες είναι τάχα πλαστές…, ή δεν εννοούν αυτό που εκείνοι εννοούν!

Είναι χαρακτηριστικό, ότι, τα επιχειρήματά τους είναι προσωπικές υποκειμενικές κρίσεις, με μηδαμινή, ή ελάχιστη σοβαρή βιβλιογραφία· και η υπάρχουσα είναι επιλεκτική, και παραπέμπει κυρίως, σε βιβλία άλλων επικριτών ή χλευαστών (!) της Βίβλου κατά το αρχαιοελληνικό, «όμοιος ομοίω αεί πελάζει».

Δεν μπαίνουν καν στον κόπο οι κύριοι αυτοί, να δουν τι λένε επ’ αυτών των θεμάτων που θίγουν, οι άλλοι, οι αντιφρονούντες σ’ αυτούς, τι επιχειρήματα έχει και παρουσιάζει η διεθνής επιστημονική κοινότητα των ειδικών, τι βιβλιογραφία εμφανίζουν και, εντίμως, να αντιπαρατεθούν με σοβαρή αντίκρουση επιχειρημάτων και ικανή βιβλιογραφία.

Η τακτική τους αυτή, μερικά δείγματα της οποίας θα παρουσιάσω αμέσως παρακάτω, άθελα, μού φέρνει στο νου, το ρητό του Εμμανουήλ Ροΐδη, που έλεγε: «Ο άνθρωπος, ο οποίος λέει κάτι πάνω σ’ ένα θέμα χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψη του, τι λέει κι ο άλλος επ’ αυτού, είναι ή θεός… ή τρελός»!

Σε ποια κατηγορία θα πρέπει να καταταγούν οι ως άνω πολέμιοι επικριτές, το αφήνω στην εύλογη κρίση του αναγνώστη.

2. Οι σύγχρονοι κριτικοί αναμηρυκάζουν τους αρχαίους χριστιανομάχους

Οι σύγχρονοι κριτικοί της Βίβλου, οι σύγχρονοι αυτόκλητοι διαφωτιστές, δεν κάνουν τίποτ’ άλλο, απ’ το ν’ αναμασούν τα επιχειρήματα αρχαίων αλλά και νεωτέρων φιλοσόφων που έγραψαν εναντίον της Βίβλου και του Χριστιανισμού. Προβάλλουν τους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς που προέβαλαν οι αρχαίοι Χριστιανομάχοι από τον 2ο μ.Χ. αιώνα και, ιδίως, οι Κέλσος, Πορφύριος, Ιεροκλής, Ιουλιανός κ.α., αγνοούντες εκουσίως ότι τα επιχειρήματα αυτά των εθνικών φιλοσόφων, έτυχαν απαντήσεως από ισάριθμους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Προς τι όλη αυτή η αδολεσχία, η φλυαρία και η αναβίωση μιας παλιάς ξεπερασμένης επιχειρηματολογίας, τη στιγμή που, οι ισχυρισμοί του Κέλσου στον Αληθή Λόγο, περί αγύρτου δήθεν Ιησού και των μαθητών του και άσκησης μαγείας από μέρους του κ.λπ., έτυχαν απαντήσεως από τον χαλκέντερο Ωριγένη (185-254) στο Κατά Κέλσου έργο του; (ΒΕΠΕΣ, τόμος 9ος, 10ος)· τα επιχειρήματα του Πορφυρίου, ιδίως για την αυθεντικότητα και αξιοπιστία του βιβλίου του Δανιήλ, που το ήθελε προϊόν απάτης, ως γραφέν τάχα από άγνωστο Ιουδαίο το 165 π.Χ., απαντήθηκαν και αποκρούστηκαν επαρκώς από τον Ιερώνυμο (347-420) στο Υπόμνημά του για τον Δανιήλ;· τα επιχειρήματα του Ιεροκλή (Ρωμαίου διοικητή της Βιθυνίας), που συγκρίνει τον Ιησού με τον Απολλώνιο τον Τυανέα, τα ανέτρεψε ο πολυμαθής Ευσέβιος ο Παμφίλου της Καισαρείας (280-340) (ΒΕΠΕΣ, τόμος 8ος, σελ. 109-133), και τα επιχειρήματα του αυτοκράτορος Ιουλιανού (331-362) του αποκληθέντος παραβάτη στο έργο του Κατά Γαλιλαίων, τα ανασκεύασε μεταξύ άλλων ο Κύριλλος Αλεξανδρείας στο έργο του Υπέρ της των χριστιανών ευαγούς θρησκείας; (P.G. 76, 504-1064).

Όπως ανέφερα προηγουμένως, υπάρχουν δεκάδες διατριβές που εκπονούνται σ’ αυτά τα θέματα, που δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες από έναν ειλικρινή ερευνητή. Έτσι, ενδεικτικά αναφέρω μια ενδιαφέρουσα διδακτορική διατριβή της Σμαράγδας Φαρίδου (2004), με θέμα, Χριστιανισμός και Ελληνισμός: Σπουδή στο έργο του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπέρ της των χριστιανών ευαγούς θρησκείας προς τα του εν αθέοις Ιουλιανού.

Αλλά, οι επικριτές του Χριστιανισμού και της Βίβλου, δεν αναφέρονται ποτέ σε τέτοια ειδικά επιστημονικά έργα, ούτε στους ειδικούς κατά κλάδον, αλλά σ’ ό,τι είπε π.χ. ένας σκεπτικιστής Thomas Paine, ή ο Ingersoll τον 19ο αι. Πολύ περισσότερο, τι έγραφε εν είδει αφορισμών και αποφθεγμάτων, ο Νίτσε (19ος αι.), στηριζόμενος στην ευφυΐα του, και στην αρνητική κριτική της εποχής του! (βλέπε Ο «Αντίχριστος» του Νίτσε και ο αντιχριστιανισμός του). Το αστείο στην όλη υπόθεση είναι ότι, αρκετοί απ’ αυτούς εξακολουθούν να είναι μυθικιστές, δηλαδή, να υποστηρίζουν ότι Ιησούς Χριστός δεν υπήρξε ποτέ ως ιστορικό πρόσωπο, κάτι που σ’ όλο τον 20ό αιώνα μόνο δύο ξένοι συγγραφείς τολμούσαν και εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν!

Όλοι οι σοβαροί ερευνητές εδώ και χρόνια, δέχονται όχι μόνο την ιστορικότητά του Ιησού, αλλά και τον πυρήνα της διδασκαλίας και των πράξεών του όπως εκτίθενται στα Ευαγγέλια, σ’ όλη την Καινή Διαθήκη και σε θύραθεν πηγές. Οι σύγχρονοι επικριτές επικαλούνται τους Κέλσο, Ιεροκλή, Ιουλιανό κ.λπ., αλλά απ’ την άλλη, παραβλέπουν ότι αυτοί αναγνώριζαν τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο και τα θαύματά του, παρόλο που τα ερμήνευαν αλλιώς, ή προσπαθούσαν να τα ελαχιστοποιήσουν!

Εκ τρίτου, εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι το περίφημο Testimonium Flavianum,[1] το χωρίο του Ιωσήπου στο έργο του Αρχαιότητες (XVIII, 3, 3) που ομιλεί για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού, είναι εξ ολοκλήρου πλαστό, όπως και η άλλη μαρτυρία του ίδιου ιστορικού (Αρχ. ΧΧ 9.1), που μιλάει για τον «Ιησού τον αδελφό του Ιακώβου και για τον Ιωάννη το Βαπτιστή», γράφοντας στα…. παλαιότερα των υποδημάτων τους… τη γνώμη των ειδικών ερευνητών στα έργα του Ιωσήπου όπως του H. J. Thackeray, L. Feldman, G. Vermes κ.α., αλλά και άλλων σημαντικών ερευνητών (π.χ. F. F. Bruce, G. Habermas, κ.λπ.) που δέχονται τη μαρτυρία γνήσια στον πυρήνα της, αφού το χωρίο υπάρχει και στην αραβική μετάφραση του Ιωσήπου του 4ου αι. που ανακαλύφθηκε πρόσφατα.

Πλαστή γι’ αυτούς, ή άνευ σημασίας, είναι και η μαρτυρία των Ρωμαίων ιστορικών Τακίτου και Σουητώνιου κ.λπ., για τον Ιησού, εκουσίως αγνοούντες ότι οι ειδικοί αυτών των ιστορικών, τις αναγνωρίζουν ως γνήσιες. Και κοντολογίς, όχι μία, όχι δύο, όχι τρεις, αλλά υπάρχουν συνολικά, πάνω από 30 αδιάσειστες μαρτυρίες για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού. Για περισσότερα βλ. το δοκίμιό μου, Υπήρξε πραγματικά ο Ιησούς της Γαλιλαίας; όπου αναφέρονται λεπτομερώς συνολικά 30 και πλέον μαρτυρίες για την ύπαρξη του Ιησού από το 50-200 μ.Χ., και προέρχονται από 4 ανεξάρτητες πηγές: α) Χριστιανικές-φιλικές, β) Ιουδαϊκές-εχθρικές, γ) αιρετικές, δ) Εθνικές-εχθρικές, ή ουδέτερες. Όπως προανέφερα, κανένας σοβαρός ερευνητής ή ιστορικός δεν αρνείται την ιστορική ύπαρξη του Ιησού και τη διδασκαλία του, ούτε ο Μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος (στο βιβλίο του Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός), ούτε ο σύγχρονος άθεος ιστορικός Robin Lane Fox, (στον οποίο παραπέμπει ο άλλος διάσημος άθεος Richard Dawkins), στο βιβλίο του The Unauthorized Version: Truth and Fiction in the Bible (1992), δεν αρνείται την ύπαρξη του Ιησού και άλλων προσώπων ή γεγονότων της Βίβλου, έστω κριτικά τοποθετούμενος. Αλλά, όπως είπαμε, «στου κωφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα»! Οι μυθικιστές, το βιολί τους…

3. Εκπληκτική αγνωσία της αρχαιολογίας

Οι σύγχρονοι διαφωτιστές κριτικοί του Χριστιανισμού μεταξύ άλλων, έχουν εκπληκτική και επιδεικτική άγνοια των νεώτερων αρχαιολογικών ευρημάτων που άμεσα ή έμμεσα επικυρώνουν την ιστορική αξιοπιστία της Βίβλου και διαφωτίζουν τον περίγυρό της. Εξακολουθούν λόγου χάριν, να ισχυρίζονται ότι ο Αβραάμ είναι μυθική φιγούρα, ότι δεν υπήρχε λαός Ισραήλ στη γη Χαναάν επί εποχής Ιησού του Ναυή, (παρά την μνεία του λαού Ισραήλ στη στήλη του Αιγυπτίου Φαραώ Μερνεφθά του 13ου αι. π.X., όπου ο Ισραήλ φαίνεται εγκατεστημένος στην Παλαιστίνη), ότι Σολομών και Δαβίδ δεν υπήρξαν, είναι μυθικά πρόσωπα, ή έστω ασήμαντοι φύλαρχοι, και φυσικά, και Ναζαρέτ, δεν υπήρχε στα χρόνια του Ιησού, αλλά είναι προϊόν μυθοπλασίας των συγγραφέων των Ευαγγελίων που τα έγραψαν τον 2ο ή 3ο αι. μ.Χ.! Γι’ αυτούς τα βιβλικά πρόσωπα είναι μυθικά, ανύπαρκτα, φαντασιοκοπίες! Ατυχώς, μεταξύ αυτών, υπάρχουν και μερικοί βιβλικοί λόγιοι Εβραίοι «μινιμαλιστές» που πιστεύουν ότι η εβραϊκή Βίβλος δεν απεικονίζει την ιστορική πραγματικότητα κι άρχισε να γράφεται τον 8ο ή 6ο ή 3ο αιώνα π.Χ. Όλοι αυτοί πλανώνται πλάνην οικτράν όπως φαίνεται από αδιάψευστα αρχαιολογικά τεκμήρια.

[Στις παρατιθέμενες φωτογραφίες, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να δει τον πλούτο των αρχαιολογικών ευρημάτων και πώς αυτά υποστηρίζουν την αυθεντικότητα της Βίβλου και την υπεροχή της και την ακρίβειά της, όταν διαφωνούν μ’ αυτήν θύραθεν συγγραφείς—ακόμη και σε λεπτομέρειες!]

Ο κώδικας του Χαμουραμπί (1750 π.Χ.) που φυλάσσεται στο μουσείου του Λούβρου. Ανακαλύφτηκε το 1901 μ.Χ. από τον Gustave Jéquier, μέλος της ομάδας του Jacques de Morgan. Περιέχει 282 νόμους, ποικίλου περιεχομένου, μερικοί από τους οποίους μοιάζουν με τη μωσαϊκή νομοθεσία, αλλά οι περισσότεροι διαφέρουν σε ουσιώδη σημεία. Το ανάγλυφο δείχνει ότι ο Χαμουραμπί παίρνει όχι τη νομοθεσία, όπως συνήθως ερμηνεύεται, αλλά την εξουσία του από το θεό ήλιο Shamash. Επικυρώνει τη Βίβλο, διότι δείχνει ότι ένας νομικός κώδικας μπορούσε να γραφτεί ακόμη και σε λίθο (πρβλ. Δευτ. 27:8, 31:9· Ιη. Ναυή 8:31) και άρα, μπορούσε και ο Μωυσής να καταγράψει νόμους (15ος αι. π.Χ.), και διαψεύδει τους αρνητικούς κριτικούς (J. Wellhausen) που ισχυρίζονταν ότι δεν είχε ανακαλυφτεί η γραφή στην εποχή του Μωυσή, ούτε και η νομοθεσία της Πεντατεύχου μπορούσε να καταγραφεί. (Βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Ο κώδικας του Χαμουραμπί για τις λεγόμενες ομοιότητες με τη μωσαϊκή νομοθεσία. Πρβλ. D. Winton Thomas, Documents from the Old Testament times).

Ο κώδικας του Χαμουραμπί (1750 π.Χ.) που φυλάσσεται στο μουσείου του Λούβρου. Ανακαλύφτηκε το 1901 μ.Χ. από τον Gustave Jéquier, μέλος της ομάδας του Jacques de Morgan. Περιέχει 282 νόμους, ποικίλου περιεχομένου, μερικοί από τους οποίους μοιάζουν με τη μωσαϊκή νομοθεσία, αλλά οι περισσότεροι διαφέρουν σε ουσιώδη σημεία. Το ανάγλυφο δείχνει ότι ο Χαμουραμπί παίρνει όχι τη νομοθεσία, όπως συνήθως ερμηνεύεται, αλλά την εξουσία του από το θεό ήλιο Shamash. Επικυρώνει τη Βίβλο, διότι δείχνει ότι ένας νομικός κώδικας μπορούσε να γραφτεί ακόμη και σε λίθο (πρβλ. Δευτ. 27:8, 31:9· Ιη. Ναυή 8:31) και άρα, μπορούσε και ο Μωυσής να καταγράψει νόμους (15ος αι. π.Χ.), και διαψεύδει τους αρνητικούς κριτικούς (J. Wellhausen) που ισχυρίζονταν ότι δεν είχε ανακαλυφτεί η γραφή στην εποχή του Μωυσή, ούτε και η νομοθεσία της Πεντατεύχου μπορούσε να καταγραφεί. (Βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Ο κώδικας του Χαμουραμπί για τις λεγόμενες ομοιότητες με τη μωσαϊκή νομοθεσία. Πρβλ. D. Winton Thomas, Documents from the Old Testament times).

Μίνι ντοκιμαντέρ περί του κώδικα. (Smarthistory, Art History at Khan Academy).

Τοιχογραφία του Μπένι Χασάν γύρω στο 2000 π.Χ. Απεικονίζει Βεδουίνους Σημίτες (σαν τον Αβραάμ) να εισέρχονται στην Αίγυπτο. Επαληθεύει τη Βίβλο και διαψεύδει το Διόδωρο το Σικελιώτη που έλεγε ότι προ του 6ου π.Χ. αιώνα απαγορευόταν η είσοδος ξένων στην Αίγυπτο.

Το κρασί και η άμπελος υπήρχαν στην Αίγυπτο. Τούτο, επαληθεύει τη Βίβλο (Γεν κεφ. 40) και διαψεύδει τον Ηρόδοτο (Ευτέρπη § 77) που ισχυρίζεται ότι δεν καλλιεργούσαν αμπέλια στην Αίγυπτο.

Καλλιέργεια αμπελιών στην Αίγυπτο. Απεικόνιση σε τάφο της Userhêt.

Το «βιβλίο των Νεκρών» της αρχαίας Αιγύπτου, παρουσιάζει ενδιαφέρον διότι, μεταξύ άλλων, περιέχει αρνητικές ομολογίες νεκρών στην κρίση (π.χ., «δεν σκότωσα», «δεν έκλεψα», «δεν ψευδομαρτύρησα», κ.λπ.) που σχετίζονται με τις τελευταίες εντολές του Δεκαλόγου. Επικυρώνει την αρχαιότητα των Δέκα Εντολών, αλλά ταυτόχρονα μαρτυρεί και την υπεροχή του μωσαϊκού Δεκαλόγου που θέτει εντολή για τον πλησίον και μοναδικές εντολές (τέσσερις πρώτες) σχετικά με τον Θεό.

Το «βιβλίο των Νεκρών» της αρχαίας Αιγύπτου, παρουσιάζει ενδιαφέρον διότι, μεταξύ άλλων, περιέχει αρνητικές ομολογίες νεκρών στην κρίση (π.χ., «δεν σκότωσα», «δεν έκλεψα», «δεν ψευδομαρτύρησα», κ.λπ.) που σχετίζονται με τις τελευταίες εντολές του Δεκαλόγου. Επικυρώνει την αρχαιότητα των Δέκα Εντολών, αλλά ταυτόχρονα μαρτυρεί και την υπεροχή του μωσαϊκού Δεκαλόγου που θέτει εντολή για τον πλησίον και μοναδικές εντολές (τέσσερις πρώτες) σχετικά με τον Θεό.

Η εβραϊκή λέξη חָנִיךְ η οποία στους Ο΄ αποδίδεται ως «οἰκογενεῖς» είναι μοναδική και απαντά μόνο στο Γεν. 14:14. Σε εξωβιβλικά κείμενα, η ίδια λέξη έχει βρεθεί στα αιγυπτιακά Κείμενα Καταρών του 19ου π.Χ. αιώνα (προσδιορίζοντας ακόλουθους οπλαρχηγών) και στις πινακίδες της Taanach του 15ου π.Χ. αιώνα. Ταυτόχρονα, η αναφορά σε 318 άντρες είναι δείγμα ακρίβειας, καθώς οι επιστολές της Tel el Amarna μας πληροφορούν ότι αυτό περίπου, ήταν το μέγεθος μιας επιδρομικής εκστρατείας. Και αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν την αρχαιότητα του υλικού του βιβλίου της Γένεσης (βλ. W. F. Albright, The archaeology of Palestine, σελ. 237 και Robert Dick Wilson, Μια επιστημονική έρευνα της Παλαιάς Διαθήκης, σελ. 3, 4).

Η στήλη του Αιγυπτίου Φαραώ Μερνεφθά από το αιγυπτιακό μουσείο στο Κάιρο. Σ’ αυτήν μνημονεύεται με μια δόση κομπασμού, ότι ο «Ισραήλ στη Χαναάν κατεστράφη». Οι Χούρου (Χορραίοι της Βίβλου) έγιναν «χήρα» για την Αίγυπτο. Ένα άλλο δείγμα της ακρίβειας της Βίβλου, διότι οι Χορραίοι ως λαός δεν μνημονεύονται από αρχαίους ιστορικούς!

Τώρα, αν έκαναν τον κόπο να ενημερωθούν από σύγχρονα εγχειρίδια βιβλικής αρχαιολογίας, θα μάθαιναν ότι, εδώ και χρόνια οι αρχαιολόγοι έχουν φέρει σε φως τα ευρήματα της Μαρί και της Νουζί της Μεσοποταμίας, και της Έμπλα της Συρίας, τα οποία ρίχνουν φως στο πολιτιστικό υπόβαθρο των πατριαρχών και μαρτυρούν ότι, κάτοικοι των περιοχών αυτών στη 2η χιλιετία π.Χ., είχαν τα ίδια ονόματα (Αβραάμ, Ιακώβ κ.λπ.), ότι ο τάφος του Αβραάμ στο σπήλαιο Μαχπελάχ σώζεται μέχρι σήμερα, ότι το όνομα του Αβραάμ (μαζί με πολλές γνωστές βιβλικές πόλεις Μεγιδδώ, Γαβαών κ.λπ.), μνημονεύεται στον «αγρό του Αβραάμ», στο ανάγλυφο νίκης του Φαραώ Σισάκ (γ. 1000 π.Χ.), στο ναό του Καρνάκ (βλ. J. Finegan, Light from the Ancient Past, σελ. 91, 126).

Πήλινη πινακίδα που ανακαλύφτηκε στην Έμπλα από τον Ιταλό αρχαιολόγο Giovanni Pettinato κ.α. Οι πινακίδες της Έμπλα χρονολογούνται στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Ρίχνουν έμμεσο φως στην πατριαρχική εποχή. Αποκαλύπτουν ονόματα που ομοιάζουν με τα βιβλικά (π.χ., Η-σα-ούμ [Ησαύ], Ισμα-ιλούμ [Ισμαήλ] κ.α.).

Πινακίδα από την πόλη-κράτος Μαρί (Tell Hariri) της Μεσοποταμίας. Ο Γάλλος αρχαιολόγος André Parrot το 1933 ανακάλυψε στα ανάκτορα της πόλης 20.000 πήλινες πινακίδες, σε σφηνοειδή γραφή. Χρονολογούνται από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Στις πινακίδες μνημονεύονται ονόματα πόλεων όπως Φαλέγ, Σερούχ, Ναχώρ, Θάρα και Αρράν, ονόματα που υπήρχαν και στη Γένεση ως ονόματα συγγενών του Αβραάμ (11:7-26). Ο John Bright και άλλοι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι επικυρώνουν έμμεσα τις πατριαρχικές αφηγήσεις.

Η επιγραφή του Φαραώ Σισάκ (Sheshonk I) στο Καρνάκ. Περιέχει λίστα με πόλεις που κατέκτησε στις στρατιωτικές εκστρατείες του, μεταξύ των οποίων μνημονεύει και τον «αγρό του Αβραάμ» (πρβλ. 1 Βασ. 14:25, 26).

Καταπακτή μέσα στο τέμενος στη Χεβρών, η οποία οδηγεί στο χαμηλότερο επίπεδο της σπηλιάς Μαχπελάχ όπου ετάφη ο Αβραάμ και η Σάρρα.

Επιστολή της Tell el-Amarna υπ’ αριθμόν 161. Επιστολή του Aziru, ηγέτη της Amurru προς τον Φαραώ. Οι 382 επιστολές της Tell el-Amarna (περ. 1400 π.Χ.) μαρτυρούν ότι στην Παλαιστίνη δεν υπήρχε κεντρική εξουσία, αλλά πόλεις-κράτη-φρούρια αυτόνομα (ορισμένα φόρου υποτελή στην Αίγυπτο), που αντιμάχονταν μεταξύ τους—όπως παρουσιάζουν την εικόνα τα βιβλία Ιησούς του Ναυή και Κριτές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επιστολή υπ’ αριθμόν 286, 287 του ηγέτη Abdi-Heba από την Urušalim, δηλαδή την Ιερουσαλήμ (που οι Εβραίοι κατέλαβαν αργότερα με τον Δαυίδ), όπου καλεί σε βοήθεια τον Φαραώ λόγω της εισβολής των ‘Apiru ή Habiru (=μετακινούμενων φυλών, Εβραίων) (πρβλ. Αριθ. 13: 27, 28, Δευτ. 1:28 και James B. Pritchard, ANET, σελ. 487-489). Σημειωτέον, ότι η Ιερουσαλήμ ή Σαλήμ, ήταν γνωστή και σπουδαία πόλη από την εποχή του Αβραάμ, επί βασιλείας-ιερατείας του Μελχι-σεδέκ [Γεν. 14:18-20. Πρβλ. και το όνομα Αδωνί-σεδέκ βασιλιά Ιερουσαλήμ (Ιη. Ναυή 10:1)].

Η αρχαιότερη επιγραφή που βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ. Ανάγεται στον 14ο π.Χ. αιώνα και καταδεικνύει την σημαντική θέση που κατείχε η πόλη, πριν από την κατάληψή της από τον Δαβίδ.

Η αρχαιότερη επιγραφή που βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ. Ανάγεται στον 14ο π.Χ. αιώνα και καταδεικνύει την σημαντική θέση που κατείχε η πόλη, πριν από την κατάληψή της από τον Δαβίδ.

Ότι νεώτερα ευρήματα, εκτός από την επιγραφή Τελ-Δαν του 9ου π.Χ. αι., που μιλάει για τον «οίκο του Δαβίδ», και τη στήλη του Μεσά (8ος αι. π.Χ.), έχουν αποκαλύψει έργα οχύρωσης του Δαβίδ και του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ και αλλού, όπως στην Κιρμπέτ Κεγιάφα (βλ. φώτο και τα εκεί σχόλια).

Όσο για την Ναζαρέτ, εκτός που εμφανίζεται το όνομά της σε πινακίδα του 3ου αι. π.Χ. που ανακαλύφτηκε στην Καισάρεια το 1962, πρόσφατες ανασκαφές (2010-12), έφεραν στο φως ευρήματα από την Ναζαρέτ, σπίτια και τάφους, όχι μόνο του 1ου αι. μ.Χ., αλλά και παλαιότερα! [βλ. Karen Farrington, Ιστορικός Άτλας των Αγίων Τόπων, (2005) σ. 76, και Joseph M. Holden, Norman Geisler, The Popular Handbook of Archaeology and the Bible: Discoveries That Confirm the Reliability of Scripture (2013), σελ. 314-322)].

Η επιγραφή Τελ-Δαν. Μνημονεύει, μεταξύ άλλων, τον «οίκο του Δαυίδ». Μετά από αυτή την ανακάλυψη ο γνωστός μινιμαλιστής αρχαιολόγος Israel Finkelstein αναγνώρισε ότι «οι θεωρίες των μηδενιστών για την Αγία Γραφή κατέρρευσαν μέσα σε μια νύχτα».

Ανασκαφές στην Κιρμπέτ Κεγιάφα κατέδειξαν δραστηριότητα μιας πολυσύνθετης ιουδαϊκής κοινωνίας του 10ου π.Χ. αιώνα. Αυτό αντικρούει τους ισχυρισμούς των «μινιμαλιστών» αρχαιολόγων ότι ο Δαυίδ ήταν ένας απλός φύλαρχος.

Ανασκαφές στην Κιρμπέτ Κεγιάφα κατέδειξαν δραστηριότητα μιας πολυσύνθετης ιουδαϊκής κοινωνίας του 10ου π.Χ. αιώνα. Αυτό αντικρούει τους ισχυρισμούς των «μινιμαλιστών» αρχαιολόγων ότι ο Δαυίδ ήταν ένας απλός φύλαρχος.

Αριστερά απεικονίζεται η περιοχή που βρισκόταν η πόλη του Δαυίδ. Ο ναός ήταν χτισμένος στην επίπεδη έκταση στο βάθος. Στα δεξιά είναι η ηλεκτρονική απεικόνιση της αρχαίας πόλης του Δαυίδ και του ναού του Σολομώντα.

Αριστερά απεικονίζεται η περιοχή που βρισκόταν η πόλη του Δαυίδ. Ο ναός ήταν χτισμένος στην επίπεδη έκταση στο βάθος. Στα δεξιά είναι η ηλεκτρονική απεικόνιση της αρχαίας πόλης του Δαυίδ και του ναού του Σολομώντα.

Η στήλη του Μεσά ή Μωαβιτική Λίθος. Αναφέρεται στο βασίλειο του Αμρί και στον «οίκο του Δαβίδ». Σ’ ορισμένα σημεία είναι ευδιάκριτο το ιερό τετραγράμματο ΓΧΒΧ.

Η στήλη του Μεσά ή Μωαβιτική Λίθος. Αναφέρεται στο βασίλειο του Αμρί και στον «οίκο του Δαβίδ». Σ’ ορισμένα σημεία είναι ευδιάκριτο το ιερό τετραγράμματο ΓΧΒΧ.

Ρόδι από το ναό του Σολομώντα (8ος αι. π.Χ.) (ανακατασκευή). Ανακαλύφτηκε το 1979 από τον André Lemaire. Έχει ύψος 4,3 cm. Στα δεξιά φαίνεται η εβραϊκή επιγραφή που φέρει: «Ανήκει στον οίκο του ΓΧΒΧ (βλ. Έξ. 28:34· πρβλ. Δευτ. 8:8).

Ρόδι από το ναό του Σολομώντα (8ος αι. π.Χ.) (ανακατασκευή). Ανακαλύφτηκε το 1979 από τον André Lemaire. Έχει ύψος 4,3 cm. Στα δεξιά φαίνεται η εβραϊκή επιγραφή που φέρει: «Ανήκει στον οίκο του ΓΧΒΧ (βλ. Έξ. 28:34· πρβλ. Δευτ. 8:8).

Στα 64 όστρακα της Σαμάρειας (8ος π.Χ. αι.) που ανακαλύφτηκαν το 1910 μ.Χ., μεταξύ άλλων σώζονται 7 από τα ονόματα των φυλετικών ομάδων που αναφέρονται στους Αριθμούς 27:1-7. Παρέχουν έναν εξωβιβλικό σύνδεσμο ανάμεσα στις φυλετικές ομάδες του Μανασσή και στη γη όπου η Γραφή δηλώνει ότι εγκαταστάθηκαν (βλ. NIV Archaeological Study Bible, σελ. 550).

Πρίσμα του Εσαρχαδδών. Φυλάσσεται στο Βρετανικό μουσείο. Ένα από τα χρονικά του Εσαρχαδδών, επαληθεύει τη Βίβλο που λέει ότι ο Σενναχειρείμ δολοφονήθηκε από τους δύο γιους του Αδραμέλεχ και Σαρασάρ (2 Βασ. 19:37· Ησ. 37: 37, 38) και διαψεύδει τον Βαβυλώνιο βασιλιά Ναβονίδη (6ος αι. π.Χ.) και τον ιστορικό Βηρωσσό (3ος αι. π.Χ.) που λένε ότι δολοφονήθηκε μόνο από ένα γιο!

Κατοικία της εποχής του Ιησού ανακαλύπτεται στην καρδιά της Ναζαρέτ (21/12/2009). Η Ναζαρέτ, όπως έδειξαν οι ανασκαφές, υπήρχε από την εποχή του χαλκού! Μνημονεύεται και σε μια επιγραφή της Καισάρειας που ανακαλύφτηκε το 1962. Μια επιγραφή, επίσης, στη λατινική που ανακαλύφτηκε το 1932 στη Ναζαρέτ, χρονολογείται στους χρόνους του Κλαυδίου (βλ. Nazareth Inscription).

Κατοικία της εποχής του Ιησού ανακαλύπτεται στην καρδιά της Ναζαρέτ (21/12/2009). Η Ναζαρέτ, όπως έδειξαν οι ανασκαφές, υπήρχε από την εποχή του χαλκού! Μνημονεύεται και σε μια επιγραφή της Καισάρειας που ανακαλύφτηκε το 1962. Μια επιγραφή, επίσης, στη λατινική που ανακαλύφτηκε το 1932 στη Ναζαρέτ, χρονολογείται στους χρόνους του Κλαυδίου (βλ. Nazareth Inscription).

Τάφος του 1ου αι. μ.Χ. στη Ναζαρέτ. Κατά τους αρχαιολόγους, βρίσκεται στην αυλή σπιτιού που πιθανολογείται ότι μεγάλωσε ο Ιησούς. Τέτοιου είδους τάφοι υπήρχαν μόνο τον 1ο αι. μ.Χ. Παρόμοιος ήταν ο λίθος που κάλυπτε την είσοδο του τάφου του Ιησού και μετακινήθηκε στην ανάσταση (Μρκ. 16:3· Ματθ. 28:2· Λουκ. 24:2· Ιωάν. 20:1). (Βλ. BAR, March-April 2015, σελ. 54-63, Has Jesus’ Nazareth House Been Found?).

4. Ο Ιησούς ως προφήτης: Απέτυχε;

Κάποιοι απ’ αυτούς τους κριτικούς, με τη φλυαρία τους και το αντιχριστιανικό μένος τους, προσπαθούν μέσα στις ιστοσελίδες τους, να αποδείξουν ότι ο Ιησούς Χριστός έκανε λάθος στις προρρήσεις του για την Ιερουσαλήμ και το τέλος του κόσμου! Έτσι, φυσικά, δεν μπορούσε να είναι αλάνθαστος Υιός Θεού, μεσσίας και προφήτης, όπως τον πιστεύουν και τον αποδέχονται οι Χριστιανοί ανά τους αιώνες. Ως κύριο επιχείρημα, αναφέρουν τα λόγια του Ιησού, «οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ» (Μρκ. 13:2) που είπε αναφερόμενος στα λαμπρά κτήρια και τις οικοδομές του ναού του Ηρώδη, όταν του τα έδειξαν οι μαθητές του με θαυμασμό. Ισχυρίζονται ότι, η ύπαρξη του τείχους των Θρήνων, όπου μέχρι σήμερα πηγαίνουν οι Ιουδαίοι και προσεύχονται και θρηνούν, διαψεύδει τα λόγια του Ιησού! Αγνοούν βεβαίως, δυο τινά: Πρώτον, ότι ο Ιησούς μίλησε με μία γενική έκφραση που σημαίνει τίποτα δεν θα μείνει όρθιο, όλα θα καταστραφούν, όπως λέμε και σήμερα. Δεύτερον, ότι οι μεγάλοι λίθοι του τείχους των Θρήνων, δεν αποτελούν μέρος κάποιου ναού που υπήρχε προ του 70 μ.Χ., αλλά τείχος αντιστηρίξεως οικοδομικού έργου του Ηρώδη, που δεν είχε σχέση με τον κυρίως ναό!

Τα λόγια του Ιησού δεν θα μείνει «λίθος επί λίθον» όπως διαβεβαιώνει, ο μη χριστιανός ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος (Ιουδ. Πολ. V, 5, 6[2] και VII, 1, 1[3]), εκπληρώθηκαν στο πλήρες. Ο Ιώσηπος μας πληροφορεί ότι τόσο ολοκληρωτικά κατεστράφη η περιοχή του ναού σε βαθμό που, όποιος επισκέπτονταν την πόλη, δεν θα πίστευε ότι είχε κάποτε κατοικηθεί! Το 1968, σε ανασκαφές, ανακαλύφθηκαν πολλές τεράστιες πέτρες-λίθοι του ναού σκόρπιες… Ο ναός κατεστράφη ολοσχερώς το 70 μ.Χ. και δεν ανοικοδομήθηκε εις πείσμα του Ιουλιανού που παρότρυνε τους Ιουδαίους να τον ξαναχτίσουν! Στο πλήρες, εκπληρώθηκαν επίσης οι προρρήσεις του Ιησού για την τύχη της Ιερουσαλήμ και την σφαγή των Ιουδαίων, που θα αιχμαλωτίζονταν και θα διασκορπίζονταν σ’ όλα τα έθνη, και την καταπάτηση της Ιερουσαλήμ από πολλά έθνη «ἄχρι οὗ πληρωθῶσιν καιροὶ ἐθνῶν» (Λκ. 21:20-24). Όποιος γνωρίζει από ιστορία, μπορεί να πληροφορηθεί επαρκώς, για το αν εκπληρώθηκαν αυτά τα λόγια, αφού η έκφραση «περιπλανώμενος Ιουδαίος» υπάρχει μέχρι και σήμερα, και η Ιερουσαλήμ ήρθε σε ισραηλινή κατοχή μετά το 1948 μ.Χ., αφού κατακτήθηκε πάνω από 30 φορές από διαφορετικά έθνη [Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Πέρσες, Άραβες, σταυροφόροι, Τούρκοι, κ.λπ. (Βλ. Simon Montefiore, Ιερουσαλήμ: Η βιογραφία)].

Παρεμπιπτόντως, αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. εκπλήρωσε όχι μόνο τα παραπάνω προφητικά λόγια του Ιησού Χριστού, αλλά και την προφητεία του προφήτη Μιχαία του 7ου αιώνα π.Χ., που προφήτευσε ότι η Σιών «ὡς ἀγρὸς ἀροτριαθήσεται, καὶ Ιερουσαλημ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἔσται καὶ τὸ ὄρος τοῦ οἴκου ὡς ἄλσος δρυμοῦ» (3:12). Αλλά επίσης και την προφητεία του Δανιήλ (9:26), που προείπε ότι «την πόλη και τον άγιο τόπο» θα την κατέστρεφε ο λαός κάποιου ηγουμένου που, σύμφωνα με όλους τους ερμηνευτές και τα γεγονότα, ήταν ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος, με τα στρατεύματά του, τα οποία παρά τη δική του θέληση και διαταγή, πυρπόλησαν και κατέστρεψαν το ναό (Ιωσήπου Ιουδ. Πόλεμος, VI, 409-412)[4]. Ο Τίτος μάλιστα παρατήρησε: «Σὺν θεῷ γε ἐπολεμήσαμεν», διότι, ο Θεός εκδίωξε τους Ιουδαίους από τα οχυρώματα, αφού οι πολιορκητικές μηχανές μας ήταν ανίσχυρες μπροστά τους! Ο Τίτος, αγνοώντας την προφητεία του Ιησού (Λουκ. 19:43), οικοδόμησε ένα τείχος με αιχμηρούς πασσάλους γύρω από την Ιερουσαλήμ για να στερήσει κάθε ελπίδα διαφυγής στους Ιουδαίους, εκπληρώνοντας έτσι την προφητεία! Σημειώνω ότι τα ίδια λέει περίπου και ο ιστορικός Τάκιτος για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ (Ιστορίες, V, x, xii-xiii)[5], και αυτό, για να μην τυχόν θεωρήσει κάποιος υποβολιμιαία ή ύποπτη τη μαρτυρία του μη χριστιανού, Ιουδαίου Ιώσηπου. Ο Ιησούς επίσης, προειδοποίησε, «οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις» τις ημέρες πολιορκίας της Ιερουσαλήμ, υπαινισσόμενος τις φοβερές συνθήκες που θα επικρατούσαν από το λιμό κ.λπ. και ο Ιώσηπος μνημονεύει ότι από την πείνα ο λαός αναγκάστηκε να τρώει δέρματα και κοτσάνια, ενώ σε μια περίπτωση κάποια μητέρα έψησε και έφαγε τον γιο της! (Ιουδ. Πόλεμος, VI, 193-213). Αυτό το αποτρόπαιο, φρικιαστικό γεγονός, εκπλήρωσε όχι μόνο τις έμμεσες αναφορές του Ιησού, αλλά και την προφητεία του Μωυσή (Δευτ. 28:53, 55· πρβλ. Θρήνοι 2:20, 4:10) που προέβλεπε ότι σε περίπτωση αποστασίας του λαού Ισραήλ, θα τους επέρχονταν συμφορές τέτοιες, που θα έτρωγαν και τα ίδια τους τα παιδιά!

Όλα τα λόγια του Ιησού Χριστού εκπληρώθηκαν, πλην της προφητείας της Β΄ παρουσίας του, μέσα σε μία γενιά (33-70 μ.Χ.), μέσα σε 40 χρόνια περίπου, γιατί αυτή ήταν η γενεά που είδε τα σημεία που προηγήθηκαν της καταστροφής: πόλεμοι, πείνες, σεισμοί, λοιμοί, λιμοί κ.λπ. (βλ. George R. Beasley-Murray, Jesus and the Last Days: The Interpretation of the Olivet Discourse, σελ. 444).

Arch of Titus
Η αψίδα του Τίτου.
Αψευδής μάρτυρας της εκπλήρωσης των λόγων του Ιησού.

Rom, Titusbogen, Triumphzug 3.jpg

Μεταφορά λαφύρων από την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ (70 μ.Χ.).
Διακρίνονται η επτάφωτος λυχνία
και το τραπέζι των άρτων της προθέσεως,
πάνω στο οποίο βρίσκονται οι ιερές σάλπιγγες.
Αναπαράσταση στην αψίδα του Τίτου.

Μίνι ντοκιμαντέρ περί της αψίδας. (Smarthistory, Art History at Khan Academy).

Νόμισμα του Βεσπασιανού το οποίο εξεδόθη ως αναμνηστικό της καταστροφής της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. Η επιγραφή στην πίσω πλευρά γράφει: «IVDEA CAPTA», δηλαδή, «η Ιουδαία κατακτήθηκε». Ανήκει στα λεγόμενα Judaea Capta νομίσματα.

Νόμισμα του Βεσπασιανού το οποίο εξεδόθη ως αναμνηστικό της καταστροφής της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. Η επιγραφή στην πίσω πλευρά γράφει: «IVDEA CAPTA», δηλαδή, «η Ιουδαία κατακτήθηκε». Ανήκει στα λεγόμενα Judaea Capta νομίσματα.

5. Επιστήμη και Βίβλος

Πολύ θόρυβο δημιουργούν οι αρνητές γύρω από το θέμα επιστήμη και Βίβλος. Υποστηρίζουν ότι η Αγία Γραφή βρίθει από επιστημονικά σφάλματα, απόδειξη της μη θεοπνευστίας της και του μυθολογικού τάχα περιεχομένου της. Για να αντικρουστούν λέξη προς λέξη τα εσφαλμένα επιχειρήματά τους, θα χρειάζονταν ίσως όχι σελίδες αλλά τόμοι. Εδώ αρκούμαι να πω λίγα πράγματα για το βαρύ πυροβολικό τους, την επίθεση εναντίον του 1ου κεφαλαίου της Γένεσης.

Σε αντίθεση με τα άλλα ιερά βιβλία που δεν μπορούν να σταθούν με βάση τα επιστημονικά δεδομένα και τα οποία αδιαφορούν για την πραγματικότητα, αφού διδάσκουν πράγματα είτε αντεπιστημονικά, είτε μη υποκείμενα σε επιστημονική επαλήθευση ή διάψευση (π.χ. Ινδουισμός με τη διδασκαλία προΰπαρξης ψυχών και Βουδισμός, με τη μετενσάρκωση), η Βίβλος, χωρίς να είναι επιστημονικό εγχειρίδιο, γνωρίζει σημαντικές επιστημονικές αρχές και γεγονότα, που όχι μόνο δεν συγκρούονται με την επιστήμη αλλά εναρμονίζονται με αυτήν. Βεβαίως, κατά καιρούς φαίνεται ότι έχει συγκρουσθεί· αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο είτε για παρερμηνεία του περιεχόμενου της Βίβλου (καθολική εκκλησία-Γαλιλαίος), είτε για θεωρίες που επιστημονικά δεν επαληθεύονται (Δαρβίνος κ.α.). Ο άνθρωπος που πιστεύει ότι η Βίβλος συγκρούεται με την επιστήμη, είναι ή πολύ νέος στην επιστήμη, ή αγνοεί τελείως τη Βίβλο. Η Βίβλος μπορεί να συγκρούεται με φιλοσοφίες και θεωρίες, όχι όμως με επιστημονικές αρχές. Μπορεί να χρησιμοποιεί προ-επιστημονική γλώσσα και κατά το φαινόμενον, αλλά αποφεύγει τα σφάλματα των συγχρόνων της επιμελώς. Και ενίοτε υπερβαίνει τις γνώσεις της εποχής της! Ο Γαλιλαίος που λόγω προκατάλυψης και άγνοιας υπέστη διωγμό από την καθολική ιεραρχεία είπε: «Τόσο η Αγία Γραφή όσο και η φύση προέρχονται από το θεϊκό Λόγο… Δύο αλήθειες ποτέ δεν μπορούν να αντιφάσκουν μεταξύ τους». Και ακόμη, σ’ επιστολή που έγραψε στη Χριστίνα της Λοραίνης σημείωσε: «Η Αγία Γραφή δεν μπορεί ποτέ να ψεύδεται, με την προυπόθεση βέβαια ότι έχουμε διεισδύσει στο αληθινό της νόημα, το οποίο είναι συχνά κρυμμένο και πολύ διαφορετικό από εκείνο που υποδυκνείει η απλή ερμηνεία των λέξεων».

Για του λόγου το αληθές αναφέρω μερικά παραδείγματα. Η διδασκαλία της δημιουργίας του κόσμου και της κτιστότητας της φύσης και της φθαρτότητας του κόσμου, συμφωνεί με τη βασική επιστημονική αρχή της διατηρήσεως και υποβαθμίσεως της ενέργειας (1ος και 2ος θερμοδυναμικός νόμος, νόμος της εντροπίας). Οι επιστήμονες άλλωστε μιλούν για αρχή του σύμπαντος και της ύλης και άρα για δημιουργία (Big Bang) του κόσμου. Όπως είπε ο Arthur Compton (Νόμπελ Φυσικής, 1927) ένα εύτακτα εκτυλισσόμενο σύμπαν πιστοποιεί την αλήθεια της πιο μαγευτικής δηλώσεως που εκφράστηκε ποτέ, «εν αρχή εποίησεν ο Θεός».

Στο Γένεσης 1:1, 2, υπάρχουν συμπυκνωμένες οι 5 βασικές έννοιες του χωρο-χρόνου, της ύλης, της δύναμης και της κίνησης. «Εν ἀρχῇ (χρόνος) ἐποίησεν ὁ θεὸς (δύναμη) τὸν οὐρανὸν (χώρος-διάστημα) καὶ τὴν γῆν (ύλη)… Πνεῦμα θεοῦ ἐπεφέρετο (κίνηση) ἐπάνω τοῦ ὕδατος.

Από άλλη άποψη, ο πρώτος στίχος της Βίβλου περικλείει την προσωπικότητα (Θεός), την οντολογία και την ιστοριοκρατία [«εποίησε», χρόνος (Μ. Μπέγζος)].

Η αφήγηση της Δημιουργίας (Γεν. 1, 2) παρόλο που έχει θεοκεντρικό χαρακτήρα, είναι στα ουσιώδη σημεία της επιστημονικά ορθή. Παρουσιάζει τις ημέρες-φάσεις της δημιουργίας με τρόπο ορθολογικό και, δεν έχει καμία σχέση με της κοσμογονίες των Αιγυπτίων, Βαβυλωνίων κ.λπ., που έχουν πρώτα θεογονία και μετά κοσμογονία, και λένε ότι οι άνθρωποι εμφανίστηκαν από τα «δάκρυα του Ρα» (Αιγύπτιοι) ή το αίμα του θεού Κινγκού (Βαβυλώνιοι) κ.λπ. Ακόμα, δείχνοντας ότι ο Θεός εδημιούργησε τη ζωή, είναι σύμφωνη με την αρχή της βιογένεσης που λέγει ότι η ζωή προέρχεται μόνο από ζωή (Louis Pasteur), και ούτω καθ’ εξής. Η σύγχρονη κοσμολογία και η επιστήμη έχουν καταλήξει ακόμη στη λεγόμενη «ανθρωπική αρχή», σύμφωνα με την οποία οι τέσσερις φυσικές σταθερές (βαρύτητα, ηλεκτρομαγνητισμός, ασθενής πυρηνική δύναμη, ισχυρή πυρηνική δύναμη) υπάρχουν έτσι κατασκευασμένες, ώστε να είναι παρούσες τόσο στο σύμπαν όσο και στις δομές του ατόμου, ώστε αν κατά ένα ασήμαντο κλάσμα άλλαζαν, δεν θα υπήρχε ζωή, ούτε άνθρωπος πάνω στη γη! Η Βίβλος ομιλεί για «νόμους του ουρανού» (Ιώβ 38:33· Ιερ. 31:35, 33:25) κι αυτούς τους νόμους ανακάλυψαν επιστήμονες στους περασμένους αιώνες (Κοπέρνικος, Κέπλερ, Νεύτων, κ.α.). Στο βιβλίο του Εκκλησιαστή γίνεται λόγος για τον υδρολογικό κύκλο και τον κύκλο των ανέμων, πριν οι επιστήμονες τους ανακαλύψουν (Εκ. 1:6, 7· πρβλ. Αμώς 9:6). Στο θαυμάσιο βιβλίο του Ιώβ, βρίσκουμε πολλές επιστημονικές αναφορές και νύξεις σε θέματα αστρονομίας (38:7, 13, 14), μετεωρολογίας (28:25, 26), φυσικής (28:25) και υδρολογίας (36:27-30)(πρβλ. Hug Ross, Hidden Treasures in the Book of Job). Κάποιο θέλησαν να βρουν «βιολογικά λάθη» στη Βίβλο, αλλά οι προσπάθειές τους έπεσαν στο κενό (βλ. Eric Lyons, Did the Bible Writers Commit Biological Blunders?)

Επί πλέον, στη Βίβλο, ο Γιαχβέ εμφανίζεται (ανθρωπομορφικά βέβαια), να δημιουργεί τον κόσμο, να ομιλεί, να διατάζει, να επιθεωρεί το έργο του και να το χαρακτηρίζει «καλό λίαν» (Γεν. 1· πρβλ. 1 Τιμ. 4:1-5). «Αυτή η κρίση... μπορεί να είναι η πιο σημαντική που θα μπορούσε να καταγραφεί απ’ το ανθρώπινο πνεύμα. Και τούτο διότι, αποτελεί μια ριζική απομάκρυνση από τις φιλοσοφίες των αρχαίων Ελλήνων και των Ινδών, που θεωρούσαν την ύλη κάτι το βάρβαρο που καταστρέφει κάθε τι που αγγίζει» (Huston Smith, σελ. 182). Η άποψη ότι η φύση είναι καλή και συνάμα ένα πεδίο για την ανάπτυξη σημαντικής προσπάθειας, από μέρος του ανθρώπου, ήταν κάτι που προοριζόταν να φέρει καρπούς και γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που η σύγχρονη επιστήμη πρωτοεμφανίστηκε στο Δυτικό κόσμο (Για περισσότερα βλ. Peter Harrison, The Bible, Protestantism, and the Rise of Natural Science, 1998· The Cambridge Companion to Science and Religion, 2010, καθώς και το μετεφρασθέν στα ελληνικά βιβλίο του ιστορικού της επιστήμης Peter Harrison, Η Πτώση και η Ανάδυση της Επιστήμης , 2016 ). Αλλά για το θέμα αυτό, ασφαλώς χρειάζεται ευρύτερη ανάπτυξη που εδώ δεν μπορεί να γίνει. Για περισσότερες πληροφορίες ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί το βιβλίο του Ray Comfort, Scientific Facts in the Bible: 100 Reasons to Believe the Bible is Supernatural in Origin, το συνοπτικό άρθρο του αστρονόμου Dr. Hugh Ross, Biblical Forecasts of Scientific Discoveries (εδώ στα ελληνικά) και Δ. Τσινικόπουλου, Γιατί η Βίβλος υπερέχει από τα άλλα ιερά βιβλία θρησκειών;

6. Είναι η Βίβλος βιβλίο σεξιστικό και αντιφεμινιστικό;

Διαφορετικού είδους επίθεση εναντίον της Βίβλου, γίνεται από σκεπτικιστές και κάποιους νεοπαγανιστικούς και φεμινιστικούς κύκλους, που βλέπουν την Αγία Γραφή ως βιβλίο πατριαρχικό, με δομές καθαρά ανδροκρατικές—ότι τάχα η Βίβλος είναι βιβλίο σεξιστικό, αντιφεμινιστικό και μισογυνικό. Γιατί όλα αυτά; Διότι, επισημαίνουν ότι, σύμφωνα με τη Βίβλο (Γεν. 2:18), η γυναίκα η Εύα, πλάστηκε για να είναι βοηθός του Αδάμ, "τσιράκι" του, δηλαδή, από τη μια πλευρά του, (άρα δεν έχει αυτοτέλεια, δική της υπόσταση, οντότητα ως ανθρώπινο ον), και γιατί, η γυναίκα στην Παλαιά Διαθήκη, δεν παίζει κανένα ρόλο στην κοινωνία του Ισραήλ, αλλά είναι υποδεέστερη του άντρα, ιδιοκτησία του, τρόπον τινά, και γιατί ακόμη, και μέσα στην Καινή Διαθήκη, υπάρχουν σελίδες σεξιστικές, υποβιβασμού της γυναίκας, ιδιαίτερα από τον μεγάλο μισογύνη τον απ. Παύλο, ο οποίος διδάσκει ότι η γυναίκα πρέπει να υποτάσσεται στον άντρα! (Εφ. 5:24). Κατ’ αυτούς ο μόνος καλός με τις γυναίκες, ήταν ο Χριστός, που είχε μαθήτριες… Αλλά τον έφαγε ο Παύλος στη στροφή..., αφού αυτός διέδωσε το δικό του Χριστιανισμό!

Όλες αυτές οι αιτιάσεις και οι κατηγορίες και τα φληναφήματα, έχουν απαντηθεί και ανασκευασθεί πλήρως από τους ειδικούς ερευνητές και τους χριστιανούς λόγιους κατά καιρούς, αλλά οι σοβαροφανείς κριτικοί μας, εξακολουθούν να θέλουν να αγνοούν τις απαντήσεις και τα δεδομένα.

Θα αρκεστώ εδώ σε λίγα λόγια, και σε μερικές μόνο παρατηρήσεις, γιατί, αν θελήσουμε να κάνουμε πολλές, θα θέλαμε αρκετές σελίδες, αλλά και πάλι με αμφίβολα αποτελέσματα για τους δοκησίσοφους αρνητές μας. Όσα γράφονται, γράφονται για τους καλόπιστους ερευνητές.

Κατ’ αρχάς, δεν ευθύνεται καθόλου και σε τίποτα η Βίβλος, για τις όποιες κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν όταν έγραφαν οι συγγραφείς τους. Η Βίβλος, δεν είναι ένα ανδροκρατικό βιβλίο, αλλά προέρχεται από ανθρώπους που έζησαν σε πατριαρχικές-ανδροκρατικές κοινωνίες με τα ανάλογα ήθη-έθιμα-πολιτισμό. Εύλογο ήταν, τα άτομα αυτά να λειτουργούσαν σ’ αυτά τα πλαίσια. Και ορισμένες ρυθμίσεις να γινόταν κατ’ ανοχήν, και κατ’ «οικονομίαν». Εκείνο που έχει σημασία είναι το ουσιαστικό θρησκευτικό μήνυμα και όχι οι κοινωνικές συνθήκες.

Ξεκινώντας από τη δημιουργία της Εύας, παρατηρούμε ότι σύμφωνα με το Γεν. 1:28, «άρσεν και θήλυ εποίησε ο Θεός», κατ’ εικόνα Του, και τους ευλόγησε και τους δύο, αδιακρίτως. Αλλά, σύμφωνα με το εβραϊκό κείμενο, η δημιουργία της Εύας, γίνεται για να είναι η γυναίκα όχι ένα τσιράκι του Αδάμ, για τη δική του εξυπηρέτηση και απόλαυση, αλλά ισοδύναμη σύντροφός του. Η μετάφραση των Ο΄, λέγει, «θα κάνω βοηθόν κατ’ αυτόν», αλλά μια πιο ακριβής μετάφραση της εβραϊκής λέξης ezer kenegdo, σύμφωνα με τον ειδικό εβραιολόγο R. David Freedman, σημαίνει «κατ’ αντιστοιχίαν του Αδάμ», αφού κατά τα προηγούμενα εδάφια ο Αδάμ, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τα ζώα (βλ. Woman, a power equal to a man, Biblical Archaeology Review, 1983, σελ. 56-58). Αυτό σημαίνει ότι η Εύα, πλάστηκε κατ’ αντιστοιχία-ισοδυναμία του Αδάμ, ως σύντροφος-βοηθός του, και όχι ως τσιράκι του…

Ακόμα, και η λέξη βοηθός, αυτή καθ’ αυτή, δεν είναι υποτιμητική για τη γυναίκα, γιατί την ίδια λέξη χρησιμοποιούν οι βιβλικοί συγγραφείς γα τον Θεό που τον χαρακτηρίζουν «βοηθό του Ισραήλ», πάνω από 30 φορές! Είναι υποδεέστερος του Ισραήλ, ο βοηθός Θεός του; Ο Ιησούς είπε στους μαθητές του ότι θα έστελνε άλλον παράκλητο (=βοηθό) για να τους στηρίξει και να τους υποβοηθήσει, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα (Ιωάν. 15:16). Υπολάμβαναν οι πρώτοι χριστιανοί το Άγιο Πνεύμα κατώτερο απ’ αυτούς;

Πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι η δημιουργία της Εύας από την «πλευρά του Αδάμ», –ένα είδος κλωνισμού–, δεν δηλώνει κατ’ ανάγκην υποτίμηση της γυναίκας, αλλά όπως παρατηρεί ο παλαιοδιαθηκολόγος R. K. Harrison η εβραϊκή λέξη που μεταφράζεται πλευρά, σημαίνει περισσότερο στοιχείο, μαγιά, υλικό (βλ. Introduction to the Old Testament, σελ. 555). Με άλλα λόγια, σημαίνει ότι ο Θεός πήρε στοιχεία της βιολογικής προσωπικότητας του Αδάμ, και όχι κατά γράμμα σκελετική πλευρά, κι αυτό έγινε για να φανεί η οργανική και πνευματική ενότητα του αρχικού ζεύγους. Αυτό εννόησε και ο ίδιος ο Αδάμ, γι’ αυτό και ανεφώνησε, χωρίς να γνωρίζει το πώς δημιουργήθηκε ακριβώς η Εύα, «οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εις της σαρκός μου», δηλαδή, αυτή βγήκε από μένα, από τον εαυτό μου! Η γυναίκα υποτάσσεται στον άντρα για πρώτη φορά μετά την αμαρτία τους και ως συνέπεια της αμαρτίας, ο δε Θεός το προλέγει (Γεν. 3:16). Συνεπώς, όπως ορθά σημειώνει ο David Atkinson, «οι υποστηρικτές της ανδρικής υπεροχής και εξουσίας θα πρέπει να βρουν υποστήριξη κάπου αλλού παρά στο Γεν. κεφ. 2 (The Message of Genesis 1-11, ed. J. A. Mother, 1990, σελ. 69).

Στον αρχαίο Ισραήλ, βεβαίως, σε μια ανδροκρατική κοινωνία, εκ των πραγμάτων, η γυναίκα έπαιζε κατώτερο κοινωνικό-οικονομικό ρόλο από αυτόν του άντρα. Υπήρχε «κατ’ οικονομίαν», καθεστώς πολυγυνίας, όπως συνέβαινε σ’ όλα τα αρχαία έθνη, αλλά ρυθμιζόταν ειδικά (Έξ. 21:10, Δευτ. 21: 15-17) υπέρ της προστασίας της γυναίκας (πρβλ. Laure Aynard, La Bible au féminin). Παρ’ όλα αυτά, η γυναίκα είχε πολλά δικαιώματα. Ετιμάτο ως μητέρα, «τιμά τον πατέρα σου και τη μητέρα σου» ήταν η 5η εντολή, («φύλαττε το νόμο της μητρός σου», συμβουλεύει ο Παροιμιαστής 1:8), συμμετείχε ελεύθερα στη θεία λατρεία, (Δευτ. 4:10· 31:12· Νεεμ. 8:2, 8), είχε ελευθερία λόγου ενώπιον αρχόντων και λαού (π.χ. Μαριάμ, αδελφή του Μωυσή), μπορούσε να προφητεύει και να αναγγέλλει στους ανθρώπους και στους ιερείς και στον βασιλιά τον λόγο του Θεού (π.χ. προφήτισσα Όλδα, 2 Βασ. 22:12 επ.). Και πάνω απ’ όλα, είχε κάτι το πρωτάκουστο—είχε δικαιοπρακτική ικανότητα! Μπορούσε με δική της πρωτοβουλία να διευθύνει δική της επιχείρηση και ν’ αγοράσει ακίνητο («θεωρεί αγρόν και αγοράζει αυτόν», Παρ. 31:11, 16, 24) κάτι, που δεν έγινε ποτέ σε καμία αρχαία νομοθεσία και αρχαία κοινωνία, αλλά μόνο στα πρόσφατα χρόνια, μέσα στον 20ό αιώνα, οι ευρωπαϊκές νομοθεσίες το προέβλεψαν, και ρυθμίζουν κάτι τέτοιο, εν’ ονόματι της εξίσωσης των δύο φύλων!

Επιπλέον, για όσους υποστηρίζουν τη δουλικότητα τάχα της γυναίκας έναντι του άνδρα στους βιβλικούς χρόνους, ας μας δείξουν μια γυναίκα σ’ ολόκληρη την αρχαιότητα και, ιδιαίτερα, στην αρχαία Ελλάδα που θα μπορούσε να ηγηθεί στρατού! (π.χ. Ασπασία, Φρύνη κ.λπ.). Αυτό όμως το έκανε η προφήτισσα Δεββώρα, στην εποχή των κριτών, μαζί με τον κριτή Βαράκ! (Κρ. κεφ. 4). Η θέση της γυναίκας στον αρχαίο Ισραήλ, ήταν για οικονομικοκοινωνικούς λόγους κατώτερη του άντρα, αλλά η καλύτερη απ’ όλες τις άλλες αρχαίες κοινωνίες (Για περισσότερα βλ. Π. Σιμωτά, Aπό τον κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης, σελ. 17· Δ. Καϊμάκη, Οι θεσμοί της Παλαιάς Διαθήκης, σελ. 65-68· Σ. Αγουρίδη, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης , σελ. 305 επ.). Μόνο στην αρχαία Σπάρτη και την Αίγυπτο η γυναίκα απολάμβανε κάποια προνόμια. Όλη η αρχαιότητα ήταν άκρως σεξιστική. Αν γινόταν κάποιες διακρίσεις στον αρχαίο Ισραήλ, γινόταν πάντα προς προστασία των γυναικών από τους άντρες και όχι για υποδούλωσή τους!

Ερχόμενοι τώρα στα χρόνια του Χριστού, βλέπουμε ότι, ο Ιησούς σ’ αντίθεση με τους ραβίνους της εποχής του, ασφαλώς εξύψωσε τη θέση της γυναίκας (όπως και των παιδιών), αφού είχε κύκλο μαθητριών (Λου. 8:1 επ.) με επικεφαλής τη μεγαλύτερη σε ηλικία (περίπου 50-60 ετών), Μαρία τη Μαγδαληνή (βλ. Sanders, E. P., Το πρόσωπο του ιστορικού Ιησού ). Ο Ιησούς υπήρξε ο μόνος αρχαίος δάσκαλος με κύκλο μαθητριών, χωριστά από τους 12. Αλλά, μέσα στο στενό κύκλο των 12, είχε μόνο άντρες μαθητές-αποστόλους. Αν είχε μέσα στο στενό κύκλο των 12 και μαθήτριες, ποιος θα τις άκουγε όταν θα κήρυτταν μαζί τους δημόσια, και πώς θα τις δεχόντουσαν οι άντρες της εποχής εκείνης; Εδώ, δεν πίστεψαν τις μυροφόρες μαθήτριες (Μαρία Μαγδαληνή, Ιωάννα, κ.λπ.), οι ίδιοι οι απόστολοι, όταν τους είπαν ότι είδαν τον Ιησού αναστάντα. Τα λόγια τους τους φάνηκαν ως "λῆρος" (Λουκ. 24:11), ανοησίες, φλυαρίες γυναικών, και θα τις πίστευαν οι δύσπιστοι Ιουδαίοι και οι Εθνικοί;

Όσο για τον απόστολο Παύλο που χίλια-μύρια οι αρνητές του καταμαρτυρούν, από τον Νίτσε μέχρι τους σύγχρονους ελληναράδες, και τις φεμινίστριες, για την υποταγή τάχα της γυναίκας και την καταπίεση του σώματος και της σεξουαλικής επιθυμίας, καλά θα κάνουν να διαβάσουν τι προτρέπει ο απόστολος Παύλος. Λέει: «Οι άντρες ν’ αγαπούν τις γυναίκες τους ως τα εαυτών σώματα», και τις γυναίκες (μετά απ’ αυτό) να υποτάσσονται (θεληματικά) στους άντρες τους-όχι να υποτάσσουν οι άντρες βίαια τις γυναίκες τους (Εφ. 5:28). Οι γυναίκες υποτάσσονται (δηλ. προσαρμόζονται, ομογνωμούν) μόνο, και ακριβώς, όταν νιώθουν προστασία, όταν νιώθουν ότι τις αγαπούν οι άντρες τους και ηγούνται… Άλλωστε, ο απόστολος Παύλος, λίγο πιο πάνω, στο στίχο 21 προτρέπει «υποτάσσεσθε αλλήλοις», δηλαδή, όλοι να υποτάσσονται ο ένας στον άλλον, ήτοι να είναι υποχωρητικοί, συγκαταβατικοί. Προκαλούμε τους κριτικούς του Παύλου, ο οποίος σε τελευταία ανάλυση είπε και έγραψε το περίφημο και διαχρονικό ότι «δεν υπάρχει άρσεν και θήλυ, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος ή ελεύθερος, πάντες σεις είσθε εις εν Χριστώ» (Γαλ.. 3:26-29· Κολ. 3:9 επ.), να μας βρουν σ’ όλη την αρχαιότητα, κάτι ανάλογο μ’ αυτό που έγραψε στην 1 Κορ. 7:4, «ο άντρας δεν εξουσιάζει (στο σεξ) το σώμα του, αλλά η γυναίκα. Μην αποστερείτε αλλήλους»!

Ένα εδάφιο που επικαλούνται συχνά οι επικριτές της Βίβλου, επίσης, είναι το 1 Κορ. 14:34 (σε συνδυασμό με το 1 Τιμ. 3:1, 2) όπου ο απόστολος Παύλος λέει ότι οι γυναίκες πρέπει να σιωπούν στις εκκλησίες. Απ’ αυτό εξάγουν το συμπέρασμα ότι ο Παύλος υποτιμούσε τις γυναίκες. Εδώ πρέπει να τονιστούν δύο πράγματα. Πρώτον, υπάρχει μια ανωμαλία του κειμένου. Είναι αμφίβολο εάν το χωρίο 1 Κορ. 14:34 είναι στη θέση που υπάρχει σήμερα, όπως έδειξε η κριτική του κειμένου (Bruce M. Metzger). Δεύτερον, ακόμα κι έτσι, ο Παύλος, προφανώς, είχε υπόψη του να βάλει σε τάξη γυναίκες, ίσως με το χάρισμα της προφητείας που διέκοπταν άλλους, κάτι συνηθισμένο σε ιερό-δουλες της Κορίνθου. Άλλωστε, και τους άντρες που είχαν το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας τους συμβουλεύει να σιωπούν όταν μιλούσε κάποιος άλλος (1 Κορ. 14:26-30, 33). Γι’ αυτό προτρέπει τις γυναίκες να ρωτούν το σύζυγο στο σπίτι (14:35) και όχι να διδάσκουν τους άντρες (πρβλ. και Σάββα Αγουρίδη, Αποστόλου Παύλου πρώτη προς Κορινθίους επιστολή).

Ναι, η γυναίκα σύμφωνα με τη Βίβλο, δεν ήταν προορισμένη να είναι κλεισμένη σ’ έναν γυναικωνίτη για να την επισκέπτεται ο άντρας όποτε ήθελε, για να κάνει παιδιά, ή για εγωιστικούς λόγους, όπως γινόταν στην αρχαιότητα, αλλά είχε απαίτηση για ισότιμη σεξουαλική ικανοποίηση! Αυτό αποτελεί αντανάκλαση του Γεν. 2:24 όπου ο άντρας προορίζεται να αφήνει τον πατέρα και τη μητέρα του και να προσκολληθεί στη γυναίκα και να γίνουν «μια σάρκα», να ενωθούν σεξουαλικά για πλήρη και ισότιμη ικανοποίηση. Διότι, «ούτε γυνή χωρίς ανδρός ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν Κυρίω» (1 Κορ. 11:11). Τοσαύτα νομίζω αρκούν επί του παρόντος επί του θέματος. (Για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Απόστολος Παύλος: Αντιφεμινιστής και μισογύνης; και Kyle Butt, The Biblical View of Woman). Για τη λεγόμενη σεξιστική γλώσσα της Βίβλου, δεν θα πω τίποτα το ιδιαίτερο. Θα υπενθυμίσω απλά ότι, μέχρι πρόσφατα (1975), το ελληνικό Σύνταγμα έλεγε: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Οι Έλληνες, όχι και οι Ελληνίδες… Αν μέχρι πρόσφατα υπήρχε σεξιστική γλώσσα στο Σύνταγμα και σε άλλα κείμενα για λόγους ιστορικούς και μόνο, γιατί να μην υπάρχει και σ’ ένα αρχαίο θρησκευτικό κείμενο; Γιατί να σκανδαλίζεται κανείς, αν δεν καταλαβαίνει τις εξωτερικές συνθήκες ή το θρησκευτικό, διαχρονικό μήνυμα; Αν πάλι θέλει να βρει, ποιοι υπήρξαν οι πραγματικοί μισογύνηδες, δεν έχει παρά να διαβάσει τι έγραψαν οι αρχαίοι Έλληνες για τη γυναίκα, όπως ο Ησίοδος, ο Σιμωνίδης, ο Ευριπίδης, ο Πλάτωνας, ακόμη και ο Αριστοτέλης και τι λέει το Ταλμούδ, και θα καταλάβει πολλά… Ας διαβάσει και τι έγραψε ο Δαρβίνος στο βιβλίο του Η καταγωγή του ανθρώπου περί ανωτερότητας του άνδρα και κατωτερότητας της γυναίκας ως προϊόν φυσικής επιλογής… και θα καταλάβει, αν θέλει να καταλάβει.

7. Ο Θεός πατέρας και μητέρα;
Ενστάσεις για την ανθρωπομορφική γλώσσα της Βίβλου

Οι αντι-σεξιστές όμως και οι φεμινιστικοί κύκλοι επιμένουν. Γιατί, ρωτούν, ο Θεός της Βίβλου αναφέρεται ως «θεός» αρσενικού γένους; Είναι ο «θεός» γένους αρσενικού; Έχει ανδρικά χαρακτηριστικά; Γιατί θεός, κι όχι θεά ή καλύτερα θείον ον; Γιατί «πατέρας» κι όχι, «πατέρας και μητέρα»; Δεν αποτελεί αυτό σεξιστική διάκριση; Επιπλέον ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη ιδιαίτερα, δεν περιγράφεται ως ανδρείος πολεμιστής (Έξ. 15:3-7), αρρενωπός δεσπότης, κυρίαρχος έως τύραννος, που σαν Ανατολίτης (sic) άρχοντας, διατάσσει και υποδουλώνει ανθρώπους και λαούς στο θέλημά του; Τι νόημα έχουν αυτές οι εκφράσεις για το θείο ον;

Τέτοιου είδους αντιλήψεις, τάχα μοντέρνες, έκαναν ως και μερικούς μεταφραστές της Βίβλου να θέλουν να εξισορροπήσουν τα πράγματα. Έτσι στη μετάφραση που επεξεργάστηκε το Εθνικό Συμβούλιο των Εκκλησιών (Η.Π.Α.) (National Council of Churches) η υπεύθυνη επιτροπή προσπάθησε ν’ απαλλάξει τη Βίβλο από το αντρικό πατριαρχικό μοντέλο, αναθεωρώντας 313 χωρία των Γραφών, μετριάζοντας το αρσενικό γένος! Ακόμη, και το «Υιός Θεού», το μεταφράζουν σε «παιδί Θεού». Και έτσι, στα εδάφια που εμφανίζεται ο Θεός σαν πατέρας, προσθέτουν και τη λέξη μητέρα! Και στα εδάφια που λέγουν π.χ. ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, προσθέτουν και της Σάρρας και της Ρεβέκκας και της Λείας και Ραχήλ! Προσπαθούν δηλαδή, να «εκμοντερνίσουν» τη γλώσσα της Βίβλου που τους φαίνεται αρχαϊκή, πρωτόγονη, σεξιστική και ακατάλληλη για την εποχή μας.

Αλλά, βέβαια, αν ήξεραν καλά τις Γραφές, αν τις κατανοούσαν καλύτερα, θα διαπίστωναν ότι η Βίβλος τους πρόλαβε! Γιατί, μπορεί να δίδεται έμφαση για ανθρωπολογικούς και, ιδιαίτερα, κοινωνιολογικούς λόγους στις περιγραφές του θείου όντος, ως άρρενος, και να χρησιμοποιείται συνήθως ανθρωπομορφική γλώσσα κατά συγκατάβαση και κατ’ οικονομία προς το «συνεννοείσθαι» και να περιγράφεται ο Θεός, όχι μόνο, ως πολεμιστής, κριτής, ποιμένας, βασιλιάς κ.λπ., αλλά και ότι έχει πρόσωπο και μάτια και αυτιά, δεξί χέρι, βραχίονα κ.λπ. (1 Πετρ. 3:12· Ιεζ. 20:33· Εξ. 15:6). Αλλά εδώ πρόκειται για την λεγόμενη μεταφορική γλώσσα περιγραφής του Θεού, όπως μεταφορικές είναι και οι εκφράσεις για το Θεό που τον περιγράφουν ως ήλιο, ασπίδα, βράχο κ.λπ. (Ψαλμ. 84:11· Δευτ. 32:4, 31). Το ζήτημα το είχε ήδη επισημάνει ο Ωριγένης (2ος αι. μ.Χ.), ο δε Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ορθά παρατήρησε ότι: «Κατά την συνήθεια την ανθρωπίνην ημίν διαλέγεται η θεία Γραφή» κι αυτό, γιατί «η αιτία της των λέξεων παχύτητος η ασθένεια τυγχάνει η ημετέρα» (P.G. 53, 73, 192).

Έτσι, ο Γιαχβέ περιγράφεται ως «Θεός» αρσενικού γένους γιατί έτσι προτίμησε να αποκαλυφθεί στους πιστούς ανθρώπους, για να εντυπωθεί κυρίως στη διάνοιά τους, η ιδιότητα της δυνάμεως (παντοδυναμίας) του, που προσιδιάζει στο άρρεν φύλο και άρα της προστατευτικότητας του λαού του και των πιστών. Ο «βραχίων του Γιαχβέ» είναι σύμβολο της δυνάμεώς του όπως και η «δεξιά του Κυρίου». Ο «δάχτυλος του Θεού» δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά, σύμβολο του Αγίου Πνεύματος (Λουκ. 11:20· Ματθ. 12:28). Ωστόσο, σ’ άλλες περιπτώσεις αποκαλύπτοντας τις ιδιότητες του ελέους και της στοργικότητας, χρησιμοποιούνται εκφράσεις που προσιδιάζουν στο θήλυ φύλον. Έτσι στον Ψαλμό 131:1, 2 διαβάζουμε: «Κύριε, δεν περηφανεύτηκε η καρδιά μου… ειν’ η ψυχή μου ησυχασμένη και ήρεμη σαν βρέφος θηλασμένο στη μάνα του κοντά» (πρβλ. και Ψαλμ. 22:9, 123:2). Στον Ησαΐα 42:13 ο Θεός πλησιάζει με ορμή πολεμιστή αλλά στο 42:14 ο Κύριος λέει: «…τώρα θα φωνάξω σαν τη γυναίκα που γεννάει…» Πάλι στον Ησαΐα 49:13-15, ο Θεός παρομοιάζεται με μητέρα που δεν ξεχνάει το βρέφος της κ.α. Ο απ. Παύλος από την άλλη μεριά, στην προς Εβραίους επιστολή όπου αναφέρει τους πιστούς πατέρες του Ισραήλ μετά τον Αβραάμ, αναφέρει τη Σάρρα και την πίστη της, τον Ιακώβ, τον Ιωσήφ, τον Μωυσή, αλλά και την Ραάβ και την πίστη της! (Εβρ. 11:11, 31).

Ασφαλώς, αν καταλαβαίνει κανείς τη γλώσσα της Βίβλου και το μήνυμά της δεν χρειάζεται κανένας εκμοντερνισμός της. Όπως έλεγε αρχαίος συγγραφέας: το μήνυμα της Βίβλου δεν βρίσκεται στην ξερή ανάγνωσή της, αλλά στην κατανόησή της (non in legendο sed in intelligendo). Για περισσότερα ο αναγνώστης μπορεί να δει, μεταξύ άλλων, το βιβλίο του παλαιοδιαθηκολόγου Ηλία Οικονόμου, Κεφάλαια προβληματικής βιβλικής ερμηνευτικής (1983, σελ. 28 επ.) και G. B. Caird, Language and Imagery of the Bible. Σημειώνω εδώ ότι, ακόμη και ένας φυσικός της ολκής του Werner Heisenberg (Νόμπελ Φυσικής, 1932) παρατηρεί ότι, η γλώσσα των κειμένων της θρησκείας κατ’ ανάγκην είναι γλώσσα παραβολική, ανθρωπομορφική-συμβολική, όπως με σύμβολα και εικόνες εκφράζεται πολλές φορές και η ίδια η επιστήμη (Der Teil und das Ganze, σελ. 273, 275).

8. Είναι ο Θεός ρατσιστής και πολεμοχαρής;

Σφοδρή επίθεση κάνουν οι κριτικοί της Βίβλου (π.χ. Richard Dawkins κ.α.), και στην ηθική ποιότητα του Θεού, ιδίως στα κείμενα της Παλιάς Διαθήκης. Αποκαλούν το Θεό, ρατσιστή, μισογύνη, οργίλο, πολεμοχαρή, ανθρωποκτόνο κ.λπ., στηριζόμενοι σε κάποια χωρία που ή δεν τα καταλαβαίνουν, (ή δεν θέλουν να τα καταλάβουν), ή παρερμηνεύουν την ανθρωπομορφική μεταφορική γλώσσα των κειμένων που, παρουσιάζουν τον Θεό, π.χ. ως ανδρείο πολεμιστή (Εξ. 15:3), με ρομφαία ή τόξο κ.λπ. (Δευτ. 32:41, 42), ή ακόμα παρερμηνεύουν και τον χαρακτήρα του Θεού, που σαφώς δεν είναι μόνο αγάπη, αλλά και δικαιοσύνη ο οποίος αποδίδει εις έκαστον κατά τα έργα του (Ρωμ. 2:5· Δευτ. 32:35· Ψλμ. 62:12· Ιώβ 34:11· 1 Πετ. 1:17· Αποκ. 2:23· κ.α.). Οι επικριτές έχουν στο νου τους έναν Θεό κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους, κατά πώς τους ταιριάζει, έναν Θεό αγαθιάρη και ανεκτικό των πάντων! Αλλά όπως λέει ο ίδιος ο Θεός: «Οι σκέψεις μου δεν είναι σαν τις δικές σας»! (Ησ. 55:8).

Οι κριτικοί διαμαρτύρονται π.χ., για την από μέρους του Ιησού του Ναυή εξόντωση 7 χαναανιτικών εθνών, κατ’ εντολήν του Θεού, γιατί ο Θεός αυτός, κατ’ αυτούς, είναι σκληρός και άδικος! Αλλά, όπως λέει και ο απ. Παύλος, για τέτοιου είδους άτομα, θέλοντας να συστήσουν την «εαυτών δικαιοσύνην αγνοούν την δικαιοσύνη του Θεού» (Ρωμ. 10:2, 3). Ο Blaise Pascal ορθά παρατηρεί: «Δεν υφίσταται τόσο μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στη δική μας δικαιοσύνη και σε εκείνη του Θεού, όσο ανάμεσα στη μονάδα και το άπειρο».

Μερικοί απ’ αυτούς συμπεραίνουν ότι οι αφηγήσεις αυτές είναι «αιτιολογικοί μύθοι» ή λογοτεχνικές εκφράσεις και όχι πραγματικά γεγονότα, όπως π.χ. γίνεται στη στήλη του Μεσά... Άλλοι, όπως ο αρχαίος αιρετικός Μαρκίων, οι Γνωστικοί κ.α., υποστηρίζουν ότι άλλος είναι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης κι άλλος της Καινής Διαθήκης, γιατί της τελευταίας, είναι γλυκός και συγχωρητικός, ενώ της πρώτης άγριος, επιθετικός και εκδικητικός… Αν υπάρχει μία δόση αλήθειας στις παραπάνω αιτιάσεις είναι ότι, στην Παλαιά Διαθήκη, αν και υπάρχει άφθονο έλεος (πρβλ. Έξ. 34: 6, 7· Ιωνάς 4:11· Ψαλμ. 36:5, 6· Ιερ. 18:7, 8· Θρήνοι 3:22-26), τονίζεται περισσότερο η δικαιοσύνη του Θεού, ο οποίος «ουδόλως αθωώνει τον ένοχον» (Εξ. 34:6, 7). Ενώ στην Καινή Διαθήκη τονίζεται περισσότερο η πατρική του αγάπη (πρβλ. παραβολή του ασώτου [ή παραβολή του εύσπλαχνου πατέρα]). Τόσο στην Παλαιά Διαθήκη όσο και στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος για την «οργή και το θυμό του Θεού», που είναι εκφράσεις ανθρωποπαθείς, ανθρωπομορφικές και εννοούν την θεία δικαιοσύνη, την τιμωρία και την πάταξη του κακού (πρβλ. Μ. Βασιλείου, P.G. 30, 85a· Ι. Χρυσοστόμου, P.G. 55, 71 και 277).

Κατά τα άλλα, αφενός μεν μπορεί να καταδειχθεί ότι σκληρές εικόνες και εκφράσεις υπάρχουν και στην Καινή Διαθήκη (Ματθ. 8:11, 12· 24:50, 51· 25:41, 46· Λκ. 19:27· Ιωάν. 3:36· Ρωμ. 2:26· 2 Θεσ. 1:8· Εβρ. 10:27, 30, 31· 12:28, 29· 2 Πέτ. 2:4· 3:3-7· Αποκ. 19:11-21), όχι μόνο στην Παλαιά («φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας θεοῦ ζῶντος», λέει ο απόστολος Παύλος [Εβρ. 10:31] που το παίρνει και το παραθέτει από την Παλαιά Διαθήκη [Δευτ. 4:24]), αφετέρου δε, ότι ο Θεός της Παλιάς Διαθήκης, είναι ο ίδιος με Αυτόν της Καινής Διαθήκης. Είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Πατέρας του Κυρίου Ιησού Χριστού (Ματθ. 22:29· Μαρ. 12:26· Εξ. 3:6, 13·).

Όσον αφορά την διαταγή της εξόντωσης των Χαναναίων και σε μερικές περιπτώσεις και γυναικών και μικρών παιδιών, καλά θα κάνουν να διαβάσουν το βαθμό της διαφθοράς των τελευταίων, στα χωρία Δευτ. 7:1-3, 9:4-5, 18:9-12, 20:18· Λευ. 18:3-25· Αρ. 33:51-55 κ.α., όπου αναφέρονται σαφώς οι λόγοι εξόντωσής τους: Ιερή πορνεία, λατρεία όφεων, ομοφυλοφιλία, κτηνοβασία, αιμομιξία, θυσίες μικρών παιδιών στον Μολώχ και Βάαλ, θυσίες θεμελίωσης σπιτιών, αιματοχυσία, βία, αδικία, μαγεία, πνευματισμός, είναι μερικές από τις πρακτικές των Χανααναίων, που εξαιτίας τους και η ίδια η γη δεν μπορούσε πια να τους αντέξει! (Λευ. 18:22-27· πρβλ.Walter C. Kaiser Jr., Toward Old Testament Ethics και ιδίως, Paul Copan, Is God a Moral Monster?). Είναι αξιοσημείωτο ότι, στη χαναανιτική πόλη Γεζέρ, οι ανασκαφές του R. A. Stewart Macalister, απεκάλυψαν «υψηλόν τόπον» λατρείας του Βάαλ και αρκετά μεγάλο αριθμό σταμνών που περιείχαν τη σποδό παιδιών θυσιασθέντων στο Βάαλ! Παρόμοια ευρήματα με θυσίες «θεμελίωσης σπιτιών», με «χτίσιμο σώματος παιδιών για γούρι», ανακαλύφτηκαν και σε άλλες πόλεις, όπως στη Μεγιδδώ, την Ιεριχώ κ.α. Ένα ακόμα φοβερό δείγμα του ξεπεσμού της εξαχρειωτικής χαναανιτικής ειδωλολατρίας! (βλ. R. A. Stewart Macalister, Bible Side-Lights from the Mound of Gezer, a Record of Excavation and Discovery in Palestine). Όπως σημειώνει ο αρχαιολόγος M. F. Unger: «Η κτηνωδία, η λαγνεία και η ακολασία της μυθολογίας των Χαναναίων είναι πολύ χειρότερες από κάθε άλλη χώρα της Εγγύς Ανατολής… Ο χαρακτήρας της θρησκείας των… παρέχει αρκετή ιστορική βάση για να δείξει την ακρίβεια… των βιβλικών δηλώσεων στον χαρακτηρισμό του πλήρως ηθικού και θρησκευτικού εκφυλισμού των κατοίκων της Χαναάν… Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως σωρούς στάχτες και λείψανα από σκελετούς βρεφών σε κοιμητήρια γύρω από ειδωλολατρικούς βωμούς, πράγμα που δείχνει ότι [το έθιμο της θυσίας παιδιών] είχε ευρεία εφαρμογή» (Archaeology and the Old Testament, σ. 176). Παρόμοια, ο καθηγητής R. K. Harrison δήλωσε: «Τα ουγκαριτικά κείμενα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία όσον αφορά στον χονδροειδή αισθησιασμό και ανηθικότητα των χαναανιτικών θρησκευτικών τελετουργιών και προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι η βαρβαρότητα και η ασυδοσία τους είχε ευρεία απήχηση στα σύγχρονα έθνη της Εγγύς Ανατολής… Μεταξύ των Χαναναίων, η πορνεία, η μοιχεία, η κτηνοβασία και η αιμομιξία ήταν ευυπόληπτες λειτουργίες της σεξουαλικής ζωής όπως καταδεικνύεται από τα κείμενα της Ρας Σάμρα» (Introduction to the Old Testament, σελ. 120, 610. Δες επίσης, A. van Selms, Marriage and Family Life in Ugaritic Literature, σελ. 74 επ.). Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμία αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο μέρος της Χαναάν είχε μετατραπεί σε Σόδομα και Γόμορρα και ο Θεός διέταξε να αφαιρεθεί αυτό το καρκίνωμα για την προστασία του λαού του! (Πρβλ. Θεοδώρητου Κύρου, Εις τον Ιησούν του Ναυή, P.G. 80, 473a).

Gezer-Stone-steles.jpg
Ερείπια ιερών στηλών στη Γεζέρ, οι οποίες χρησιμοποιούνταν στη λατρεία του Βάαλ.

Αγγεία (τεφροδόχοι) με λείψανα θυσιασμένων παιδιών στην Καρχηδόνα (αποικία των Φοινίκων-Χανααναίων). Ο χώρος ανακαλύφτηκε το 1921 αλλά διερευνήθηκε το 1970. Ήταν ένα τεράστιο νεκροταφείο για σωρούς θυσιασμένων παιδιών στο Βάαλ Αμμών και στη θεά Τανίτ (Αστάρτη). Παρόμοιοι χώροι ανακαλύφτηκαν και σε άλλες φοινικικές αποικίες στη Σικελία, Σαρδηνία, Τυνησία (βλ. BAR 2009).

Επάνω: Στήλες της Τανίτ και του Βάαλ και άγαλμα της Τανίτ (θεότητας που αντιστοιχεί με την Αστορέθ). Ανακαλύφτηκαν σε ένα κοιμητήριο κοντά στην Καρχηδόνα (Τυνησία, βόρεια Αφρική). Κάτω: Κοιμητήριο στο οποίο βρέθηκαν τα οστά χιλιάδων παιδιών που θυσιάστηκαν στη θεά Τανίτ. Αυτές τις δολοφονικές θρησκευτικές τελετές τις έφεραν εδώ οι θαλασσοπόροι Φοίνικες (Χαναναίοι). Ο τραγικός αυτός τόπος αποτελεί μνημείο της εξαχρείωσης των Χαναναίων.

Αυτά ήταν τα έθνη που έπρεπε να εξοντωθούν ανάμεσα σε τόσα άλλα, αλλά προσοχή (!), ο Ισραήλ δεν διετάχθη να κάνει ιερές σταυροφορίες, για να πολεμήσει αλλού, π.χ. στη Μέση Ανατολή, ή την Αίγυπτο. Έπρεπε να εξοντωθούν αυτά τα 7 έθνη, αφενός για να τιμωρηθούν τα ίδια, αφετέρου για να μη μολυνθούν οι Εβραίοι από τη φοβερή διαφθορά της ειδωλολατρίας, πράγμα που τελικά δεν απέφυγαν, γιατί παράκουσαν τις εντολές (βλ. 2 Χρον. 33:9· Ιερ. 19:4). Οι απειθείς Χαναναίοι καταστράφηκαν. Όχι όμως, η Ραάβ που έδειξε πίστη και ο οίκος της, ούτε οι Γαβαωνίτες (Ιησ. 2:1-21· 6:25· 9:3-27· 11:19· Εβρ. 12:35), πράγμα που αποδεικνύει ότι υπήρχαν προϋποθέσεις αποφυγής της καταστροφής των, αν το επιθυμούσαν. Εφόσον ο Θεός μακροπρόθεσμα απέβλεπε στη σωτηρία όλου του κόσμου μέσω του Μεσσία που θα ερχόταν από καθαρό σπέρμα του Αβραάμ, Ιακώβ, Ιούδα κ.λπ. ήταν φυσικό να παρεμβαίνει κατά περιστάσεις και να τιμωρεί άμεσα (Κατακλυσμός, Σόδομα) ή έμμεσα (Ιησούς του Ναυή, κ.λπ.) άτομα ή λαούς που γινόταν εμπόδιο στο σκοπό του, στο θείο σχέδιο της σωτηρίας όλων των ανθρώπων, ενεργώντας πότε ως Κριτής-Δικαστής και πότε ως ιατρός.

Προσωπικά, μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι, οι κριτικοί ενοχλούνται από το Θεό της Βίβλου σ’ αυτό το σημείο, ενώ ο χριστιανός διάκονος και πρωτομάρτυρας Στέφανος που συγχώρεσε τους λιθοβολιστές του, και ο απ. Παύλος, οι άγιοι της Χριστιανοσύνης που έδωσαν τη ζωή τους για την πίστη τους, όταν αναφέρονται σ’ αυτά τα περιστατικά, δεν ενοχλούνται καθόλου, αλλά τα βλέπουν ως δείγμα της δικαιοσύνης του Θεού, και τρόπο εκπλήρωσης της υποσχέσεως-επαγγελίας του, να δώσει τη γη αυτή στους απογόνους του Αβραάμ (Πρξ. 7:45· 13:19). Έχουν άραγε, περισσότερο ανεπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης, οι σύγχρονοι κριτικοί που συμμετέχουν συνήθως σε πολέμους και εκπαιδεύονται σε στρατούς για να πολεμούν, από το Θεό της Βίβλου, ο οποίος κρίνει «πάσα την γην» με δικαιοσύνη, ευθύτητα και κρίση (Γεν. 18:25· Δευτ. 32:4· Ψαλμ. 33:5), μισεί την ανομία και ως Άγιος, δεν μπορεί πάντα να ανέχεται το κακό; Γιατί τότε διαμαρτύρονται για την ύπαρξη του κακού στον κόσμο και τη μη παρέμβαση του Θεού στις ημέρες μας;

9. Είναι η Βίβλος βιβλίο εθνικιστικό;

Ένα από τα εδάφια που συχνά παρανοούνται από τους αρνητές κριτικούς και δίνει την εντύπωση ότι η Παλαιά Διαθήκη καλλιεργεί πνεύμα εθνικιστικό και μάλιστα πολεμικό, στρεφόμενο εναντίον της Ελλάδας (!) είναι το Ζαχαρίας 9:13 όπου διαβάζουμε: «Θα χρησιμοποιήσω τους άντρες του Ιούδα σαν τόξο μου, τους άντρες του Εφραΐμ για βέλη και τους άντρες της Σιών σαν ξίφος, που εγώ σαν ήρωας το υψώνω εναντίον του στρατού των Ελλήνων».

Το χωρίο αυτό απομονωμένο, χωρίς τη συνάφεια και τα συμφραζόμενα, φαίνεται να λέει ότι η Σιών θα στραφεί εναντίον της Ελλάδας, αλλά κάτι τέτοιο, ούτε λέει η προφητεία ούτε συνέβη ποτέ, όπως το εννοούν αυτοί που το επικαλούνται. Το 9ο κεφ. του Ζαχαρία αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν από τον Μέγα Αλέξανδρο και τις κατακτήσεις του, εναντίον της νησιωτικής Τύρου και εναντίον των φιλισταϊκών πόλεων Γάζας, Ακκαρών, Ασκαλών, Αζώτου, οι οποίες καταστράφηκαν και εξαλείφτηκαν, αν και οι Φιλισταίοι (ένα υπόλοιπο), συγχωνεύτηκαν αργότερα με άλλους κατοίκους (εδ. 3-7). Γίνεται μια προφητική αναλαμπή-προέκταση για την έλευση του Μεσσία καθήμενου επί πώλου όνου και επί υιού υποζυγίου (εδ. 9), ο οποίος θα σώσει τον Ισραήλ, αλλά και όλα τα έθνη, ως ειρηνοποιός (εδ. 10). Και συνεχίζει στο πώς ο λαός Ισραήλ (Εφραΐμ) θα σωθεί αφού θα νικήσει τον διάδοχο του Αλεξάνδρου, Αντίοχο Δ΄ τον Επιφανή, που βεβήλωσε το ναό σφάζοντας ένα γουρούνι στο θυσιαστήριο. Αναφέρεται δηλαδή, στη διαμάχη Μακκαβαίων και Αντίοχου Δ΄ και τη νίκη του Ιούδα Μακκαβαίου (1 Μακ. κεφ. 3 & 4. Βλ. επίσης Barton Payne, Encyclopedia of Biblical Prophecy, σελ. 460 και σχόλια στην ESV Study Bible και άλλα σχολιολόγια στο βιβλίο του Ζαχαρία, όπως Ι. Γιαννακόπουλου, Οι 12 μικροί προφήται, 1963, σελ. 354).

Κάποιοι άλλοι αρχαιοελληνικοί-ελληνοκεντρικοί κύκλοι, διαβάζοντας κάποια χωρία της Παλιάς Διαθήκης ξεκομμένα εκουσίως από τη συνάφειά τους, βρίσκουν εκεί έναν ιμπεριαλιστή Θεό-κατασκεύασμα του εβραϊκού ιερατείου, ο οποίος θέλει να καθυποτάξει και να κατασφάξει όλα τα έθνη για να σώσει το λαό Ισραήλ! Οποία άγνοια και διαστροφή των Γραφών! Οποία άγνοια της ποιητικής γλώσσας και εικονοποιείας των συγγραφέων της!

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα λόγια του προφήτη Ησαΐα (49:22, 23· 60:14-17) όπου με διττό, εξεικονιστικό τρόπο, συνήθη στους προφήτες, γίνεται λόγος για την αποκατάσταση του λαού Ισραήλ από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, κατ’ αρχάς, και στη συνέχεια για την ευλογία και  επέκταση του πνευματικού Ισραήλ—της εκκλησίας, με την ίδρυσή της από τον «παίδα του Κυρίου», Ιησού Χριστό.

Το ότι αυτή είναι η ορθή ερμηνεία και όχι αυτή που θέλουν οι διαστρεβλωτές, προκύπτει εκ του ότι, στο κεφάλαιο 49 τα πρώτα χωρία 1-7, αναφέρονται στο πρόσωπου του Μεσσία που ο Θεός τον κάλεσε «εκ κοιλίας μητρός» για το έργο του, και έκανε το στόμα του σαν κοφτερό σπαθί, και τον «κατέστησε φως των εθνών» και έτσι θα τον αναγνώριζαν και θα τον αποδέχονταν βασιλιάδες και άρχοντες—όπως και έγινε (βλ. εκπλήρωση της προφητείας στα χωρία Λουκάς 2:32· Πρξ. 13:47). Από τα εδάφια 8 και εντεύθεν, γίνεται λόγος για την αποκατάσταση του λαού Ισραήλ μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, δηλαδή μετά το έτος 537 π.Χ. που εκδόθηκε το διάταγμα του Κύρου για την επιστροφή των Εβραίων στην πατρώα γη (εδ. 14-21), και στη συνέχεια διακηρύσσεται η ευνοημένη θέση που είχε το πιστό «λείμμα»-υπόλοιπο του Ισραήλ που επέστρεψε κάτω από την εξουσία των Περσών βασιλέων Κύρου, Δαρείου, Αρταξέρξη, όπως περιγράφεται και στα βιβλία Έσδρα και Νεεμία. Αυτή είναι η έννοια των εδαφίων 23 και επόμενα.

Το μήνυμα είναι ότι, εκείνοι που εμπιστεύονται στο Θεό, δεν θα ντραπούν και ότι «πάσα σάρκα θα γνωρίσει ότι ο Γιαχβέ είναι ο σωτήρας», ο εξαγοραστής του λαού που τον πιστεύει, δηλαδή του Ισραήλ αρχικά και του πνευματικού Ισραήλ, της εκκλησίας, κατ’ επέκταση.

Το ίδιο νόημα έχουν τα χωρία 60:14-17. Με ποιητική γλώσσα περιγράφονται τα τέκνα της Σιών ως παιδιά που θα θηλάσουν το γάλα των εθνών, δηλαδή, θα επωφεληθούν από την περίοδο ειρήνης που θα επικρατούσε με τη βασιλεία των παραπάνω Περσών βασιλέων, και θα ανοικοδομηθεί η Ιερουσαλήμ και η εκκλησία θα χρησιμοποιήσει κάθε εθνικό μέσο στη διάδοση του Ευαγγελίου (π.χ. ελληνική γλώσσα, κ.α.). Έτσι θα αναγνωρίσει όποιος θέλει ότι, ο Γιαχβέ είναι «ο σωτήρας σου» ο οποίος θα «διορίσει την ειρήνη ως επισκόπους» και θα γίνει τελικά «φῶς αἰώνιον» (εδ. 19), μια εικόνα που παρουσιάζεται για την εκκλησία και τους πιστούς και στο βιβλίο της Αποκάλυψης (21:29· 22:5).

Τελικά, νομίζω ότι, δεν πρέπει να εντυπωσιάζεται κανείς από την εκούσια διαστρέβλωση των Γραφών, από πολέμιούς της, αφού και ο ίδιος ο Διάβολος χρησιμοποίησε χωρίο των Ψαλμών για να εκπειράσει τον ίδιο το Χριστό! (Μτθ. 4:6· Ψλμ. 91:11), αλλά έλαβε τη δέουσα απάντηση από τον κάτοχο όλης της Γραφής, του γράμματος τε και του πνεύματός της, και αποστομώθηκε.

Εδώ όμως εγείρεται ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα. Εάν η Βίβλος είναι βιβλίο σοβινιστικό-εθνικιστικό, που γράφτηκε από το ιερατείο για να πετύχει την υποδούλωση των εθνών μέσω του επινοημένου αιμοσταγούς(!) Θεού της, του Γιαχβέ (μέσω των ιδίων δηλαδή των Εβραίων), γιατί να περιέχει προφητείες και κρίσεις εναντίον του ίδιου του λαού Ισραήλ σε περίπτωση ανυπακοής του; Γιατί να καυτηριάζονται οι ίδιοι οι ιερείς και οι προφήτες ακόμη, όταν ενεργούσαν ανήθικα και παράνομα και να χαρακτηρίζονται τυφλοί ή δόλιοι και προπετείς και κύνες αδηφάγοι (Σοφ. 3: 4· Ιερ, 33:11· Ησ. 56:10-12· Ματθ. 23:13-38); Γιατί η Βίβλος να προβλέπει σε πολλά χωρία της την αιχμαλωσία και το διασκορπισμό των Ιουδαίων στα έθνη, και τη θλίψη τους που θα έφταναν να φάνε από την πείνα τα ίδια τα παιδιά τους, πράγμα που έγινε όταν κατεστράφη η Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους (6ος αι. π.Χ.) και τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. (βλ. Δευτ. 28:53-57· Θρν. 4:10· Ζαχ. 11:9· Ιωσήπου, Ιουδ. Πολ. VI, 193-213); Και γιατί, ο συνωμοτών τάχα Ιησούς με το εβραϊκό ιερατείο, να προβλέψει την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, την καταπάτησή της από τα έθνη και τον διασκορπισμό των Εβραιών σε αυτά (Λουκ. 21:20-24), που εκπληρώθηκαν μέχρι «κεραίας» όπως είδαμε προηγουμένως; Και γιατί να προβάλλεται κατά κόρον το πρόσωπο του μεγαλύτερου μετά τον Μωυσή ηγέτη τους, του Δαυίδ, τη στιγμή που αυτός ήταν κατά το ήμισυ Μωαβίτης και όχι 100% Εβραίος, προερχόμενος από τη Μωαβίτισσα Ρουθ (Ρουθ 4:13-22);

Αυτά, νομίζω είναι η καλύτερη επαλήθευση της Βίβλου, ως βιβλίου διεθνιστικού και όχι εθνικιστικού, όπως το θέλουν οι κακόβουλοι εχθροί της…

Για να αντιληφτεί κανείς πόσο βαθειά νυχτωμένοι, μάλλον, πόσο πωρωμένοι είναι αυτοί που φωνασκούν για έναν εθνοφυλετικό Θεό της Βίβλου, που θέλει τάχα να σφάζει όλα τα έθνη εκτός του Ισραήλ, παραπέμπω στο γνωστό κοινωνιολόγο Έριχ Φρομ (Ως Θεοί έσεσθε), ο οποίος ορθά κάνει λόγο για τον ουνιβερσαλισμό των προφητών, ιδίως του Ησαΐα, και ο οποίος αναφέρεται στην ουνιβερσαλιστική (οικουμενιστική) άποψη της μεσσιανικής εποχής παραπέμποντας μάλιστα στο Ησαΐας 19:23-25, εκτός από το Ησαΐας 11:1-9 και άλλα.

Η ιδέα ότι ο Θεός θα αγαπάει το ίδιο όλα τα έθνη και ότι δεν θα υπάρχει ιδιαίτερα αγαπητός λαός (πρβλ. Αμώς 9:7)  εκφράζεται με θαυμαστό τρόπο από τον Ησαΐα, παρατηρεί ο Έριχ Φρομ.

Τελειώνω το όλο θέμα με το εξής περιστατικό. Λέγεται ότι κάποτε ο Φρειδερίκος ο Μέγας ρώτησε τον στρατηγό του Zeiten, γνωστό για τις χριστιανικές του πεποιθήσεις, ποιο είναι το πειστικότερο και θετικότερο επιχείρημα υπέρ της Βίβλου και του Χριστιανισμού, και εκείνος απάντησε: «Οι Εβραίοι, μεγαλειότατε».

10. Είναι η Βίβλος βιβλίο ανήθικο και πορνογραφικό;
(βλέπε και https://youtu.be/T0MI4SnIMic​ ή Είναι η Βίβλος βιβλίο ανήθικο και πορνογραφικό;)

Η Βίβλος στο σύνολό της, συνεχίζει λόγω της προσήλωσης των πιστών σ’αυτήν, να απασχολεί τους απίστους και τους σκεπτικιστές, οι οποίοι προσπαθούν να βρουν διάφορα ψεγάδια σ΄αυτήν και στους πρωταγωνιστές της. Επισημαίνουν χωρία και επεισόδια τα οποία θεωρούν ως ανήθικα – κρίνοντάς τα βέβαια με τα δικά τους κριτήρια ηθικής – και μερικά ως πορνογραφικά τάχα. Διότι περιέχουν επεισόδια ή γεγονότα που κατά την κρίση τους δεν θα έπρεπε να έχουν θέση σ΄ένα ‘άγιο θεόπνευστο βιβλίο’ όπως ισχυρίζονται οι συγγραφείς της Βίβλου ότι είναι, και οι πιστοί της αποδέχονται (βλ. Ρωμ. 1:2, Β΄ Τιμ. 3:15,16).

Για το θέμα αυτό έχω γράψει ολόκληρο δοκίμιο που εμπεριέχεται στο βιβλίο μου, Το στοίχημα του Πασκάλ ([2016 εκδ. Εν πλω] με τίτλο ‘Βίβλος, βιβλίο ανήθικο;’ σελ. 315-323), όπου δίδεται νομίζω, η πρέπουσα απάντηση, και όπου παραπέμπω τον αναγνώστη. Το αν επανέρχομαι εδώ, αυτό το κάνω, διότι θέλω να επισημάνω μερικά σημεία ακόμη, και να καταδείξω την στενόμυαλη και κακεντρεχή κριτική των επικριτών, σ΄ένα επεισόδιο που αν κανείς δεν έχει επαρκή γνώση για τη στοχοθεσία και την μέθοδο του συγγραφέα ενός βιβλικού κειμένου, και αν δεν έχει καλή γνώση των ιστορικών συνθηκών και συνηθειών μιας μακρινής εποχής, κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια, μπορεί να καταλήγει σε άτοπα συμπεράσματα. Σαν κι αυτά που καταλήγει ο γνωστός αθεϊστής Ρίτσαρντ Ντόκινς, ο οποίος επικρίνει τη Βίβλο και τους χριστιανούς που δεν βλέπουν τέτοιου είδους σκανδαλώδη επεισόδια! Το επεισόδιο είναι αυτό, του Λωτ και των θυγατέρων του, όπως περιγράφεται στο 19ο κεφ. της Γένεσης. Εκεί αναφέρεται ότι δύο (υλοποιημένοι) άγγελοι του Θεού, που προηγουμένως είχαν επισκεφτεί με έναν τρίτο, τον Αβραάμ, και του αποκάλυψαν την διπλή απόφαση του Θεού: να ευλογήσει τον ίδιο και τη Σάρα με τεκνοποιΐα και να καταστρέψει τα Σόδομα και Γόμορρα, λόγω της υπερβολικής αμαρτίας των κατοίκων τους, επισκέπτονται τα Σόδομα, όπου ο Λωτ τους προσφέρει αφειδώς τη φιλοξενία του. Διπλή, είναι η κατηγορία των επικριτών, καθώς διαβάζουμε ότι, ο Λωτ, προσέφερε τις θυγατέρες του στους Σοδομίτες για να προστατεύσει τους φιλοξενούμενούς του, και αργότερα, αφού διασώθηκε, ήρθε σε αιμομικτική σχέση μ΄αυτές που έμειναν έγκυες και εγέννησαν τον Αμμών και τον Μωάβ.

Εδώ, έχουμε λένε οι κατήγοροι της Βίβλου, πορνογραφικά επεισόδια και χαμηλή εκτίμηση της ηθικής, από έναν Λωτ ο οποίος χαρακτηρίζεται μάλιστα δίκαιος (!) από τον απ. Πέτρο και θεωρείται άγιος από την Εκκλησία. «Ο Θεός πόλεις Σοδόμων και Γομόρρας τεφρώσας καταστροφή, κατέκρινεν υπόδειγμα μελλόντων ασεβείν τεθεικώς και δίκαιον Λωτ… ερρύσατο (διαφύλαξε)» γράφει ο απ. Πέτρος (Β΄ Περ. 2:6-7).

Μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να χαρακτηριστεί δίκαιος, ερωτούν, και η απάντηση που αποσπάται βεβαίως, είναι αρνητική. Επιπλέον, επιτείνουν το επιχείρημα με το εξής σκεπτικό: Γιατί να καταδικάζεται η αμαρτία (ομοροφυλοφιλία) των Σοδομιτών ώστε να καταστραφούν και όχι η αιμομιξία του Λωτ;

Πριν απαντήσω στις παραπάνω αιτιάσεις, προτάσσω δύο σημαντικές παρατηρήσεις που θα βοηθήσουν νομίζω τον αναγνώστη στην κατανόηση του όλου θέματος.

Πρώτη παρατήρηση: το επεισόδιο βρίσκεται στα λεγόμενα ιστορικά βιβλία της Βίβλου (Γένεσις), όπου ο συγγραφέας-συντάκτης, όταν αφηγείται ένα επεισόδιο, σπανίως εκφέρει αξιολογική κρίση. Αφηγείται απλά τα γεγονότα και αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του. Σ΄ελάχιστες περιπτώσεις αναφέρει ότι τούτο, ή εκείνο, εφάνη «κακόν εις τα όμματα του Κυρίου». Όπως στην περίπτωση π.χ. του Αυνάν, ο οποίος ενώ έπρεπε να τηρήσει τον ανδραδελφικό γάμο, δηλ. να παντρευτεί την χήρα του αποβιώσαντος αδελφού του, και να αποκτήσει απογόνους για λογαριασμό του αδελφού του, αυτός ναι μεν την παντρεύτηκε, αλλά αρνιόταν να γονιμοποιήσει τη χήρα… Το αναφέρω κι αυτό, γιατί είναι ένα άλλο χωρίο, που ενοχλεί και σκανδαλίζει πολλούς στενόμυαλους, ευσκανδάλιστους, κακεντρεχείς κ.λπ., ενώ ο συντάχτης της Γένεσης, περιγράφει γεγονότα χωρίς να τα αξιολογεί ιδιαίτερα. Οι ηθικές αξιολογήσεις των συγγραφέων γίνονται στα βιβλία των προφητών κυρίως, και στη σοφιολογική γραμματεία (Ψαλμοί, παροιμίες Ιώβ κ.λπ.) και, πολύ περισσότερο, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όπου έχουμε κανόνες της χριστιανικής ηθικής τους οποίους οι πιστοί προτρέπονται να τους ακολουθήσουν.

Δεύτερη παρατήρηση: Είναι κολοσσιαίο σφάλμα να κρίνουμε και να κατακρίνουμε ανθρώπους της εποχής των πατριαρχών ή του αρχαίου Ισραήλ, που ζούσαν με άλλη κουλτούρα και συνήθειες τοπικές, με βάση τη δική μας σχετικιστική ανθρωπιστική(;) ηθική που, εμμέσως είναι διαποτισμένη από τις χριστιανικές αρχές, ή έστω, από τις επιταγές της αυτόνομης ηθικής συνείδησης (Καντ), ή οποιασδήποτε άλλης νόρμας.

Στην πατριαρχική εποχή (2000-1700 π.Χ. περίπου), στην Εγγύς Ανατολή, άλλες συνήθειες και πρακτικές επικρατούσαν, άλλα ήθη και έθιμα, και κάτω απ΄αυτό το πρίσμα θα πρέπει να κρίνουμε ορισμένες συμπεριφορές και ενέργειες πρωταγωνιστών της Βίβλου, οι οποίοι δεν ήταν ούτε σ΄όλη τη ζωή τους ακέραιοι ούτε ανεπίληπτοι. Ήταν αγωνιζόμενοι άνθρωποι με σάρκα και οστά, οι οποίοι προσπαθούσαν ν΄αποδειχθούν ακέραιοι και όσιοι σε δύο βασικές θείες απαιτήσεις Στην πίστη και την υπακοή (πρβλ. Γεν. 22:17,18). Την εποχή εκείνη, ο Θεός απαιτούσε μόνο αυτά τα δύο στοιχεία από έναν οπαδό του, παραβλέποντας την ύπαρξη π.χ. πολυγαμίας που ήταν γενικός θεσμός, ή της παλακείας με τη συναίνεση της συζύγου, χάριν τεκνοποιίας (πρβλ. περίπτωση Σάρρας-Άγαρ). Τα αρχαιολογικά ευρήματα της Νουζί και Μάρι της Μεσοποταμίας, έχουν ρίξει αρκετό φως πάνω σε σχέσεις και επεισόδια της ζωής των πατριαρχών, δείχνοντας ότι, οι πατριάρχες ζούσαν ως ημινομάδες με βάση τα εθιμικά στερεότυπα της εποχής τους, όπως αυτά αντανακλώνται επίσης και στον Κώδικα του Χαμμουραμπί (18ος αιώνας) (πρβλ. Κ. Α. Kitchen, On the Reliability of the Old Testament).

Σήμερα ορκιζόμαστε στη Βίβλο, όσοι ορκίζονται, ενώ στην πατριαρχική εποχή, ο ορκιζόμενος έθετε την «χείρα υπό τον μηρόν», δηλ. ακουμπούσε τα γεννητικά όργανα εκείνου προς τον οποίον υποσχόταν, γιατί απ΄εκεί προερχόταν το ζωογόνο σπέρμα, η ζωή! (βλ. Γεν. 25:2). Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ, ότι η αγγλική λέξη testicle (όρχις), εμπεριέχει την έννοια της “μαρτυρίας/μάρτυρα” καθότι προέρχεται από τη λατινική λέξη testis (βλ. π.χ. https://en.wikipedia.org/wiki/Testicle#Etymology).

Κάποιοι δυσανασχετούν με το επεισόδιο του Αβραάμ και του Φαραώ, όπου ο Αβραάμ φαίνεται να ψεύδεται στον Φαραώ (Γεν. 12:11-13), λέγοντάς του ότι η Σάρρα ήταν αδερφή του και όχι γυναίκα του. Αυτοί, προφανώς, θέλουν να αγνοούν δύο πράγματα: Πρώτον, ότι η Σάρρα ήταν πράγματι ετεροθαλής αδερφή του Αβραάμ, και άρα, δεν εψεύδετο ο Πατριάρχης παρουσιάζοντάς την μ' αυτή την ιδιότητα (Γεν. 20:12), και δεύτερον, υπάρχουν μαρτυρίες ότι οι Φαραώ, προκειμένου να αποκτήσουν μια ελκυστική γυναίκα, παντρεμένη, δεν δίσταζαν να δώσουν εντολή στους στρατιώτες να σκοτώσουν το σύζυγο, και να αρπάξουν τη γυναίκα. Αυτό προκύπτει από αρχαίο πάπυρο της Αιγύπτου (βλ. K. A. Kitchen, On the reliability of the Old Testament, σελ. 319· R. S. Hess, He Swore an Oath: Biblical Themes from Genesis 12-50, σελ. 70). Ποιος λόγος, λοιπόν, υπήρχε ο Αβραάμ να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του ανώφελα; Προτίμησε να παρουσιάσει τη Σάρρα όπως ήταν με την ιδιότητα της αδερφής και να εμπιστευτεί στον Θεό την προστασία της, και τη δική του, όπως ακριβώς και έγινε (12:17), ώστε να επιτευχθεί η επαγγελία του Θεού ότι όλα τα έθνη της γης θα ευλογούνταν με το σπέρμα του Αβραάμ.​

Το να θέλει λοιπόν, κάποιος, να κρίνει και να κατακρίνει συμπεριφορές ατόμων της εποχής εκείνης, με τα σύγχρονα πρότυπα της χριστιανικής ή ανθρωπιστικής ηθικής, είναι άτοπον και μεθοδολογικά εσφαλμένο.

Ερχόμενοι τώρα να εξετάσουμε τις παραπάνω αιτιάσεις εναντίον του Λωτ, παρατηρούμε ότι: Κατ΄αρχάς, ο Λωτ, δεν κατατάσσεται από τους συγγραφείς της Βίβλου στο ίδιο επίπεδο πίστης, ευσέβειας και πνευματικότητας όπως είναι ο Αβραάμ. Η αφήγηση μάλιστα, υπονοεί σαφώς ότι, η παράκληση του Αβραάμ για να μη καταστραφούν τα Σόδομα, αφορούσε την διάσωση του ανεψιού του Λωτ, ο οποίος τελικά διαφυλάχτηκε εξαιτίας της πίστης του Αβραάμ (Γεν. 19:29.‘και εμνήσθη ο Θεός του Αβραάμ’). Αλλά, διαφυλάχτηκε, βέβαια, και εξαιτίας της δικής του πίστης, φιλοξενίας και υπακοής. Ο Λωτ πάντως, κατά τον ιερό συντάκτη, όπως αφήνει να διαφανεί, διέπραξε κολοσσιαίο λάθος, με το να διαχωριστεί από τον Αβραάμ πρώτον, με το να διαλέξει την εύφορη περιοχή πλησίον των Σοδόμων-Γομόρων δεύτερον, και μετά να κατοικήσει τελικά, μέσα στα Σόδομα, την πόλη της ανομίας και της ακολασίας, αρραβωνιάζοντας μάλιστα και τις κόρες του με Σοδομίτες!

Το αν διαφυλάχτηκε, αυτό έγινε, όπως θα έλεγε και ο απ. Παύλος σε παρόμοια περίπτωση ‘ως δια πυρός’, περνώντας δηλ. μέσα από τη φωτιά – όπως και έγινε, ενώ το έργο του (η περιουσία του) κατεκάη! (πρβλ. Α΄ Κορ.3: 13-15): «Και εκάστου το έργον οποίον εστι το πυρ δοκιμάσει».

Τα παραπάνω σαν προεισαγωγικές σκέψεις, μας οδηγούν να καταλάβουμε γιατί, ενώ ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση όταν οι σοδομίτες από μικρού έως μεγάλου πολιόρκησαν το σπίτι του Λωτ απαιτώντας απ΄αυτόν να τους παραδώσει τους δύο ξένους για να έχουν σεξουαλικές σχέσεις μ΄αυτούς, αυτός ενήργησε όπως ενήργησε. Ο Λωτ υπερασπίστηκε με θάρρος και αυτοθυσία τους δύο φιλοξενούμενούς του. Προτίμησε να παραδώσει, όπως λέει η αφήγηση στον εξαγριωμένο όχλο τις δύο παρθένες θυγατέρες του παρά τους φιλοξενούμενούς του. Ο συντάκτης, δεν σχολιάζει την πράξη αυτή του Λωτ, δεν την αποδοκιμάζει ούτε την επιδοκιμάζει, ούτε μας αποκαλύπτει το τι πιθανόν να σκεπτόταν ο ίδιος ο Λωτ κάνοντας μια τέτοια πρόταση. Ο αναγνώστης πρέπει να ξέρει ότι, η φιλοξενία ήταν ιερή στην αρχαία ανατολή – όπως συμβαίνει και σε πολλά μέρη της ανατολής σήμερα –, και ο οικοδεσπότης θεωρούνταν υπεύθυνος για τους φιλοξενούμενούς του, όπως ένιωσε και ο Λωτ (βλ. Cl. Westermann, Genesis, σελ. 143). Προσφέροντας τις αρραβωνιασμένες θυγατέρες του στους Σοδομίτες, είναι πολύ πιθανόν, να σκεφτόταν ότι, ο Θεός θα τον προστάτευε, όπως προστάτεψε και τον Αβραάμ όταν ο Φαραώ πήρε στον γυναικωνίτη του τη Σάρρα. Μπορεί να σκέφτηκε ότι οι σοδομίτες δεν θα τις ήθελαν ούτως ή άλλως, διότι αυτές ζούσαν ανάμεσά τους και είχαν όλο το χρόνο για να τις βιάσουν αν ήθελαν. Ακόμη, πιθανόν να σκέφτηκε ότι, ανάμεσά τους θα υπήρχαν και συγγενείς των γαμβρών του, οι οποίοι θα αντιδρούσαν σε μια τέτοια περίπτωση. Όποιες κι αν ήταν οι σκέψεις του, το γεγονός είναι ότι, αυτό το έκανε ίσως και σαν μια θυσία από μέρους του, αφού βρέθηκε, σε μια τόσο δυσχερή θέση που δεν χρειάστηκε βέβαια να πραγματοποιήσει, γιατί οι άγγελοι πατάξαντες με αορασία τον άνομο όχλο (πρβλ. Α΄ Βασιλ. 6:18) προστάτευσαν και τον ίδιο και την οικογένειά του. Δεν αποκλείεται ακόμη ο Λωτ, να υποψιάστηκε ότι οι φιλοξενούμενοί του ήταν άγγελοι Θεού και μπορούσαν να τον προστατεύσουν, όπως και έκαναν. Όλες οι εκδοχές είναι πιθανές. Ο Λωτ μεταξύ δύο κακών προσέφερε τις θυγατέρες του, ελπίζοντας και πιστεύοντας ότι δεν θα γινόταν τίποτα εις βάρος τους, όπως και δεν έγινε τελικά.

Η αφήγηση προχωράει στο να καταδείξει ότι οι γαμβροί του Λωτ αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν όταν τους ειδοποίησε για την επερχόμενη καταστροφή, κι ότι μόνον ο Λωτ και οι θυγατέρες του τελικά διαφυλάχτηκαν, αρχικά σε μια ασήμαντη πόλη τη Σηγώρ, η οποία με την παράκληση του Λωτ δεν κατεστράφη από την πύρινη καταστροφή της πεντάπολης (Σόδομα, Γόμορρα, Αδαμά, Σεβωείμ, Σηγώρ) και, τελικά, μετά την απώλεια της συζύγου του λόγω της ανυπακοής της, έμεινε μόνος με τις θυγατέρες του σε μια σπηλιά. Εκεί συνέβη και το επεισόδιο της αιμομιξίας, χωρίς τη θέληση του Λωτ. Ρητώς αναγράφεται ότι, οι θυγατέρες του τον μέθυσαν με κρασί και συνευρέθηκαν μαζί του, η μια μετά την άλλη, διότι επίστευαν ότι δεν υπήρχε στην περιοχή άντρας (κατάλληλος) για να ‘αναστήσει σπέρμα’, δηλ. να διαφυλάξει τη γενεαλογική γραμμή του Λωτ (Γεν.19:32). Προφανώς, και η Σηγώρ ερημώθηκε από τους κατοίκους της, μετά την πύρινη καταστροφή του περιβάλλοντος χώρου.

Με άλλα λόγια, είναι φανερό ότι ο Λωτ, δεν ευθύνεται για την αιμομιξία, διότι τον μέθυσαν οι θυγατέρες του, οι δε θυγατέρες του, τελούσαν στη λεγόμενη νομικά ‘συγγνωστή πλάνη’, δηλαδή πλάνη ότι δεν υπήρχε κατάλληλος, πιστός άνδρας γι΄αυτές. Ήταν νωπό το πλήγμα που υπέστησαν με την απώλεια των μνηστήρων τους και της μητέρας τους. Οδηγήθηκαν σε αιμομικτική σχέση με τον πατέρα τους, σε μια εποχή που ακόμη δεν είχε απαγορευτεί η αιμομιξία και δε θεωρούνταν αμάρτημα ή αδίκημα από τη θεία νομοθεσία. Για πρώτη φορά η αιμομιξία απαγορεύτηκε στο λαό Ισραήλ από τη Μωσαϊκή νομοθεσία (Λευιτ.κεφ.18) και μπορούμε να πούμε ότι ήταν μια πρωτοποριακή απαγόρευση που την αγνοούσαν οι άλλοι αρχαίοι λαοί που ήταν αιμομίκτες (πρβλ. Δίας-Ήρα, Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος, Πέρσες κ.άλλ.).

Ο Συντάκτης της Γένεσης αναφέρει το επεισόδιο της αιμομιξίας όχι για γαργαλιστικούς-πορνογραφικούς σκοπούς, αφού δεν περιλαμβάνει σκανδαλιστικές πιπεράτες λεπτομέρειες όπως συμβαίνει στα πορνογραφήματα, (πρβλ. Λογοτεχνία και πορνογραφία), αλλά για να καταδείξει - χωρίς να σχολιάζει -, από πού προήλθαν οι Αμμωνίτες οι Μωαβίτες, με τους οποίους είχαν εχθροπραξίες οι Ισραηλίτες αργότερα, ενώ δεν θα’πρεπε, αφού ήταν συγγενικοί λαοί.

Ο Λωτ, όπως προανέφερα, υπέστη τις συνέπειες των πράξεών του και εσώθη ‘μέσα από τη φωτιά’ με βαριές απώλειες. Αντί να κατοικεί στην ωραία περιοχή που αρχικά διάλεξε, κατέληξε να ζει σε ένα σπήλαιο, χωρίς την περιουσία του και χωρίς τη γυναίκα του.

Γιατί όμως, χαρακτηρίζεται δίκαιος (= ευσεβής), από τον απ. Πέτρο; Χαρακτηρίζεται δίκαιος, διότι όπως σαφώς αναγράφεται ταλαιπωρούνταν και υπέφερε από την φαύλη συμπεριφορά των ανόμων και την ασέλγειά τους, «βλέμματι γαρ και ακοή», γιατί σπάραζε η καρδιά του μέρα με τη μέρα από τα άνομα έργα τους (Β΄Πετρ.2: εδ. 8, πρβλ. Γένεσις 13: 12-13).

Με άλλα λόγια παρόλο που ζούσε σε έναν φαύλο κόσμο, αυτός παρέμενε πιστός στο Θεό και υπάκουσε στη φωνή των αγγέλων. Πίστη και υπακοή, αυτό μέτρησε για τον Λωτ. Γι' αυτό διασώθηκε, και χάριν του Αβραάμ, του φίλου του Θεού (Γεν. 19:29).

Πριν κλείσω το όλο θέμα, θα ήθελα να προσθέσω ότι, τα Σόδομα και τα Γόμορρα, δεν κατεστράφηκαν μόνο για την πρακτική της ομοφυλοφιλίας των κατοίκων της, στην οποία δίνει έμφαση ο συντάκτης της Γένεσης, αλλά και λόγω της μεγάλης, γενικότερης φαυλότητας των κατοίκων που περιελάμβανε έπαρση, αιματοχυσία, πολέμους, βία, ειδωλολατρία, εκμετάλλευση κ.άλλ. (πρβλ. Ιεζ. 16:49).

Η κατακραυγή εναντίον των Σοδόμων ήταν τόσο μεγάλη ώστε επέσυρε την προσοχή του Θεού (‘καταβάς ουν όψομαι’, κατά την οικεία ανθρωπο-μορφική έκφραση) και την οργή του, θέσας παράδειγμα μελλόντων ασεβών. Η καταστροφή αυτή, δεν είναι επινενοημένος μύθος κάποιου εβραϊκού ιερατείου, όπως νομίζουν και θα ήθελαν πολλοί, αλλά ιστορικό γεγονός. Διότι όχι μόνον αναφέρεται ως αναμφίβολο γεγονός στη Γένεση, αλλά αναγράφεται και σε 14 και πλέον χωρία άλλων συγγραφέων της Βίβλου (πρβλ. Δευτ. 19:23, 32:32, Ησ.1:10, 3:9, 13:19, Ιεζ. 16:49, Άμως 4:11, Ιερεμ. 20:16, 23:14, 49:17-18, Σοφ. 2:9 κ.άλλ.). Όχι μόνον αναφέρεται από τον Ιησού Χριστό και τους αποστόλους του ως ιστορικό γεγονός (Ματθ.10:15, Λουκ. 17:28, 29, 32, Β΄ Πετρ. 2:6, Ιουδ. 7), αλλά και τα αρχαιολογικά ευρήματα συνηγορούν για μια με ‘πυρ και θείον’ καταστροφή της όλης περιοχής γύρω στο 2000 π.Χ., εποχή δηλ., του Αβραάμ-Λωτ. Όπως σημειώνει η ιστορικός Karen Farrington: "Αιώνες τώρα, η ιστορία των δύο πόλεων δείχνει τις τρομερές συνέπειες της ανηθικότητας. Σύμφωνα με καινούργια όμως στοιχεία, τα Σόδομα και τα Γόμορρα πράγματι υπήρξαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς από ένα σεισμό γύρω στο 1900 π.Χ... Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που αφθονούν στο υπέδαφος της περιοχής πρέπει να πήραν φωτιά προκαλώντας εκρήξεις, δημιουργώντας έτσι το σκηνικό που περιγράφεται στη Γένεση. Στη συνέχεια, τα νερά της Νεκράς Θάλασσας, φαίνεται ότι κάλυψαν τα ερείπια των δύο πόλεων... Είναι πολύ πιθανό, η άγονη και αφιλόξενη αυτή περιοχή, να ήταν εύφορη και κατοικήσιμη." (βλ. Karen Farrington, Ιστορικός Άτλας των Αγίων Τόπων, 2005, σελ. 19· Werner Keller, Η Βίβλος ως Ιστορία Λαών και Πολιτισμών, σελ. 108-120· Jack Finegan, Light from the Ancient Past​, σελ. 147· J. Free, Archaeology and Bible History, σελ. 61-63· G. Wright, Biblical Archaeology, και, ιδίως, Steve Collins, Where is Sodom? The case of Tall el-Hamam, BAR March/April 2013). Την καταστροφή μνημονεύουν και οι μεταγενέστεροι Ιουδαίοι συγγραφείς Φίλων (Abr. 140f, 227, 228, Congr. 92, 109) και Ιώσηπος (Αρχ. 1:170-206). Για μια ακόμη φορά, η Βίβλος αποδεικνύεται αληθινή σ’ όλες τις λεπτομέρειες, και αναδεικνύεται η κακεντρέχεια των επικριτών της, σ’ όλο τους το μεγαλείο.

Τελειώνοντας, σημειώνω ότι παρόμοια επεισόδια σαν κι αυτό υπάρχουν και σ’ άλλα ιστορικά βιβλία της Π.Δ. (π.χ. η μοιχεία του Δαβίδ και η δολοφονία του Ουρία του Χεταίου, ο βιασμός της Θάμαρ από τον ετεροθαλή αδελφό της Αμνών, τον οποίο εκδικήθηκε ο Αββεσαλώμ κ.άλλ.). Όλα όμως έχουν την ανάλογη ερμηνεία τους και εξήγηση μέσα στα ιστορικά και θεολογικά πλαίσια της εποχής τους. Δεν αναγράφονται για να σκανδαλίσουν, αλλά λειτουργούν ως παραδείγματα προς αποφυγήν. Όπως λέγει ο απ. Παύλος: «Ταύτα δε πάντα τύποι συνέβαινον εκείνοις. εγράφη δε προς νουθεσίαν ημών» (Α΄ Κορ. 10:11).

Μια τελευταία παρατήρηση ή σκέψη είναι εδώ νομίζω απαραίτητη, πριν κλείσω αυτό το θέμα.

Την Παλαιά Διαθήκη, ή εβραϊκή Βίβλο, διάβαζαν και είχαν υπόψη τους ο Ιησούς Χριστός και οι μαθητές του. Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ο απόστολος Παύλος όταν γράφει "πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἐλεγμόν, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος" (Β´ Τιμ. 3:16). Όπως έχει υπολογιστέι, ο Ιησούς αναφέρθηκε πάνω από 80 φορές σε θέματα της Παλαιάς Διαθήκης με τη λέξη "γέγραπται" ή "δεν αναγνώσατε εις τας γραφάς", κ.λπ. Ο δε απόστολος Παύλος πολύ περισσότερες. Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν περίπου 800 αναφορές και παραπομπές στην Παλαιά Διαθήκη.

Αλήθεια, Ο Ιησούς Χριστός και οι απόστολος Παύλος, Πέτρος, Ιωάννης, κ.λπ. πώς δεν κατάλαβαν ότι η Παλαιά Διαθήκη που διάβαζαν και παρέπεμπαν, ήταν ένα βιβλίο ανήθικο και πορνογραφικό, και το κατάλαβαν σήμερα οι επικριτές της; Είναι ένα ερώτημα που αναμένει απάντηση...

11. Είναι η Βίβλος βιβλίο αγραμμάτων;

Κάποιοι σύγχρονοι κακεντρεχείς χριστιανομάχοι (Karlheinz Deschner, Gore Vidal, κ.ά.), και κάποιοι εθνοκεντρικοί, αντισημιτικοί κύκλοι, ισχυρίζονται ότι, η Βίβλος γράφτηκε από αγράμματους ανθρώπους, προερχόμενοι από ένα λαό αιγοβοσκών (sic), από πλινθοποιούς, γεωργούς, αστοιχείωτους κι άσχετους με πνευματικά θέματα. Που γράψανε μιμούμενοι άλλες εστίες πολιτισμών (π.χ. Βαβυλώνιους, Έλληνες), γύρω στον 6ο ή 3ο αι. π.Χ. και, επ’ ουδενί, μπορούν να συγκριθούν οι όποιοι συγγραφείς της, με τους κολοσσούς του πνεύματος της αρχαίας Ελλάδας, Πυθαγόρα, Δημόκριτο, Ηράκλειτο, Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη κ.λπ. Ακόμα και για τον από Ναζαρέτ Ιησού, εκφράζονται υποτιμητικά, χαρακτηρίζοντάς τον ως έναν αγράμματο ή ολιγογράμματο ξυλουργό, προερχόμενο από ένα άσημο χωριό της Γαλιλαίας!

Σ’ αυτούς που προβάλλουν τέτοιου είδους ισχυρισμούς κι επιχειρήματα, πρέπει και πάλι να λεχθεί ότι, αφ’ ενός μεν εκουσίως διαστρεβλώνουν τα γεγονότα που μπορούν να γνωρίζουν, αλλά προκλητικά τα παραβλέπουν και τα αγνοούν, και ότι, τελικά, συγκρίνουν ανόμοια πράγματα και μεγέθη που, σε τελευταία ανάλυση, παρανοούν. Εξηγούμαι, αλλά πρωτίστως ερωτώ:

Ήταν αγράμματος ο Μωυσής, ο ιδρυτής του εβραϊκού έθνους με τον περίφημο «Δεκάλογο», που ένας μαρξιστής κριτικός σαν τον Βασίλη Ραφαηλίδη (Η μυθική Ιστορία των Εβραίων, σελ. 52), αναγνωρίζει ως το «πρώτο σύνταγμα της ανθρωπότητας»; Ήταν αγράμματος, επαναλαμβάνω, ο Μωυσής, ο οποίος διδάχτηκε «πάσαν την σοφία των Αιγυπτίων (Πράξεις 7:29), ως γιος της θυγατέρας του Φαραώ και μελλοντικός διάδοχός του, ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες των συγγραφέων Διόδωρου του Σικελιώτη (5, 74, 1), Πλινίου (7, 192), Κλήμη Αλεξανδρέα (Στρ. 1, 16, 75, 1), Ιωάννη Μαλάλα (Χρον. 2), Ευπόλεμου (Κλ. Στρ. 1, 23, 153) και Αρτάπανου (στον Ευσέβιο, Ευαγγελική Προπαρασκευή, πρ. 9, 27, 3-4), προφανώς, αυτός υπήρξε και ο εφευρέτης της αλφαβητικής γραφής, ή αλλιώς του αλφαβήτου; (βλ. Κ. Σιαμάκη, Το Αλφάβητο, 1988, και David Diringer The Story of Aleph-Beth, 1958). Αλλά, και εφευρέτης του αλφαβήτου να μην ήταν, είναι πασίγνωστο ότι η ιερογλυφική και σφηνοειδής γραφή ήταν γνωστή από την 3η χιλ. π.Χ. Ο Μωυσής, με το Νόμο του (κατά θείαν επιταγή), επέβαλε σ’ όλους τους μεταγενέστερους, και μάλιστα στους μελλοντικούς βασιλείς του Ισραήλ, να έχουν αντίγραφο του Νόμου, και να τον μελετούν καθημερινά και να τον εφαρμόζουν (βλ. Ιησ. Ναυή 1:8, 2 Χρον. 22:12,13, 34:14, Δευτ. 17:18-20, 2 Βασ. 22:11, 23:1-23).

Για να υπάρχουν αντίγραφα του Νόμου για τους βασιλείς του Ισραήλ, αλλά και για το ιερατείο, υποχρεωτικά, έπρεπε να υπάρχουν πολλοί γραμματείς οι οποίοι έπρεπε να γνωρίζουν γραφή κι ανάγνωση πολύ καλά για να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Οι ιερείς επίσης, ήταν υποχρεωμένοι να διαβάζουν την Τορά (Νόμο), λέξη που σημαίνει όχι απλά Νόμο, αλλά Παιδεία, και να διαβάζουν το Νόμο του Θεού στο λαό (Δευτερ. 31:9-12). Στο Νεεμίας 8:6-8, 12, διαβάζουμε ότι ο ιερέας Έσδρας, μετά την βαβυλώνια αιχμαλωσία ως αντιγραφέας, και άλλοι, διάβαζαν το Νόμο σε όλο το λαό που είχε συγκεντρωθεί στην Ιερουσαλήμ, και το νόημά του έγινε σαφές προς ικανοποίηση όλων.

Η κάθε Ισραηλιτική οικογένεια έπρεπε και μπορούσε να έχει αντίγραφο των διατάξεων του Νόμου, για να μπορεί να τον διαβάζει ημέρα και νύχτα (Δευτ. 6:6-9), για να είναι μακάριος ο άνθρωπος σύμφωνα με τον Ψαλμό 1:1-3.

Ασφαλώς, όλοι αυτοί δεν ήταν αγράμματοι. Ούτε, φυσικά ο Δαβίδ, ο οποίος έγραψε τους μισούς θαυμάσιους ψαλμούς από τους 150 του βιβλίου των Ψαλμών (πρβλ. και 2 Σαμ. 11:14,15), ούτε ο γιος του Σολομών που έγραψε κατά παράδοση ιουδαϊκή, και άλλες μαρτυρίες, Παροιμίες, και συνέλεξε Παροιμίες άλλων, καθώς και τον Εκκλησιαστή και το Άσμα Ασμάτων. Ούτε βέβαια, οι μεγάλοι προφήτες του Ισραήλ Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, οι 12 μικροί προφήτες (Δωδεκαπρόφητον), που αυτοί κι οι μαθητές τους έγραψαν και ταξινόμησαν τα βιβλία αυτά που θεωρούνται κατά γενικήν αναγνώριση αριστουργήματα της εβραϊκής φιλολογίας(!) ανεξάρτητα από το υψηλό ηθικοπνευματικό τους περιεχόμενο! (για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Φως εξ Ανατολής, 1996).

Ερχόμενοι στα χρόνια του Χριστού, παρατηρούμε, ότι ο Ιησούς, όχι μόνο μέσα από τα Ευαγγέλια εμφανίζεται ως σοφότατος διδάσκαλος που αποστομώνει τους Φαρισαίους, και τους δοκησίσοφους νομοδιδασκάλους (άρα όχι άξεστος αγράμματος), αλλά, παρόλο που ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα, όπως και ο Πυθαγόρας και ο Σωκράτης και ο Βούδας και άλλοι, γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, αφού, πειραζόμενος από τον διάβολο τον αποστομώνει λέγοντάς του «γέγραπται» ή είναι γεγραμμένο (Ματθ. 4:4,7,10), ενώ σε άλλες περιπτώσεις έλεγε, ποτέ δε διαβάσατε στις Γραφές (Ματθ. 21:42, 22:21, Μαρκ. 14:49, Ιωάν. 5:39, βλ. και William M. Ramsay, The education of Christ, σελ. 61 επ.). Η απορία κάποιων πώς δίδασκε, ενώ δεν ήξερε γράμματα (Ιωάν. 7:15) σήμαινε απλά, ότι δεν είχε σπουδάσει σε κάποια επίσημη ραββινική σχολή. Στη συναγωγή της Ναζαρέτ σε κάποια περίπτωση, του δόθηκε να διαβάσει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ησαΐα, και αυτός το διάβασε και το εφάρμοσε στον εαυτό του (Λουκ. 4:16-21). Επρόκειτο προφανώς για έναν κύλινδρο, όμοιον μ’ αυτόν που ανακαλύφτηκε στα χειρόγραφα της Νεκράς θάλασσας, αντίγραφο γραμμένο από αντιγραφείς του, τους Κουμρανίτες! Περιττό να πούμε ότι για τους πιστεύοντες, ο Ιησούς, ως «Υιός Θεού» ήταν πάνσοφος. Μπορούσε να μιλάει σ’ όποια γλώσσα ήθελε! Και σαφώς μιλούσε και ελληνικά, αφού την ελληνική γλώσσα την ήξεραν σχεδόν όλοι οι Εβραίοι της εποχής του.

Το γεγονός ότι οι μαθητές του Ιησού, παρέθεταν συχνά μέσα από τις Εβραϊκές γραφές και ορισμένοι απ’ αυτούς (π.χ. Ματθαίος, Ιωάννης, Πέτρος) έγραψαν Ευαγγέλια και επιστολές, αποδεικνύει ότι ήξεραν γράμματα, παρά την κατηγορία των Φαρισαίων, ότι τάχα ήταν αγράμματοι και ιδιώτες (Πράξ. 4:13), κατηγορία που εκτοξεύτηκε διότι, βεβαίως, οι μαθητές δεν είχαν φοιτήσει κι εκπαιδευτεί σε κάποια ραβινική σχολή αυστηρής μάθησης, σαν κι αυτές που διατηρούσαν οι ίδιοι. Αλλά, τα ίδια τα κείμενα των μαθητών του Ιησού, μαρτυρούν ότι ήξεραν όχι μόνο να διαβάζουν, αλλά και να γράφουν θαυμάσια, ώστε τα Ευαγγελία των αποστόλων, και των μαθητών τους (Μάρκος-Λουκάς), να θεωρούνται από τα ωραιότερα κείμενα που γράφτηκαν ποτέ, καθ’ ομολογίαν αγνωστικιστών ή ορθολογιστών (Will Durant, Ernest Renan κι άλλοι· για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Ιησούς, ο ποιητής των ποιητών, σελ. 165). Οι Ευαγγελιστές εισήγαγαν στην ιστορία της λογοτεχνίας ένα νέο είδος φιλολογικό: το Ευ-αγγέλιο. Ο ιατρός Λουκάς, θεωρείται από τους σύγχρονους λογίους (π.χ. E. Meyer, Hettinger, M. Ramsay) ως ο «Θουκυδίδης της Χριστιανοσύνης».

Για τον απ. Παύλο, δε χρειάζεται νομίζω να γίνει ιδιαίτερος λόγος, γιατί η πνευματική του ακτινοβολία και η ικανότητα της γραφίδας του, είναι τέτοια, που δεν χρειάζονται σχόλια… Υπενθυμίζω ότι, κάποιοι μέσα στην κακόβουλη (σοφή) άγνοιά τους, τον θέλουν ως πραγματικό ιδρυτή του χριστιανισμού, ενώ αυτός υπήρξε απλά, ο πρώτος μετά τον Ένα, όπως ορθά ονομάστηκε, ο ταπεινός απόστολος του Χριστού που, με τις γνώσεις του, ως πρώην Φαρισαίος, αλλά κυρίως με το Άγιο Πνεύμα (1 Κορ. 15:10) και τη δύναμη του Θεού και τους 100 περίπου συνεργάτες του, καθαίρεσε τα οχυρώματα του Παγανισμού, και της παραπλανητικής «κενής απάτης», ή φιλοσοφίας των ημερών του, καθώς και τις ψευδείς παραδόσεις (Κολ. 2:8).

Ο απ. Παύλος προέτρεπε στο μαθητή του Τιμόθεο, να καταγίνεται και να επιδίδεται στη δημόσια ανάγνωση και στη διδασκαλία (1 Τιμ. 4:13), ενώ στην Αποκάλυψη 1:3 διαβάζουμε: «Μακάριος είναι αυτός που διαβάζει μεγαλόφωνα κι εκείνοι που ακούν τα λόγια της προφητείας ταύτης και όσοι τηρούν όσα είναι γραμμένα σ’ αυτήν». Επιπλέον, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τη Βίβλο, διαπιστώνει ότι σ’ αυτήν αναφέρονται κι άλλες αρχαίες πηγές κι άλλα κείμενα (υπολογίζονται περίπου σε 70), που καταγράφησαν, αλλά λόγω του περιεχομένου τους, δεν αποτέλεσαν μέρος του θείου Κανόνα όπως: «Το βιβλίο των πολέμων του Γιαχβέ» (Αριθ. 21:14), «Το βιβλίο του Ιασείρ (Ευθούς)» (Ιησ. Ναυή 10:13, 2 Σαμ. 1:18), «Τα χρονικά του Δαβίδ», «Πράξεις Σολομώντος», «Ιστορία των βασιλέων», «του Σαμουήλ του βλέποντος», «Νάθαν του προφήτου», «Γαδ του βλέποντος», «Οράσεις του Ιδδώ», «λόγοι βλέποντων προφητών» κ. αλλ. (1 Χρον. 27:24, 1 Βασ. 11:41, 1 Χρον. 9:1, 29:29, 2 Χρον. 9:29, 12:15, 33:19).

Για να μπορούν όλοι αυτοί να διαβάζουν και να γράφουν τόσα κείμενα, αυτό σημαίνει ότι ήταν εγγράμματοι. Έγραφαν πάνω σε διάφορα υλικά, όπως πάπυρο (Ιερ. 36:2, Ιεζ. 2:9), μεμβράνες (2 Τιμ. 4:13), ρόλους από (επεξεργασμένο) δέρμα, με μελάνι και κάλαμο (Ιερ. 36:18, 3 Ιωαν. 13), και συχνά τα κείμενα τα σφράγιζαν (Ησ. 29:11, Δαν. 12:4, Απ. 5:1).

Το ότι ήταν άφθονα τα χειρόγραφα – βιβλία, φαίνεται και από τα λόγια του Εκκλησιαστή που γράφει ότι «το να κάνει κανείς πολλά βιβλία δεν έχει τέλος και η πολλή μελέτη είναι μόχθος στη σάρκα» (Εκκλ. 12:12). Ο επιγραφολόγος David Diringer υπολόγισε 429 αναφορές στη Βίβλο σχετικά με το γράψιμο ή τα γραπτά κείμενα και βιβλία. Η αρχαιότητα των γραφέων - γραμματέων που φορούσαν μάλιστα καλαμάρι στη ζώνη τους, φαίνεται από τη μαρτυρία του βιβλίο των Κριτών (5:14). Υπήρχαν ολόκληρες οικογένειες γραμματέων από διάφορες φυλές (π.χ. Λευί, Ζαβουλών, φυλή Κεναίων, βλ. 1 Χρ. 2:55, 24:6, 33:13). Αυτοί ήταν άνθρωποι με μεγάλη ικανότητα και σοφία και, μάλιστα, ταχυγράφοι (Ψαλμ. 45:1). Έγραφαν επίσημα έγγραφα, ήταν συμβολαιογράφοι (Ιερ. 32:11, 12), γραμματείς βασιλέων και προφητών (2 Σαμ. 8:17, 20:25, Ιερ. 36:4,26). Αν ανοίξει κάποιος ένα ταμείο της Βίβλου, θα διαπιστώσει πόσες φορές αναφέρεται η λέξη γραμματεύς και γραμματείς. Υπάρχει στο 60 φορές η λέξη γραμματεύς και 67 φορές στον πληθυντικό αριθμό ως γραμματείς!

Σας φαίνονται όλοι αυτοί που αναφέρθηκαν εδώ, αγράμματοι και αστοιχείωτοι γιδοβοσκοί; Ή μήπως ήταν λαμπρότατα πνεύματα, που άφησαν εκπληκτικά γραπτά κείμενα και μνημεία, πολύ ανώτερα συγκρινόμενα με κείμενα γραφέων της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, αλλά και γιατί όχι, και συγγραφέων της αρχαίας Ελλάδας; Οι οποίοι άρχισαν να γράφουν από τον 8ο π.Χ. αιώνα, δηλ. 7 αιώνες αργότερα από τον Μωυσή, αντέφασκαν μεταξύ τους (αλλά και με τον εαυτό τους, όπως ο Πλάτων), υπέβλεπαν ο ένας τον άλλον, κατηγορούσαν ο ένας τον άλλον, και ήθελαν να κάψουν τα συγγράμματα εκείνων που δεν τους άρεσαν! (π.χ. ο Πλάτων του Δημόκριτου), ασκώντας μια οιονεί ιερά εξέταση και λογοκρισία (για περισσότερα βλ. Π. Γιαννουλάκης, Η αλήθεια για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, 2006, σελ. 48 επ., 65 επ., και Δ. Τσινικόπουλος, Ανεπίτρεπτη εμπάθεια συγγραφέων).

Οι προγονόπληκτοι Ελληναράδες, που συγκρίνουν τους βιβλικούς συγγραφείς με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, συγκρίνουν αφ’ ενός μεν ανόμοια μεγέθη, αφ’ ετέρου δε, αν ήταν απροκατάληπτοι, θα έβλεπαν ότι, οι βιβλικοί συγγραφείς και δη οι Ιουδαίοι προφήτες, ήταν οι φιλόσοφοι του αρχαίου Ισραήλ, αφού κατά γενικήν ομολογία και αυτών ακόμη των αρνητικών κριτικών, οι Εβραίοι υπήρξαν οι πρώτοι ιστορικοί και φιλόσοφοι της ιστορίας από τον 10ο αι. π.Χ. κι εντεύθεν, κι όχι ο Ηρόδοτος κι ο Θουκυδίδης όπως γενικά θεωρούνται (για περισ. βλ. Cahill Thomas, The Gift of the Jews, 1998· Christian Overman, Αρχαία Ελλάδα και Βίβλος, σελ. 141· Paul Tillich, Το θάρρος της υπάρξεως, σ. 224· Δ. Τσινικόπουλος, Βίβλος, ένα βιβλίο επαναστατικό, σελ. 56 επ.). Ο λόγιος και ιστορικός Cahill Thomas, ορθά επισημαίνει ότι οι «Εβραίοι είναι ο πρώτος λαός που ανέπτυξε μια ενιαία αντίληψη για την ζωή και τις υποχρεώσεις της, γιατί η ζωή προέρχεται από τον Δημιουργό», αφού, απέβλεπαν με την ευθύγραμμη κίνηση του χρόνου – όχι την μυθική κυκλική, των αρχαίων λαών –, στον εσχατολογικό θεϊσμό και με αυτόν στην ολοκλήρωση, την αποκατάσταση των πάντων, στο «ιδού ποιώ καινά τα πάντα». Το θέμα ανέπτυξε ιδιαίτερα ο θρησκειολόγος Mircea Eliade, ο Philippe Nemo, ο Niall Fergunson, ο T. Bowman και άλλοι ειδικοί, που μιλούν για τους εβραίους προφήτες, ότι αυτοί έδωσαν νόημα στην ιστορία με την ηθική τους επανάσταση. Όσοι θέλουν να κάνουν συγκρίσεις μεταξύ Ελλήνων φιλοσόφων και βιβλικών συγγραφέων, δεν αντιλαμβάνονται μια βασική διαφορά: οι Έλληνες στηρίζονταν με τις σχολές τους, στην ανεξάρτητη λογική, για να καταλήξουν σε αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα συμπεράσματα. Οι Εβραίοι, αποδέχονταν την υπερ-αίσθηση, στην ‘ειδική’, θεία Αποκάλυψη. Οι Έλληνες φιλόσοφοι μάθαιναν για να καταλάβουν. Οι Εβραίοι προφήτες και ο λαός, μάθαιναν για να σέβονται. Οι Έλληνες φιλόσοφοι ζητούσαν να βρουν αυτό που οι βιβλικοί συγγραφείς πίστευαν ακλόνητα ότι το είχαν ήδη βρει, το Θεό και το Λόγο του. Βλέπανε τα πράγματα από την άποψη του Θεού (Christian Overman).

Οι Έλληνες φιλόσοφοι (Πλάτων, Αριστοτέλης κ.λπ.) ανεγνώριζαν ότι οι διδασκαλία τους ήταν μόνο για μια ελίτ διανοουμένων, όχι για το ευρύτερο κοινό, το πλήθος. Γι’ αυτό, ο Πλάτων έλεγε: «Αδύνατον το πλήθος φιλόσοφον είναι» (πρβλ. και Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, Χ κεφ. ΙΧ 6). Τα έργα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και η διδασκαλία τους, δεν είχαν τη δύναμη να συγκινήσουν την καρδιά του απλού ανθρώπου, να προκαλέσουν ψυχική και ηθική μεταβολή, να εκβάλλουν το της ψυχής πάθος (Επίκουρος), να δώσουν δηλαδή οριστικό σωτηριολογικό προσανατολισμό στον άνθρωπο, κατ’ ομολογίαν αυτού του πατριάρχη των Διαφωτιστών, του Βολταίρου, ο οποίος παραδέχτηκε: «Από τον Θαλή μέχρι τον πιο επιφανή φιλόσοφο και τους μιμητές τους, κανείς δεν μπόρεσε να επενεργήσει ούτε καν, επί των ηθών του σοκακιού που διέμενε…» Αντίθετα, η Βίβλος και οι συγγραφείς της, που κάθε άλλο παρά αγράμματοι ήταν όπως είδαμε, μπορούν να το κάνουν αυτό. Μπορούν να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο, να τον διδάξουν προς έλεγχο και επανόρθωση για να είναι άρτιος, και να τον σοφίσουν προς σωτηρίαν (2 Τιμ. 3:16). Διότι, όπως ορθά επεσήμανε ο Βίκτωρ Ουγκώ, «η Βίβλος είναι το φιλοσοφικότερο και ταυτόχρονα το απλούστερο βιβλίο».

Ο μεγαλοφυέστερος (κατά τον Αϊνστάιν) και πολυμαθέστερος άνθρωπος (IQ 210-225), ο φιλόσοφος, πανεπιστήμων, ποιητής, Johann Wolfgang von Goethe (1749-1832) υπογράμμισε: «Υποκλίνομαι ενώπιον της Βίβλου ως θείας Αποκαλύψεως της υψίστης αρχής της ηθικότητας… Είναι δυνατόν η πνευματική εξέλιξη να συνεχίζεται… Ουδέποτε όμως θα μπορέσει να προχωρήσει πέραν του μεγαλείου και του ηθικού ύψους του Χριστιανισμού όπως τούτο διαλάμπει στα Ευαγγέλια».

Και ο Βρετανός Ομηριστής, φιλέλλην, William Gladstone (1809-1898) παρά τον θαυμασμό του για τον Ελληνικό πολιτισμό παραδέχτηκε: «Η Ελλάδα είχε κάθε τι που ο κόσμος αυτός μπορούσε να της δώσει· αλλά τα σπάνια άνθη του παραδείσου άνθισαν μόνο στην Παλαιστίνη».

Κάτι ακόμη σημαντικό, πρέπει να ειπωθεί εδώ, πριν κλείσουμε το όλο θέμα. Υπενθυμίζω στους αρνητές της αξίας των βιβλικών συγγραφέων ότι, τα νέα αρχαιολογικά ευρήματα που αυτοί αγνοούν και θέλουν επιδεικτικά να αγνοούν, αποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της Βίβλου γράφτηκε πριν από τον 6ο π.Χ. αιώνα (και όχι μετά). Εκτός από το περίφημο ημερολόγιο της Γκεζέρ, χρονολογούμενο από τον 10ο π.Χ. αι. – ένα από τα αρχαιότερα δείγματα γραφής – που ανακαλύφτηκε το 1908 μ.Χ., έχουν ανακαλυφθεί κι άλλα αρχαιότατα ενεπίγραφα ευρήματα από την εποχή του σιδήρου, όπως της Khirbet Qeiyafa, της Tel Zayit και Izbet Sartah (βλ. Chr. A. Rollston, What’s the Oldest Hebrew Inscription?, BAR May/June 2012). Στην Khirbet Qeiyafa βρέθηκε προσφάτως (2012) το βιβλικό όνομα Εθ-βαάλ (Ις-Βοσθέ) σε ένα αγγείο. Το όνομα αυτό ανήκε και σ’ έναν από τους γιους του Σαούλ (1 Χρον. 8:33, 9:39). Σύμφωνα με τον καθηγητή Yosef Garfinkel, εμφανίζεται μόνο στην διάρκεια της βασιλείας του Δαβίδ. Ένα ακόμη δείγμα αξιοπιστίας της Βίβλου! Πριν από χρόνια, ο ειδικός David Diringer είχε υπολογίσει ότι είχαν ανακαλυφτεί στην Παλαιστίνη περίπου 300 ενεπίγραφα κείμενα, όστρακα, σφραγίδες κ.λπ. Ενώ βέβαια, σήμερα, είναι εκατοντάδες περισσότερα (David Diringer, The Cambridge History of the Bible, τομ. 1ος σελ. 13).

Πιο εκπληκτική ακόμα, είναι μια νεότερη ανακοίνωση όπου διαβάζουμε για νεότερα αρχαιολογικά ευρήματα που ανατρέπουν θεωρίες και καθιερωμένες απόψεις για το χρόνο συγγραφής της Βίβλου, και αποκαλύπτουν πόσο εγγράμματοι ήταν οι αρχαίοι Εβραίοι. «Μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ πάνω σε κείμενα που εντοπίστηκαν στο Αράντ του Ισραήλ ρίχνουν φως στο μυστήριο της ημερομηνίας συγγραφής της Βίβλου. Οι ακαδημαϊκοί διαφωνούν στο κατά πόσο τα βιβλικά κείμενα γράφτηκαν πριν ή μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 586 π.Χ., με την εξάπλωση της γραφής να θεωρείται καθοριστικός παράγοντας για την δημιουργία της. Μια ανάλυση κειμένων πάνω σε κομμάτια αγγείων που εντοπίστηκαν στο Αράντ του Ισραήλ και χρονολογούνται από το 600 π.Χ. έφερε στο φως νέα στοιχεία που αναμένονται να αλλάξουν τα δεδομένα για όλα όσα οι ορθολογιστές θεολόγοι πιστεύουν για τη συγγραφή της Βίβλου. Τα κείμενα αποτελούν μέρη της αλληλογραφίας του Ελιασίμπ, επιμελητή ενός απομακρυσμένου φρουρίου της ερήμου, ο οποίος λάμβανε τις εντολές του γραπτά. Τα «γράμματα» που λάμβανε ήταν γραμμένα πάνω σε κομμάτια αγγείων και περιελάμβαναν λίστες τροφίμων. Το φρούριο Αράντ, κοντά στα σύνορα με το αντίπαλο βασίλειο της Ιδουμαίας, είχε έκταση περίπου δύο στρεμμάτων και στέγαζε 30 στρατιώτες. Τα κείμενα που βρέθηκαν εκεί αποτελούν πραγματικό «θησαυρό», καθώς αποδεικνύουν ότι η γραφή ήταν ευρέως διαδεδομένη στην Ιουδαία του 600 π.Χ. Πολλοί ακαδημαϊκοί εκτιμούν ότι τα βιβλικά κείμενα γράφτηκαν μετά το 586 π.Χ., με το επιχείρημα ότι δεν υπήρχαν αρκετοί γραφείς που θα μπορούσαν να αναλάβουν αυτό το έργο. Ωστόσο, η ανάλυση των ευρημάτων από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ αποδεικνύουν ότι η γραφή ήταν ευρέως διαδεδομένη εκείνη την περίοδο στην Ιουδαία. Ανάμεσα στους 100 χιλιάδες κατοίκους πρέπει να υπήρχαν εκατοντάδες εγγράμματοι, υποστηρίζουν οι ερευνητές. Αυτό θα μπορούσε να αποτελεί την υποδομή για τη σύνθεση των βιβλικών κειμένων που αποτελούν και τη βάση της ιουδαϊκής Ιστορίας και θεολογίας, όπως το Δευτερονόμιον και το 2 Βασιλέων. Για να καταλήξουν στο πόσοι ήταν εγγράμματοι, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια μέθοδο του τμήματος Εφαρμοσμένων Μαθηματικών με την οποία γίνεται ανάλυση της γραφής». Είναι φανερό λοιπόν, ότι ο λαός Ισραήλ γενικά, εκτός από μερικές εξαιρέσεις ήξερε γραφή κι ανάγνωση (πρβλ. Κριτ. 8:14· Ησ. 10:19· 29:12).

Ακόμη, θα υπενθυμίσω στους εθνοκεντρικούς Ελληνολάτρες, κάτι το γνωστό, αλλά το οποίο αυτοί θέλουν να αποσιωπούν, ενώ διαπρεπείς φιλόλογοι όπως ο Ι. Κακριδής και άλλοι παραδέχονται (πρβλ. Ι. Κακριδή, Ελληνικό φως). Ότι οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, πολλά μάθανε και δανείστηκαν από τους λαούς και τους σοφούς της αρχαίας Εγγύς Ανατολής (Αίγυπτο, Φοινίκη, Βαβυλώνα, κ.ά.), αφού οι πολιτισμοί τους προηγήθηκαν του πολιτισμού των Ελλήνων. Και Έλληνες σοφοί (Θαλής, Πλάτων, κ.λπ.) επισκέφτηκαν τα μέρη τους, και προσέλαβαν πολιτιστικά στοιχεία καθώς και θρησκευτικά έθιμα, ιδέες, γνώσεις κ.λπ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ηροδότου (Β, 109) και του Αριστοτέλη (Μετά τα φυσικά, α, 181, β 21), στην Αίγυπτο ανακαλύφτηκαν τα μαθηματικά και ιδίως η γεωμετρία, ενώ στη Βαβυλώνα καλλιεργήθηκε η αστρονομία κ.ά. (πρβλ. και O. Neugebauer, Οι θετικές επιστήμες στην αρχαιότητα, 1986, όπου μεταξύ άλλων καταδείχνεται ότι, το πυθαγόρειο θεώρημα ήταν γνωστό ήδη στους Βαβυλώνιους πριν από αιώνες κ. άλλ.). Από τους Φοίνικες κατά την μαρτυρία του Ηροδότου, παρέλαβαν οι Έλληνες το Αλφάβητο (Ιστορ. 5:38), και ο Κάδμος ο Τύριος, ήρθε στη Βοιωτία με Φοίνικες (2:49) κατά την μαρτυρία πάλι του Ηροδότου, ενώ, είναι γνωστές οι επιδράσεις που δέχθηκε η αρχαιοελληνική θρησκεία από τις Ανατολικές μυθολογίες (βλ. Walter Burkert, Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός, Η επίδραση της Ανατολής, εκδ. Παπαδήμα). Αυτά νομίζω αρκούν για την αποκατάσταση της αλήθειας.

Στο βιβλίο μου Βίβλος, ένα βιβλίο επαναστατικό, (2012) (βλ. και Η επίδραση της Βίβλου στις τέχνες και τα γράμματα) κατέδειξα ότι τα μεγαλύτερα φιλολογικά έργα παγκοσμίως όπως του Τζον Μίλτον, του Δάντη, του Τ. Σ. Έλιοτ, Φ. Μωριάκ, Τολστόι, Ντοστογιιέφκσι, κ.ά., και ορατόρια, και καλλιτεχνικά εικαστικά έργα όπως του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Μιχαήλ Άγγελου, Θεοτοκόπουλου κ.λπ., έχουν επηρεαστεί από τη Βίβλο, τους συγγραφείς της, και τη θεματολογία της. Αυτό λέει πολλά!

Τελειώνω, λοιπόν με μια παράθεση που ταιριάζει σαν κατακλείδα εδώ, και γι’ αυτό ολοκληρώνω τις σκέψεις μου μ’ αυτήν, από το παραπάνω βιβλίο μου:

«Καθώς έγραφα αυτές τις σειρές, συνειδητοποίησα πόσοι νομπελίστες συγγραφείς ομολόγησαν ότι δέχθηκαν την ευεργετική επίδραση της Βίβλου (τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο) στο έργο τους. Κι αναρωτήθηκα: Με πόσα Νόμπελ λογοτεχνίας θα έπρεπε να τιμηθούν οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής;»

12. Αμαρτία-ενοχή-τιμωρία

Άλλοι αρνητές πολέμιοι του Χριστιανισμού και μηδενιστές, στρέφονται κατά της χριστιανικής βιβλικής διδασκαλίας περί αμαρτίας του ανθρώπου, ενοχής, και τιμωρίας, υποστηρίζοντας ότι έτσι, ο άνθρωπος οδηγείται σε μαρασμό, αφού η θρησκεία (η χριστιανική), του δημιουργεί συνεχώς συμπλέγματα φοβίας, αμαρτίας, ενοχής, που για να επιτύχει μια μέλλουσα και αβέβαιη ζωή, δεν τον αφήνει να χαρεί την εδώ ζωή, την παρούσα, την χειροπιαστή, όπως αυτός τη θέλει...

Μάλιστα, κατά τον Νίτσε, οι Εβραίοι πέτυχαν έτσι και μέσω του Χριστιανισμού (που θεωρείται παραφυάδα του Ιουδαϊσμού), την ανατροπή της αριστοκρατικής εξίσωσης των αξιών, μετατρέποντας σε ηθικό, τον φτωχό, τον ταπεινό, τον κακόμοιρο, τον στερημένο, γιατί μόνον αυτός είναι αποδεκτός από τον Θεό!

Και για μεν το Νίτσε, και για τις μηδενιστικές ημιπαράφρονες θεωρίες του, έγραψα ήδη, στο προαναφερθέν δοκίμιό μου όπου και παραπέμπω, σκοπεύω δε να επανέλθω σε μια εν εκτάσει κριτική του έργου και των θέσεων του μελλοντικώς. Όσον αφορά τον εκπληκτικό του ισχυρισμό ότι, η Ιουδαία, μέσω του Χριστιανισμού νίκησε τη Ρώμη, αυτό είναι μεν αληθές, αλλά έγινε λόγω των ισχυρών πνευματικών ενδογενών αναγεννησιακών δυνάμεων του Χριστιανισμού και, κυρίως, της φλογερής πίστης και της αγάπης των χριστιανών και όχι, λόγω της μνησικακίας των δούλων Εβραίων και χριστιανών! Επ’ αυτού ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί από το ενδιαφέρον έργο του Max Scheler, Ο μνησίκακος άνθρωπος (2002), όπου ασκείται η δέουσα κριτική στο Νίτσε. Αλλά το ερώτημα παραμένει: Πώς, οι φτωχοί, οι κακόμοιροι, οι υπόδουλοι, αδύναμοι Ιουδαίοι και οι χριστιανοί, νίκησαν την μιλιταριστική Ρώμη; Ή, μήπως δεν ήσαν αδύναμοι, αλλά η ηθική υπεροχή των χριστιανών,η αγάπη, η ανεξικακία και η υπομονή τους, αποδείχτηκαν ισχυρότερες δυνάμεις από τα ρωμαϊκά ξίφη και τα λάβαρα;

Κατ’ αρχάς, πρέπει να λεχθεί ότι η ροπή και η τάση προς την αμαρτία (=αστοχία), το αμαρτάνειν, είναι κοινό για όλους τους ανθρώπους, κατά την προσφυή παρατήρηση του Θουκυδίδη, «εκ φύσεως ρέπουν άπαντες οι άνθρωποι και κατ’ ιδίαν και δημόσια εις το αμαρτάνειν» (Θουκ. Γ, 45, 3). Βέβαια, τα αίτια της αμαρτίας, οι περισσότεροι ελληνες φιλόσοφοι τα απέδιδαν στην άγνοια («ουδείς εκών κακός» κατά τον Σωκράτη) αν και υπήρξαν φωνές σαν του Αριστοτέλη που έλεγαν ότι το ηθικό κακό πηγάζει από την κακή προαίρεση του ανθρώπου. Άρα, πας άνθρωπος εκών κακός, εκτός αν επιδρούν πάνω του η βία και η πλάνη (πρβλ. Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, Ι, 6-7).

Τώρα, όσον αφορά το αν η αληθινή Χριστιανοσύνη είναι μια ενοχική τάχα θρησκεία, που καταπιέζει το σώμα και τις εγγενείς ορμές του, τα πράγματα πρέπει να μπουν σε μια σειρά. Ναι μεν, ο βιβλικός Χριστιανισμός μιλάει για την αμαρτωλότητα του ανθρώπου, για τα έργα της σαρκός, δηλ., τα έργα των αποκομμένων ανθρώπων από το Θεό, για την τάση και ροπή του ανθρώπου προς την αμαρτία λόγω της αρχικής παραβάσεως των πρώτων γονέων (original sin), ναι μεν λέει ότι, «πάντες ήμαρτον και στερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. 5:12 επ.), αλλά λέει, δια στόματος πάλι του απ. Παύλου ότι, «ούτω και δια της υπακοής του ενός (του Χριστού) δίκαιοι καταστηθήσονται οι πολλοί» (Ρωμ. 5:19).

Με άλλα λόγια, όπως επεσήμαναν οι χριστιανοί θεολόγοι στοχαστές (π.χ. Blaise Pascal, Søren Kierkegaard, Simone Weil, κ.α.), η Βίβλος και ο Χριστιανισμός τονίζουν την σχάση της σχέσης Θεού-ανθρώπου, που επήλθε λόγω της αρχικής παράβασης-παρακοής των ανθρώπων, που θεωρήθηκε και το σοβαρότερο ιστορικό γεγονός μέσα στο ηθικό σύμπαν, και που επαναλαμβάνεται προσωπικά λόγω της αδυναμίας και εκτροπής-αποκοπής του ανθρώπου από την πηγή της ζωής—το Θεό. Αλλά ταυτόχρονα δίνει και το αντίδοτο: Τη θεία χάρη, που επέρχεται με την πίστη στην εκούσια θυσία του Ιησού Χριστού, και την αλλαγή τρόπου ζωής (μετάνοια) και την καλλιέργεια μεταξύ άλλων της πίστης, της ελπίδας και της αγάπης. Η τελευταία, η αγάπη, κατά την ωραία ιωάννεια έκφραση, «έξω βάλλει τον φόβον» (1 Ιωαν. 4:18). Ο Χριστιανός φιλόσοφος Pascal διατύπωσε τα παραπάνω, μ’ ένα πολύ ωραίο τρόπο, αποφθεγματικό, σαν στυλίστας του λόγου που ήταν. Έγραψε: «Δεν υπάρχει τίποτα στη ζωή που να μην δείχνει, ή την αθλιότητα του ανθρώπου ή την ευσπλαχνία του Θεού, ή την αδυναμία του ανθρώπου χωρίς Θεό ή την δύναμη του ανθρώπου με Θεό» (Σκέψεις, 562 & 537). Κοντολογίς, ο βιβλικός Χριστιανισμός δεν είναι καμία ενοχική θρησκεία, που θέλει τον άνθρωπο μαυροφορεμένο, συνεχώς φοβισμένο από τη θεία τάχα οργή, και συνεχώς μετανοούντα «εν σάκω και σποδώ», για υποθετικές και φανταστικές αμαρτίες (πράγματα του Μεσαίωνα και της καθολικής εκκλησίας κυρίως), αλλά θρησκεία (=λατρεία) σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας εν Χριστώ και αγάπης και χαράς, όχι αυτο-τιμωρίας και λύπης. Ο Χριστός ήταν ισορροπημένος και έδωσε το παράδειγμα. Δεν ήταν ασκητής, αποτραβηγμένος από τον κόσμο, γι’ αυτό άλλωστε κατηγορήθηκε από τους Φαρισαίους ως υιός φάγος και πότης, φίλος των τελωνών και των αμαρτωλών, αλλά ζούσε ως φυσιολογικός άνθρωπος μέσα στην Ιουδαϊκή κοινωνία του 1ου μ.Χ. αιώνα, παραβρέθηκε στο γάμο της Κανά, μίλησε για τον γάμο και τη σαρκική ένωση ως θεία ευλογία στο γάμο (Ματθ. 19:3-6, Μαρκ.10:9) και έλεγε στους μαθητές του, «χαίρετε» και «χαίρετε και αγαλλιάσθε» (Ματθ. 28:9, Λουκ. 6:23, 13:17). Μίλησε επίσης για τη χαρά του νυμφίου (Ιωάν. 3:29), είπε ότι οι μαθητές του έπρεπε να χαίρονται επειδή θα πορευόταν στον πατέρα (Ιωάν. 14:28, 16:20) κ.λπ. Ενώ, ο απόστολος Παύλος, προέτρεπε, «χαίρετε μετά χαιρόντων» (Ρωμ. 12:15), «αεί δε χαίροντες» (2 Κορ. 6:10), «αδελφοί χαίρετε εν Κυρίω» (2 Κορ. 13:11, Φιλ. 3:1) και «πάντοτε χαίρετε» (1 Θεσ. 5:16). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι, ο εθνικός φιλόσοφος Κέλσος (τέλος 2ου αι. μ.Χ.), κατηγορούσε τους πρώτους χριστιανούς ως «γένος φιλοσώματον»! (Ωριγένης, Κατά Κέλσου, 2:39), και ότι οι μοναστικές ιδέες από τον 3ο αι. μ.Χ. (Αντώνιος, Παχώμιος κ.λπ.) ήταν αυτές που διέδωσαν την παρθενία και την αγαμία, ως ανώτερες τάχα καταστάσεις ζωής, και τον αναχωρητισμό, και το πένθος, και τη συνεχή μετάνοια, ως το μόνο, τον ιδανικό χριστιανικό τρόπο ζωής. Αλλά, προηγήθηκαν βέβαια, και οι Γνωστικοί, και οι Εγκρατίτες, και άλλα εξω-χριστιανικά ρεύματα, που επέδρασαν ισχυρά πάνω στην εκκλησία—να σκεφτεί κανείς ότι και ο Τερτυλλιανός στο τέλος του 2ου μ.Χ. αιώνα, έλεγε ότι οι γυναίκες ήταν η «πύλη της κολάσεως» και έπρεπε να κυκλοφορούν «πενθώντας ως μετανοημένη Εύα»—και έδωσαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο Χριστιανισμός απαξιοί την χαρά και τις «εν μέτρω» υγιείς, υλικές απολαύσεις, ενώ συμβαίνει το αντίθετο. Ο Εκκλησιαστής προτρέπει «φάε, πίε και ευφραίνου μετά της γυναικός της νεότητός σου» (Εκκλ. 5:18, 9:9), το Άσμα Ασμάτων, δίνει έμφαση στην αξία του αγνού έρωτα που είναι ισχυρότερος από τον θάνατο (Ασμ. Ασμ. 8:6), στο βιβλίο των Παροιμιών διαβάζουμε για τον οργασμό, τον συζυγικό έρωτα, ως «εκ-σταση» (= στέκομαι έξω από τον εαυτό μου) (Παρ. 5:15-19), και ο Χριστός, δεν ήταν αναχωρητής-ασκητής, αλλά έδωσε στους μαθητές του την εντολή να είναι μέσα στον κόσμο αλλά όχι μέρος του (πονηρού) κόσμου (Ιωάν. 17:13-16), απολαμβάνοντας «την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν εαυτοίς», δηλαδή, «να έχουν τη δική μου τη χαρά μέσα τους σ’ όλη την πληρότητά της».

Ο Νίτσε, γράφοντας το βιβλίο του Ο Αντίχριστος, θέλησε να καταδείξει ότι ο Χριστιανισμός στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής και των απολαύσεων, κρίνοντας από τον θεσμοθετημένο και παρηκμασμένο Χριστιανισμό της εποχής του. Όταν έφτασε, όμως, στο πρόσωπο του Χριστού, αναγνώρισε ότι ήταν αυτός ξέχωρη προσωπικότητα, και όπως παρατηρεί ο Giovanni Papini: «Ποτέ δεν μπόρεσε να πει σε τι ο Χριστός των Ευαγγελίων εναντιώνεται στη ζωή, Εκείνος ακριβώς που τη θέλει πιο ευτυχισμένη και ανώτερη (Η ζωή του Χριστού, σελ. 5).

Και κάτι τελευταίο: Είθισται, δεν ξέρω από πότε, δεν το έψαξα, ο πρώτος μήνας του ζεύγους, να θεωρείται μήνας του μέλιτος, γιατί σ’ αυτόν χαίρεται και ευφραίνεται ερωτικά ο γαμπρός και η νύφη. Αλλά η Βίβλος προέβλεπε, όχι μήνα, αλλά έτος του μέλιτος! Ο Ισραηλίτης, απαγορεύετο αν ήταν νυμφευμένος να υπηρετήσει στο στρατό για ένα έτος, για να ευφραίνει, όχι τον εαυτό του, αλλά τη γυναίκα του και ν’ αποκτήσει απογόνους! (Δευτ. 24:5). Αυτά γι’ αυτούς που νομίζουν ότι η Βίβλος είναι βιβλίο κατά των σωματικών απολαύσεων και υπέρ της τιμωρίας ή αφειδίας του σώματος (πρβλ. Κολ. 2:23) ενώ πρόκειται για παραδόσεις, εντολές και διδασκαλίες εξωχριστιανικές. Κάτι που είχε προβλέψει ο απόστολος Παύλος και έγραψε ότι «μερικοί θα αποστατήσουν από την πίστη... θα απαγορεύσουν το γάμο και θα επιβάλλουν αποχή από τα φαγητά που τα εδημιούργησε ο Θεός να τα τρώμε και να τον ευχαριστούμε...» (1 Τιμ. 4:1-5). Η Βίβλος είναι υπέρ της λογικής απόλαυσης της ζωής με όλες τις χαρές της. Όπως διαβάζουμε στον Εκκλησιαστή 8:15: «Γι’ αυτό κι εγώ πλέκω τον ύμνο στη χαρά: Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για τον άνθρωπο σε αυτό τον κόσμο, από του να τρώει, να πίνει και να χαίρεται· κι αυτή η ευδαιμονία να τον συνοδεύει και στα έργα του, όλες τις μέρες που ο Θεός του έδωσε να ζήσει εδώ στη γη». Επίσης, στο Εκκλησιαστής 9:7, 9 διαβάζουμε: «Πήγαινε λοιπόν, φάε το ψωμί σου με χαρά και το κρασί σου πιες μ’ ευχάριστη διάθεση, γιατί ο Θεός έχει κιόλας αποδεχθεί τα έργα σου. Απόλαυσε τη ζωή με τη γυναίκα που αγαπάς, όλες τις ημέρες της μάταιης ζωής σου, όσες σου δώσει ο Θεός εδώ στη γη. Γιατί αυτό είναι το μερίδιό σου στη ζωή και στο μόχθο σου και στη σκληρή δουλειά σου σ’ αυτόν τον κόσμο».

Βεβαίως, ο απόστολος Παύλος μεταξύ άλλων λέει ότι οι χριστιανοί πρέπει να «νεκρώσουν τα μέλη τους, τα επί της γης» (Κολ. 3:5), έκφραση που δίνει την εντύπωση ότι στρέφεται κατά του σώματος. Ωστόσο, τα αμέσως παρακάτω λόγια του διευκρινίζουν το τι θέλει να μας πει: «Πορνείαν ἀκαθαρσίαν πάθος ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία». Με άλλα λόγια ο Παύλος στρέφεται όχι κατά του σώματος αυτό καθ’ αυτό, αλλά εναντίον των παθών που μπορούν να πηδαλιουχήσουν τα μέλη του σώματος. Γι’ αυτό και η Νεοελληνική Μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας αποδίδει το συγκεκριμένο χωρίο ως εξής: «Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν: Την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, τη σαρκική αμαρτία, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδολολατρεία». Εξάλλου, ο απόστολος Παύλος καταδικάζει εκείνους που με εθελοθρησκεία επιβάλλουν την κακομεταχείριση (ἀφειδίᾳ) του σώματος (Κολ. 2:23). Ο αναγνώστης πρέπει να έχει υπόψη του ότι δεν ήταν οι βιβλικοί συγγραφείς εκείνοι που αποκάλεσαν «ντροπές» (αιδοία) τα γεννητικά όργανα, αλλά οι στωικοί φιλόσοφοι όπως π.χ. ο Σενέκας. Και ατυχώς τέτοιες αντιλήψεις ακολούθησαν αργότερα και κάποιοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον Ωριγένη που αυτο-ευνουχίστηκε, και τον Αυγουστίνο της Ιππώνος, που επέμενε στην αισχρότητα κατ’ αρχάς της σεξουαλικής επιθυμίας, της συνουσίας και των γεννητικών οργάνων, λέγοντας ότι «γεννιόμαστε μέσα στα κόπρανα και στα ούρα». Διαλλακτικότερες και νηφαλιότερες θέσεις για το γάμο και τη σημασία του έρωτα και του σεξ, εκφράζουν βέβαια, άλλοι Πατέρες όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (PG 62, 135-136), και ο Βασίλειος Αγκύρας, οι οποίοι δέχονται ότι σκοπός του γάμου δεν είναι μόνο η τεκνοποίηση, αλλά και ο της «μίξεως οίστρος» (PG 30, 676). Αλλά, δυστυχώς οι πρώτες αντιλήψεις κυριάρχησαν περισσότερο και εξακολουθούν μέχρι σημερα να συσκοτίζουν τη διάνοια των ανθρώπων.

Όσον αφορά το ζήτημα της τιμωρίας του Θεού των αμετανόητων αμαρτωλών, με την περίφημη κόλαση, που έχουν υπόψη τους όλοι και, ιδίως, οι επικριτές, ως μέσον εκφοβισμού των ανθρώπων, και ως εργαλειοποίηση της ιεραρχίας για καταπίεση και διαβουκόληση των μαζών, καλά θα κάναν όλοι αυτοί ν’ ανοίξουν ένα λεξικό της αρχαίας Ελληνικής, όπως του Lidell-Scott, ή Σταματάκου κ.α., αν δεν μπορούν να προσφύγουν στα ειδικά βιβλικά λεξικά όπως του Bauer, του Kittel κ.α, στη λέξη κόλαση. Τότε έκπληκτοι θα πληροφορηθούν ότι η λέξη κόλαση σημαίνει αποκοπή (υπάρχει και η έκφραση κόλασις δένδρων), το ρήμα κολάζω προέρχεται από το ρήμα κολοβώνω (=αποκόπτω) . και βασικά, σημαίνει στη βιβλική γλώσσα την αποκοπή από τη ζωή, τον αιώνο θάνατο, όχι τον αιώνιο βασανισμό μιας άυλης ψυχής! Η «γέεννα του πυρός» που υπάρχει όντως στα Ευαγγέλια, έχει την ίδια έννοια, είναι η κόλαση (η λίμνη του πυρός στην Αποκάλυψη), με μεταφορική όμως, γλώσσα. Πύρινη κόλαση με δαίμονες, τρίαινες και καζάνια, υπάρχουν μόνο στο Μεσαίωνα, στην κόλαση του Δάντη, σε τοιχογραφίες ναών, στους αρχαίους παγανιστές και στις απόκρυφες Αποκαλύψεις (π.χ. του Πέτρου). Κάτω από την επίδραση αυτών των παραγόντων, παγιώθηκε η περίφημη εξω-βιβλική, εξω-χριστιανική εικόνα της κόλασης, που συνεχίζει να εκφοβίζει σήμερα κάποιους απληροφόρητους πιστούς. Για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Στην Κόλαση δεν καίει καμία φωτιά και Α. Τέρνερ, Η ιστορία της Κόλασης, 1997. Για την σημασία της παραβολής του πλουσίου και του Λαζάρου που συχνά παρατίθεται ως επιχείρημα υπέρ της κόλασης, βλ. Αθανάσιο Δεσπότη, Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου όπου υπάρχει, τελικά, μια ανατρεπτική ερμηνεία!

13. Παρθενική γέννηση και ανάσταση του Ιησού:
Λογοκλοπή από μύθους;

Κάποιοι νεοπαγανιστικοί και θρησκειολογικοί κύκλοι που αρέσκονται στους μύθους και στις μυθοπλασίες, ισχυρίζονται (προσοχή! ισχυρίζονται χωρίς να αποδεικνύουν), ότι η παρθενική γέννηση του Ιησού όπως αναφέρεται από το Ματθαίο και τον Λουκά, και οι αφηγήσεις των Ευαγγελιστών για την ανάσταση του Ιησού, προέρχονται από παγανιστικούς μύθους, γιατί τάχα υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της θαυματουργικής γέννησης του Ιησού, με τη θαυματουργική γέννηση του Ηρακλή από την Αλκμήνη που την επισκέφτηκε ο Δίας ή το μύθο της Δανάης κ.α., και συνεπώς, οι Ευαγγελιστές από αυτούς εμπνεύστηκαν! Βέβαια, πρώτος που υποστήριξε τέτοιες ιδέες δεν ήταν κανείς άλλος παρά ο Κέλσος, τον οποίον οι σύγχρονοι χριστιανομάχοι αντιγράφουν! (Ωριγένης, Κατά Κέλσου 1, 37), πρβλ. και Δ. Τσινικόπουλος, Ο Κέλσος και ο (αν)αληθής του λόγος.

Εδώ, βέβαια, ισχύει μάλλον το γνωστό ρητόν: «Μωραίνει ο Κύριος ον βούλεται απωλέσαι» και, πολύ περισσότερο ταιριάζει, αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος σε κάποια περίπτωση: «Θέλοντας να είναι νομοδιδάσκαλοι, δεν γνωρίζουν ούτε τι λέγουν ούτε για τι πράγμα ισχυρίζονται (1 Τιμ.1:7).

Όποιος προβάλλει τέτοιους εξωφρενικούς ισχυρισμούς, οφείλει με την κοινή λογική και τους κανόνες αποδείξεως (όπως ακριβώς στη νομική επιστήμη υπάρχει «δίκαιον αποδείξεως», και αποδείξεις θεωρούνται οι: μάρτυρες, έγγραφα, ομολογία, αυτοψία, τεκμήρια κ.λπ) οφείλει, λέω, να μας αποδείξει: πού, πώς, πότε και γιατί, οι Ιουδαίοι συγγραφείς Ευαγγελιστές, του 1ου αι. μ.Χ., ήρθαν σε επαφή με τους παγανιστικούς μύθους, τους πίστεψαν και τους εγκολπώθηκαν, και τους σέρβιραν στους αναγνώστες τους, όντας οι ίδιοι αυστηροί μονοθεϊστές! Αλλά εδώ υπάρχει κάτι πολύ σπουδαιότερο που οι νεοπαγανιστές και άλλοι αρνητές, δεν υποψιάζονται καν. Σύμπασα η Βίβλος, ομιλεί και προϋποθέτει την παρθενική γέννηση του Μεσσία Ιησού (Γεν. 3:15, Ψαλμ. 2:7, 69:8, Μιχ. 5:2, Ησ. 7:14 . η νεαρά κόρη εδώ, εβρ. almach, μπορεί να μεταφραστεί θεμιτά και ως «παρθένος», όπως το έκαναν ορθώς οι Ο΄ και απ’ αυτούς παραθέτει ο Ματθαίος 1:22, 23 (βλ. J. McDowell, Ζητώ αποδείξεις, σελ. 376, 377).

Αλλά και ο απόστολος Παύλος αυτό εννοεί και προϋποθέτει, όταν λέει ότι ο Ιησούς Χριστός «εν μορφή Θεού υπάρχων ... εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. 2:5, 6) και «ότε δε ήλθεν το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλε ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον υπό γυναικός» (Γαλ. 4:4). Αλλού γράφει ότι ο Ιησούς είναι ο δεύτερος Αδάμ, «άνθρωπος εξ ουρανού», ο οποίος εγένετο μετά την ανάστασή του «εις πνεύμα ζωοποιούν» (1 Κορ. 15:45, 47). Κι αυτό το γράφει το 55 μ.Χ., μόλις 22 χρόνια μετά τον θάνατο του Ιησού! Πότε να προλάβουν να επιδράσουν στη διάνοιά του παγανιστικοί μύθοι και από πού κι ως πού; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μόνο αν η Καινή Διαθήκη είχε γραφεί από ημιπαγανιστές τον 2ο αι. μ.Χ. και όχι από χριστιανούς πιστούς τον 1ο αι. μ.Χ. Με άλλα λόγια, μόνο με την παρθενική γέννηση του Ιησού, με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, θα μπορούσε να γεννηθεί ως άνθρωπος αναμάρτητος, για να προσφέρει τη ζωή του λυτρωτική θυσία στο Θεό, και να εξασφαλιστεί έτσι η σωτηρία του ανθρώπου. Κανείς άλλος άνθρωπος καταγόμενος από τους πρώτους γονείς, δε θα μπορούσε να το επιτελέσει αυτό. Υπάρχει, λοιπόν, οργανική ενότητα στην διδασκαλία της Βίβλου για την θεία ενανθρώπιση του Ιησού, πολυμαρτυρημένη (Ιωάν. 1:1, 2, «ο Λόγος σαρξ εγένετο», κ.λπ.). Οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί των πολεμίων αποδεικνύονται για πολλοστή φορά αναπόδεικτες φαντασιοκοπίες ανθρώπων, που κυριολεκτικά δεν ξέρουν τι λένε...

Όσον αφορά τον έτερον ισχυρισμό, ότι οι Ευαγγελικές διηγήσεις περί αναστάσεως του Ιησού δεν αναφέρονται σε κάποιο ιστορικό γεγονός, αλλά πάρθηκαν από τους μύθους των μυστηριακών θρησκειών, π.χ., Όσιρις αναγεννώμενος, ο Άδωνις που πεθαίνει και επανέρχεται την Άνοιξη στη ζωή, Διονύσιος ο Ζαγρεύς των Ορφικών μυστηρίων, ο Άττις (φρυγική θεότης), που φέρεται ανιστάμενος από τους νεκρούς κ.λπ., εδώ, θα πρέπει και πάλι να πούμε ότι η προκατειλημμένη επιθυμία, προηγείται της γνώσης και της επιστημοσύνης!

Επιγραμματικά προχωρώ στην ανασκευή των επιχειρημάτων των αντιφρονούντων που αποδεικνύονται σαθρά.

  1. Η πίστη στο θάνατο των θεών επανερχομένων στη ζωή, υπήρχε στην αρχαία Αίγυπτο, Βαβυλώνα, Συρία και Φοινίκη. Θεωρούνταν θεοί βλαστήσεως που αναγεννιόνταν την άνοιξη, ή το πρωί μαζί με τον ήλιο... Στον αυστηρό ιουδαϊκό μονοθεϊσμό και στον κύκλο των Ιουδαίων μαθητών του Ιησού, είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατον να είχαν επίδραση τέτοιες παγανιστικές ιδέες. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία και ιστορική βάση που να βεβαιώνει ή να μαρτυρεί μια τέτοια έστω και έμμεση επίδραση μύθων στις διάνοιες των χριστιανών.
  2. Οι μύθοι αυτοί των παγανιστών περί θανάτου-αναγεννήσεως των θεών τους, έχουν να κάνουν με τις δυνάμεις της φύσης. Πρόκειται συνήθως, περί ζεύγους θεοτήτων, και είναι αόριστοι, αισχροί στο περιεχόμενό τους, στερούμενοι ηθικής αξίας, σε αντίθεση με το θάνατο του Ιησού και την επιμαρτυρούμενη πολλαπλώς ανάστασή του, που έλαβε χώραν εντός συγκεκριμένου τόπου και χρόνου—έξω από την Ιερουσαλήμ, στο Γολγοθά, στις 14 Νισάν του 33 μ.Χ. ο θάνατος, 16 Νισάν του 33 μ.Χ., η ανάστασις (πρβλ. Colin Duriez, Έτος 33. Η χρονιά που άλλαξε ο κόσμος, ιδίως σελ.169 επ.).
  3. Η ανάσταση του Χριστού διαβεβαιώνεται και αναφέρεται όχι μόνο από τους 4 Ευαγγελιστές, αλλά και από τις επιστολές του Παύλου, και των άλλων συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, κείμενα του 1ου αι. μ.Χ. Αλλά οι μυστηριακές θρησκείες με τους, μύθους τους αναπτύχθηκαν αργότερα, και ήταν αδύνατον να επιδράσουν σε πιστούς του 1ου μ.Χ. αι.
  4. Δεν γίνεται λόγος στους μύθους, συγκεκριμένη αναφορά εφ’ άπαξ αναστάσεως κάποιου θεού αλλά περί θεοποιήσεως π.χ. του Όσιρι, και τάχα ανασυνθέσεως του Διονύσου από την καρδιά του (!). Τα ίδια πρέπει να λεχθούν και για τον Άδωνι-Θαμμούζ. Οι παλιές εκδόσεις του μύθου του Άττεως δεν κάνουν λόγο για θάνατο και ανάστασή του. Ως προς τον Μίθρα, που είναι προσωποποίηση του ήλιου, η λατρεία του οποίου προσέλαβε μεγάλη έκταση στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ανάμεσα στους Ρωμαίους στρατιώτες τον 3ο μ.Χ. αι., δεν γίνεται λόγος για πάθος και ανάστασή του στον κύκλο των μύθων του. Οι προσκομιζόμενες αναλογίες δεν είναι πραγματικές και δεν έχουν σοβαρή ιστορική βάση (πρβλ. Κ. Τσομπάνη, Μιθραϊσμός και Χριστιανισμός, περ. Ιστορικά, τεύχος 61, 2007).

Καμία σχέση και αναλογία λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ των αορίστων, ασαφών και αισχρών μύθων των συνεχώς αναγεννωμένων θεών της αρχαιότητας, και του μοναδικού γεγονότος του θανάτου και της αναστάσεως του ιστορικού Ιησού, που μαρτυρείται κατά την επιτυχή και ωραία έκφραση χριστιανού απολογητή από «λεγεώνα μαρτύρων» (πρβλ. 1 Κορ. 15), επιβεβαιούμενη από την συμμαρτυρία ολόκληρης της χριστιανικής γενεάς (βλ. Π. Τρεμπέλα, Ιησούς ο από Ναζαρέτ, 1955, σελ. 455 επ., 506 επ. και ιδίως 514. του ιδίου, Αρχαίες μυστηριακές θρησκείες και Χριστιανισμός και Joscelyn Godwin, Μυστηριακές θρησκείες του αρχαίου κόσμου. Επίσης, το περισπούδαστο έργο του Ronald H. Nash, Christianity and Hellenistic World [επανεκδώθη ως The Gospel and the Greeks: Did the New Testament Borrow from Pagan Thought?].

Για την ιστορικότητα και αξιοπιστία των ευαγγελικών αφηγήσεων για την ανάσταση του Ιησού βλ. μεταξύ άλλων, Frank Morison, Ποιος μετακίνησε την πέτρα; και, ιδίως, Δ. Τσινικόπουλος, Ο θάνατος και η ανάσταση του Ιησού: Γεγονότα ή μύθοι; Τοσαύτα και επ’ αυτού του θέματος.

14. Είναι αληθινά τα βιβλικά θαύματα;

Πολλοί σκεπτικιστες απορρίπτουν τα βιβλικά θαύματα. Τα βασικότερα επιχειρήματα κατά της παραδοχής του θαύματος που έχουν προβληθεί μέχρι σήμερα από τους διάφορους πολέμιους της θεολογικής σκέψης, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:

Κατ’ αρχάς το θαύμα συγκρούεται με τον νόμο της αιτιότητας ή με την «αρχή του αποχρώντος λόγου». Εφόσον γίνεται δεκτό ότι το θαύμα έχει την αιτία του σε δύναμη υπερ-φυσική, είναι ξένο στοιχείο που εισχωρεί στην περιοχή της αυστηρής νομοτέλειας της φύσης κατά τρόπο αυθαίρετο. Διασπά το άκαμπτο σχήμα αίτιον-αιτιατόν καταργώντας την αιτιοκρατική αρχή, σύμφωνα με την οποία κάθε αποτέλεσμα έχει τη φυσική του αιτία. Το θαύμα παραβιάζει τους φυσικούς νόμους που είναι άκαμπτοι, αμετάβλητοι και αιώνιοι. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που έλεγε ο πανθεϊστής Σπινόζα: «Τίποτα δεν μπορεί να συμβεί στη φύση, που να είναι σε αντίθεση με τους παγκόσμιους νόμους». Ευθυγραμμιζόμενος με τέτοιου είδους απόψεις και ο Σκώτος φιλόσοφος Χιούμ υποστήριζε ότι τα θαύματα είναι «μια παραβίαση των νόμων της φύσης».

Εξάλλου, σύμφωνα με τους θιασώτες αυτών των απόψεων, το θαύμα έρχεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη πείρα και δεν μπορεί να ελεγχθεί επιστημονικά, δηλαδή με την παρατήρηση και το πείραμα. Γι’ αυτό και πρέπει παντελώς να απορριφθεί. Τη θέση αυτή υποστήριξε ενθέρμως ο Ντέιβιντ Χιούμ που ανεδείχθη ένας απ’ τους δεινούς πολέμιους του θαύματος, τονίζοντας ότι τα θαύματα είναι αντίθετα με την ανθρώπινη πείρα (contrary to the experience). Παρόμοια, ο γνωστός Γάλλος ορθολογιστής Ερνέστος Ρενάν ισχυριζόταν ότι δεν μπορεί να δεχθεί το θαύμα, για μόνο τον λόγο ότι δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε κάτι, για το οποίο ο κόσμος δεν μας προσφέρει κανένα ίχνος πειραματικό.

Τέλος, η διενέργεια του θαύματος, σύμφωνα με πολλούς φιλόσοφους, δεν εναρμονίζεται με τη φύση και τον σκοπό του Θεού. Εφόσον ο Θεός είναι το Α και το Ω, ο Πρώτος και ο Έσχατος, Παντογνώστης και αναλλοίωτος, γιατί θα πρέπει να επεμβαίνει στη φυσική τάξη των πραγμάτων που αυτός δημιούργησε διαταράσσοντάς την; Μια τέτοια επέμβαση, υποστηρίζουν, έρχεται σε αντίθεση με τις ιδιότητες της σοφίας και της προνοητικότητάς Του.

Και τα τρία παραπάνω επιχειρήματα των αρνητών του θαύματος έχω τη γνώμη ότι ούτε απροσμάχητα είναι, ούτε πειστικά μπορούν να θεωρηθούν. Αντίθετα, μια ορθολογικότερη και σφαιρικότερη θεώρηση του όλου θέματος μπορεί να πείσει ότι το θαύμα δεν μπορεί να θεωρηθεί αδύνατον.

Ως προς την πρώτη αντίρρηση, ότι το θαύμα πρέπει ν’ απορριφθεί διότι σαν φαινόμενο συγκρούεται με τους φυσικούς νόμους και ιδιαίτερα με τον νόμο της αιτιότητας, μπορεί να λεχθεί ότι σήμερα μετά τις διάφορες επιστημονικές ανακαλύψεις και έρευνες σ’ όλους τους τομείς του επιστητού, η ένσταση αυτή έχει χάσει τη βαρύτητά της. Μια τέτοιου είδους per definitionis απόρριψη του θαύματος είναι αντεπιστημονική.

Κατ’ αρχήν, ας σημειωθεί ότι το επιχείρημα ότι θαύματα δεν γίνονται γιατί τίποτα δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη φυσική του αιτία, είναι μια άποψη όχι της σύγχρονης επιστήμης, αλλά τόσο παλιά, όσο οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Ο Κικέρων π.χ. υποστήριζε ότι «τίποτα δεν γίνεται που δεν μπορεί να συμβεί, και αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί σαν θαύμα… δεν υπάρχουν θαύματα. Ό,τι είναι δυνατόν να συμβεί, δεν είναι θαύμα».

Κατά δεύτερο λόγο πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, ενώ πριν από μερικές δεκάδες χρόνια οι φυσικοί νόμοι θεωρούνταν σαν ακατάλυτοι και άκαμπτοι, οι νέες γνώσεις της φυσικής επιστήμης έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι φυσικοί νόμοι είναι απλώς η γενικευμένη περιγραφή συνηθισμένων φαινομένων που παρατηρούνται κάτω από κανονικές καταστάσεις και συνθήκες. Με άλλα λόγια, οι φυσικοί νόμοι δεν είναι οι ίδιες οι δυνάμεις τις οποίες περιγράφουν, αλλά μόνο η επιστημονική διατύπωση του τρόπου με τον οποίο δρουν. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να συγχέονται με τις δυνάμεις της φύσης που περιγράφουν.

Από την παρατήρηση π.χ. της επαναλαμβανόμενης πτώσης των αντικειμένων στη γη, διατυπώθηκε ο νόμος της βαρύτητας. Ο νόμος αυτός όμως, ή μάλλον η επαγωγική διατύπωση του φαινομένου της πτώσης των αντικειμένων, δεν σημαίνει ότι τον κανόνα της πτώσης των αντικειμένων τον ακολούθησαν στο παρελθόν ή θα τον ακολουθήσουν αναγκαστικά στο μέλλον πάντοτε όλα τα αντικείμενα. Η ομοιομορφία του φαινομένου είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης παρατήρησης. Οι φυσικοί παρατηρούν ενέργειες, αίτια και αποτελέσματα, που τα ταξινομούν σε ένα «γενικό φυσικό νόμο» που στην πραγματικότητα είναι στατιστικού είδους.

Η κατανόηση αυτού του θέματος έχει απαλλάξει τους φυσικούς νόμους από την «αναγκαστικότητα», τη «σταθερότητα» και την «ανεξάρτητη αντικειμενική τους υπόσταση». Έτσι σήμερα, η σταθερότητά τους θεωρείται σχετική και οι ίδιοι (οι νόμοι) θεωρούνται σαν κανόνες που συνάγονται με τη βοήθεια του πειράματος και της παρατήρησης. Είναι εξαγόμενα μέσων όρων μεγάλου αριθμού μεμονωμένων ομοιόμορφων μετρήσεων. Κατά συνέπεια, οι θεμελιώδεις και βασικοί φυσικοί νόμοι δεν έχουν γενική και άκαμπτη ισχύ. Οι σύγχρονες γνώσεις της φυσικής έχουν αλλάξει ριζικά το φυσικό κοσμοείδωλο (Weltbild) του 19ου αιώνα με τις απόλυτες έννοιες ύλης χώρου-χρόνου-αιτιότητας, και άνοιξαν τον δρόμο για την κατανόηση και παραδοχή της δυνατότητας του θαύματος.

Η ανακάλυψη των κβάντα από τον Μ. Πλάνκ που εισήγαγε την έννοια της ασυνέχειας στη φύση, η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν με την έννοια του χώρου-χρόνου, και τέλος η αρχή της αβεβαιότητας (Unsicherheitprinzip) που πρωτοπαρουσιάστηκε και θεμελιώθηκε από τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, προκάλεσαν κυριολεκτικά κοσμογονική επανάσταση στις αντιλήψεις μας για την υφή και τη δομή της ύλης και τη λειτουργία των φυσικών δυνάμεων. Με την επιστημονική έρευνα αποδείχθηκε ότι δεν ισχύει στη φύση η απόλυτη μηχανιστική αιτιοκρατία (determinismus), όπως υποστήριζαν οι άκρατοι υλιστές στηριζόμενοι στη Νευτώνεια μηχανική, αλλά ο ιντετερμινισμός, η απροσδιοριστία και η αβεβαιότητα.
Κατά συνέπεια, η παλιά υλιστική-ορθολογιστική επιχειρηματολογία, η οποία στρέφεται ενάντια στην παραδοχή της δυνατότητας του θαύματος, γιατί τάχα τούτο αντίκειται στους φυσικούς νόμους, δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη.

Το γεγονός ότι η φυσική τάξη δεν αποκλείει την επέμβαση ή παρέμβαση άλλων αγνώστων εξω-υλικών δυνάμεων, μπορεί να καταφανεί από τη δυνατότητα παρέμβασης αυτού τούτου του ανθρώπου στη φύση. Η ανθρώπινη διάνοια και βούληση μπορεί να επενεργεί με διάφορο τρόπο απ’ αυτόν που του επιβάλλουν οι τυφλές, άλογες, φυσικές δυνάμεις. Και μάλιστα, έχει τη γνώση και τη δύναμη να τιθασεύει τη φύση και τις δυνάμεις της (π.χ. με το αλεξικέραυνο αναχαιτίζει τον κεραυνό). Αν όμως ο άνθρωπος μπορεί να επεμβαίνει στα φυσικά φαινόμενα και να τα περιορίζει ή να τα ενισχύει κατά βούληση, κατά «μείζονα λόγο» μπορεί να το κάνει αυτό ο υπέρτατος Δημιουργός της φύσης, των δυνάμεών της και του ίδιου του ανθρώπου.

Ακόμη και σ’ αυτή τη φυσική τάξη παρατηρείται ότι συνυπάρχουν δυνάμεις, η καθεμία απ’ τις οποίες είναι δυνατόν σε ορισμένη περίσταση να εξουδετερώνει ή να τροποποιεί κάποια άλλη κατώτερή της. Έτσι π.χ. το φυτικό σπέρμα που φυτρώνει προς τα πάνω περιορίζει ή υπερνικά τη βαρύτητα, χωρίς βέβαια να καταργεί τον νόμο της βαρύτητας. Και η δύναμη του ηλεκτρισμού μπορεί να υπερισχύσει τη δύναμη της βαρύτητας χωρίς να την καταλύσει. Γιατί, λοιπόν, δεν θα μπορούσε ο Δημιουργός του σύμπαντος να παρέμβει αμέσως ή εμμέσως, ενισχύοντας τις υπάρχουσες φυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί να παράγει μεγαλύτερα συγκλονιστικά αποτελέσματα;

Τελικά, στον ισχυρισμό του Σπινόζα ότι τίποτα δεν μπορεί να συμβεί στη φύση που να είναι σε αντίθεση με τους παγκόσμιους νόμους, θα πρέπει να ειπωθεί ότι θα ήταν ορθός, μόνον αν με τη λέξη φύση εννοήσουμε ένα σύνολο που περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις υλικές και υπερ-υλικές δηλαδή, πνευματικές. Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα του Σπινόζα θα ήταν σωστό, μόνο με την προϋπόθεση ότι σαν φύση μπορεί να χαρακτηριστεί κάτι το αποκλειστικό και ανεξάρτητο από τον Θεό. Αλλά, όπως σωστά παρατήρησε ο ιερός Αυγουστίνος: η φύση, όπως τη γνωρίζουμε εμείς οι άνθρωποι, δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη φύση, όπως τη γνωρίζει ο Θεός. Γιατί αυτός μπορεί να επεμβαίνει στο σύνολο των φυσικών δυνάμεων και να προσθέτει νέες δυνάμεις που εμείς αγνοούμε.

Μόνον ένας που μπορεί να έχει απόλυτη και πλήρη γνώση όλων των φυσικών φαινομένων, δυνάμεων και γεγονότων του παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη δυνατότητα του θαύματος, που είναι σπάνιο και κατ’ εξαίρεσιν φαινόμενο.

Το δεύτερο επιχείρημα ότι τα θαύματα έρχονται σε αντίθεση με την ανθρώπινη πείρα, ή με την παρατήρηση, είναι ένας συλλογισμός που περιέχει το λογικό σφάλμα που είναι γνωστό στη λογική επιστήμη ως λήψη του ζητουμένου, ή απόδειξη δια του αποδεικτέου, γνωστή και ως φαύλος κύκλος ή διαλληλία (circulus vitiosus).

Αν με τη λέξη πείρα εννοήσουμε όλη την ανθρώπινη πείρα, ή την πείρα όλων των ανθρώπων, η μείζων πρόταση είναι μια καθαρή λήψη του ζητουμένου. Αν πάλι με τη λέξη εννοήσουμε την πείρα γενικώς, τότε η έννοια βυθίζεται στην κοινότοπη διαπίστωση ότι τα θαύματα είναι ασυνήθιστα, σπάνια φαινόμενα.

Το σφάλμα του ισχυρισμού βρίσκεται στο ότι προϋποθέτει πως η πείρα των ανθρώπων όλων των εποχών, είναι η ίδια με την πείρα των ανθρώπων της σύγχρονης εποχής ή εποχών, που δεν χαρακτηρίζονται με θείες θαυματουργικές επεμβάσεις. Τα θαύματα π.χ. του Ιησού Χριστού και γενικότερα της Βίβλου μπορεί να φαίνονται ως αντίθετα στην ανθρώπινη πείρα της τεχνοκρατούμενης εποχής μας και άλλων χρόνων. Δεν ήταν όμως αντίθετα στην πείρα των ανθρώπων των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η πείρα των συγχρόνων ανθρώπων, ασφαλώς διαφέρει από την εμπειρία των ανθρώπων της εποχής του ευαγγελίου που είχαν ανάγκη να δουν θαύματα για να πιστέψουν ότι ο Θεός επενεργούσε και αποκάλυπτε τις ιδιότητές και το θέλημά του μέσω του Χριστού και των ακολούθων του, επιβεβαιώνοντας την υπερφυσική του προέλευση και προσδίδοντας κύρος στη διδασκαλία του. Άλλωστε, όπως έχει σωστά παρατηρηθεί, τα θαύματα της Βίβλου, τα οποία είναι και τα σπουδαιότερα από θεολογική και θρησκευτική άποψη, σημειώνονται να λαμβάνουν χώρα, εκτός από την ευαγγελική εποχή, σε τέσσερις άλλες μεγάλες χρονικές περιόδους: στη Μωσαϊκή εποχή, στους χρόνους των Κριτών, στην εποχή των προφητών Ηλία–Ελισσαίε και στη διάρκεια της 70ετούς αιχμαλωσίας στην Βαβυλώνα. Αυτό το γεγονός επαληθεύει την άποψη ότι το θαύμα σαν φαινόμενο είναι κάτι το σπάνιο που λαμβάνει χώρα σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η τέλεσή του υπαγορεύεται από ορισμένη σκοπιμότητα. Όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο φιλόσοφος C. S. Lewis, «ο Θεός δεν “ρίχνει” τα θαύματα στη φύση τυχαία, σαν να κουνά μια πιπεριέρα. Τα θαύματα έρχονται σε μεγάλες περιστάσεις. Βρίσκονται σε μεγάλες περιόδους της… πνευματικής ιστορίας».

Ασφαλώς, πειραματική επαλήθευση του θαύματος —όπως το ήθελε ο Ρενάν— δεν θα μπορούσε κανείς να αναμένει. Διότι το θαύμα, όπως ορίστηκε στην αρχή, τελείται από υπέρλογη υπερ-υλική δύναμη με τη χρήση ιδιαίτερων γνωστών, ή άγνωστων δυνάμεων στον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, κάθε προσπάθεια επανάληψής του ξεφεύγει από την ανθρώπινη δυνατότητα και έλεγχο.

Τέλος, η τρίτη αρνητική θέση ότι το θαύμα αντίκειται στην σοφία, στη φύση και στους σκοπούς του Θεού, οφείλεται μάλλον σε παρανόηση του όλου θέματος.

Από θεολογική άποψη, ο Θεός, διενεργώντας ένα θαύμα, δεν παραβιάζει κανένα νόμο που έχει θέσει ο ίδιος. Δεν αντιφάσκει με τον εαυτό του. Μπορεί να επιταχύνει, να επιβραδύνει, να τροποποιήσει ή να εξουδετερώσει φυσικές δυνάμεις και όλα αυτά να γίνουν μέσα στα πλαίσια των κανόνων του, χωρίς να καταλυθεί η φυσική τάξη.

Μετά από όλα αυτά, επανερχόμαστε στη βασική θεολογική θέση του θέματος. Προσωπικά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το θαύμα εναρμονίζεται πλήρως με τη σοφία και τους σκοπούς του Θεού. Σε τελευταία ανάλυση μόνον όποιος αρνείται την ύπαρξη ενός υπέρτατου Δημιουργού, μπορεί ν’ αρνηθεί δικαιολογημένα την επέμβασή Του στη φύση με τη διενέργεια θαυμάτων. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε το άρθρο μου Η δυνατότητα και σκοπιμότητα του θαύματος.

15. Οι λεγόμενες αντιφάσεις της Βίβλου

Ένα μεγάλο μέρος, το μεγαλύτερο μάλιστα της επιχειρηματολογίας των επικριτών, αναλίσκεται στο ν’ αναδείξουν ανάγλυφα και να διογκώσουν, τις μικρές διαφωνίες ή ετεροφωνίες των συγγραφέων της Βίβλου, πάνω στο ίδιο θέμα, ή στα ίδια γεγονότα, και πρόσωπα. Μ’ αυτό τον τρόπο θέλουν ν’ αποδείξουν ότι η Βίβλος δεν μπορεί να είναι βιβλίο θεόπνευστο, αφού βρίθει αντιφάσεων… Τι σόι, θεόπνευστο βιβλίο είναι αυτό, που έχει π.χ. διαφορετικά ονόματα προπατόρων του Ιησού, ή παρουσιάζουν διαφορετικά κάποια λόγια και τα έργα του οι Ευαγγελιστές, καθώς και διαφωνούν για άλλα; Επιμένοντας σ’ αυτό, κάνουν έτσι την Αγία Γραφή που, κατά γενική ομολογία και αναγνώριση, παρόλο που γράφτηκε σ’ ένα διάστημα 1.500 ετών από πολλούς συγγραφείς, έχει μιαν εκπληκτική συνοχή και ενιαίο μήνυμα, ήτοι, το της σωτηρίας του εκπεσόντος ανθρώπου από τον Θεό, εσχατολογικά, μέσω της Βασιλείας, κυριαρχίας Του, και δια της θυσίας του μονογενούς Υιού Του Ιησού Χριστού, την κάνουν, λέγω, να φαίνεται ένα βιβλίο ιλαρο-κωμικό, τραγελαφικό, χαώδες, ανόητο, ένα αλαλούμ, δηλαδή, γραμμένο από ανθρώπους αγράμματους, ανίδεους, αδαείς, που αντιφάσκουν κάθε δυο τρεις αράδες, που, άρα δεν ξέρουν τι γράφουν, ή τί τους γίνεται, ή ένα βιβλίο πλαστογραφημένο και γραμμένο και ξαναγραμμένο από πολλά (άγνωστα) χέρια…, που γράφαν άλλ’ αντ’ άλλων… Μια «καταγέλαστη μωρολογία», όπως ισχυριζότανε ο Ιουλιανός.

Οι επικριτές αγνοούν επιδεικτικά, όλα τα σοβαρά ειδικά πολυσέλιδα αρχαία και νέα σχολιολόγια (commentaries) της Βίβλου, και άλλα συγγράμματα επιφανών ερευνητών, που εξετάζουν τις λεγόμενες διαφωνίες ή ετεροφωνίες, δείχνουν και προτείνουν λύσεις στις περισσότερες, και πιθανές λύσεις σ’ ορισμένα επίμαχα χωρία, λαμβάνοντας υπόψη τους ότι η Βίβλος είναι ένα αρχαίο βιβλίο, και πολλούς παράγοντες, που οι κριτικοί θέλουν πεισματικά να αγνοούν (π.χ. την ανεξαρτησία των συγγραφέων, τον διαφορετικό σκοπό συγγραφής εκάστου, τα συμφραζόμενα, τις διαφορετικές γραπτές πηγές, την χρήση αυτοπτών μαρτύρων με διαφορετικές εμπειρίες και εντυπώσεις κ.α.) και δείχνουν ότι οι διαφωνίες αυτές είναι επουσιώδεις. Εκπληκτική συμφωνία υπάρχει ωστόσο στα κύρια σημεία. Π.χ., οι Ευαγγελιστές συμφωνούν ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ, κήρυξε κυρίως στη Γαλιλαία, πέθανε σταυρικά στην Ιερουσαλήμ, στο Γολγοθά (δεν λένε π.χ. ο ένας στην Ιερουσαλήμ, ο άλλος στη Σαμάρεια, ή στην Καισάρεια), κήρυξε τη βασιλεία του Θεού και την αγάπη προς τον πλησίον και τους εχθρούς, δίδαξε ότι ο Θεός είναι Πατέρας, εξύψωσε τη θέση της γυναίκας, δίδαξε τη συγχωρητικότητα και την ταπεινοφροσύνη κ.λπ. Το πορτραίτο του Ιησού είναι σταθερό και ενιαίο, από 4 ξεχωριστές μαρτυρίες. Αν υπήρχε μία ή δυο, θα ήταν πιο εύκολα αμφισβητούμενες (πρβλ. M. Hengel, The Four Gospels and the One Gospel of Jesus Christ). Και για να δώσουμε το λόγο στο μεγάλο φιλόσοφο των νεώτερων χρόνων, τον Ludwig Wittgenstein, «ο Θεός έβαλε τέσσερις ανθρώπους... ώστε να μη δώσει κανείς στο γράμμα περισσότερη πίστη απ’ ότι του αρμόζει παρά να αποδώσει δικαιοσύνη στο πνεύμα της Γραφής. Μ’ άλλα λόγια, αυτό που πρέπει να δεις δεν μπορεί να στο μεταδώσει ο καλύτερος και ακριβέστερος ιστορικός» (Αφορισμοί και Εξομολογήσεις, σελ. 160, 162).

Παρά τις προσπάθειες κριτικών σαν τον Bart Ehrman, βιβλία του οποίου έχουν μεταφραστεί και στην ελληνική, να καταδειχθούν ασυνέπειες και αντιφάσεις, η αμερόληπτη εξαντλητική αντιπαραβολή κειμένων, και η καλόπιστη έρευνα έδειξε ότι, δεν υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα για αντιφατικά κείμενα τάχα, που να μη μπορούν να εξομαλυνθούν και να κατανοηθούν (όπως οι γενεαλογικοί κατάλογοι του Ματθαίου και του Λουκά, ή οι διαφορετικές αφηγήσεις των Ευαγγελιστών για την ανάσταση του Ιησού, ή ο τρόπος θανάτου του Ιούδα κ.α.). Δυστυχώς εδώ, δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες. Επιφυλάσσομαι για άλλη φορά. Αρκούμαι να επισημάνω ότι τα λεπτομερή σχολιολόγια της Βίβλου, δίνουν σαφείς απαντήσεις σ’ όλα αυτά. Και, επιπρόσθετα ότι υπάρχουν ειδικά έργα, όπως αυτό του John W. Haley, Alleged Discrepancies Of The Bible, ή το βιβλίο του Norman L. Geisler, When Critics Ask: A Popular Handbook on Bible Difficulties και του Gleason Archer, Encyclopedia of Bible Difficulties, που εμπεριέχουν υποδείξεις ερμηνευτικές για την κατανόηση φαινομενικά αλληλοσυγκρουόμενων αφηγήσεων, εκτός από τις ειδικές ιστοσελίδες όπως π.χ. την apologeticspress.org με θέματα όπως, The Myth of "Factual" Bible Contradictions. Αυτά για τους καλόπιστους και ειλικρινείς ερευνητές. Εδώ παραθέτω, την κρίση του αρχαιολόγου, βιβλικού λογίου και νομικού Dr. Gleason Archer: «Έχοντας ασχοληθεί διεξοδικά με κάθε φανερή ανακολουθία και μελετήσει τις υποτιθέμενες αντιφάσεις, ανάμεσα στη βιβλική διήγηση και στις αποδείξεις της γλωσσολογίας, της αρχαιολογίας και των φυσικών επιστημών, η πεποίθησή μου στην αξιοπιστία της Αγίας Γραφής έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα και έχει ενισχυθεί» (όπ. παρ. σελ. 12). Για τους κακόπιστους, όπως είπαμε, ισχύει το «ουκ με πείσεις καν με πείσεις»… Αυτοί συναντούν αντιφάσεις, πολλές αντιφάσεις, σχεδόν σε κάθε πέντε-δέκα σειρές της Βίβλου! Στο σημείο αυτό, πριν κλείσω, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τι είπε επ' αυτού ο διάσημος Γάλλος συγγραφέας Paul Claudel: “Η Βίβλος αντί για μια μάζα άσχετων εγγράφων, είναι ένα οικοδόμημα κατασκευασμένο από αρμονικό υλικά. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που μεγαλώνει και αναπτύσσεται μπροστά στα μάτια μας, όπως το βελανίδι που προορίζεται από την αρχή να γίνει μια βελανιδιά και τίποτε άλλο” (The essence of the Bible, σελ. 33.) 

16. Είναι η Βίβλος προϊόν πλαστογράφων;

Έντονος και επίμονος ισχυρισμός των επικριτών είναι ότι, τα περισσότερα βιβλία της Βίβλου και, κυρίως, τα Ευαγγέλια, είναι πλαστά έργα, ανώνυμων πλαστογράφων του 2ου ή 3ου αι. μ.Χ., που σκοπό είχαν να λανσάρουν έναν Χριστιανισμό όπως αυτοί ήθελαν, και ότι καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του κανόνα των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης, έπαιξαν σύνοδοι και ο Μέγας Κωνσταντίνος!

Εδώ, ο φαντασιοκόπος μυθιστοριογράφος Dan Brown, επανεμφανίζεται υπό άλλην μορφήν, αλλά πάντως, φαίνεται ότι έκανε καλά τη δουλειά του στο βιβλίο Κώδικας Ντα Βίντσι, αφού τη φαντασιοκοπία του αυτή την συνεχίζουν άλλοι, σοβαροί… ερευνητές.

Οι επικριτές της Βίβλου και του Χριστιανισμού, μιλούν παντελώς αόριστα για πλαστά βιβλία της Καινής Διαθήκης και για πλαστογράφους επηρεασμένους μάλιστα από Έλληνες φιλοσόφους που τους αντέγραψαν, για λογοκλόπους, κ.λπ., χωρίς όμως να μας λένε συγκεκριμένα ποιοι, πού, πότε, πώς, και γιατί, πλαστογράφησαν την Καινή Διαθήκη, ή έστω τη νόθευσαν βαριά, ώστε να την καταστήσουν αγνώριστη, αντιφατική και αλλοπρόσαλλη. Υπαινίσσονται βεβαίως χριστιανούς, μοναχούς, ιερείς κ.λπ. Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους όμως, δεν επικαλούνται κανένα αρχαίο χειρόγραφο, καμιά ιστορική μαρτυρία, κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο. Αγνοούν και πάλι ότι, εδώ και χρόνια υπάρχει ειδικός επιστημονικός κλάδος στην επιστήμη της Βίβλου, που λέγεται «κριτική του κειμένου» (textual criticism), με κορυφαίους ειδικούς και εκπροσώπους της, όπως Westcott και Hort, Hermann von Soden, Tischendorf, Griesbach, Sir Frederic Kenyon, Rudolf Kittel, Kurt και Barbara Aland, Bruce Metzger, Ιωάννη Καραβιδόπουλο κ.α. Όλους αυτούς και πολλούς άλλους, τους αγνοούν, και μένουν περιχαρακωμένοι και αυτάρεσκοι γύρω από τους ισχυρισμούς τους, τρεφόμενοι με τους ανίσχυρους ισχυρισμούς τους… Αγνοούν κριτικές εκδόσεις κειμένων, σαν αυτή των Nestle-Aland, όπου μετά από κοπιώδεις εργασίες επιτελείου, έχουμε στα χέρια μας ένα κείμενο κατά 99% πιστό σε σχέση με το πρωτότυπο.

P064-Mat-26.7-8-26.10-26.14-15-II.jpg
Licensed under Public domain via Wikimedia Commons.
Ο Μαγδαληνός πάπυρος (P64).
Σύμφωνα με αναχρονολόγηση του Carsten Peter Thiede θα πρέπει να χρονολογηθεί στο 60 μ.Χ.

P52 recto.jpg
Ο πάπυρος Rylands P52.

P. Chester Beatty I, folio 13-14, recto.jpg
Ο πάπυρος Chester Beatty I, (P45). Περιέχει τμήμα του Ευαγγελίου κατά Λουκάν.

Great Isaiah Scroll.jpg
Ο ρόλος του Ησαΐα που βρέθηκε μεταξύ των χειρογράφων της Νεκρής Θάλασσας.

Αγνοούν ιστορικά ότι, ο Μέγας Κωνσταντίνος, δεν είχε καμία, μα καμία απολύτως ανάμειξη με τον καθορισμό του Κανόνα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης (από καμιά πηγή δεν προκύπτει κάτι τέτοιο), και ότι, ο Κανόνας ήταν ήδη γνωστός, διαμορφωμένος και ολοκληρωμένος από το τέλος του 1ου μ.Χ. αι. (όπως προκύπτει και από τον Κανόνα Μουρατόρι του 2ου αι.) με βάση τρία αυστηρά κριτήρια: της αποστολικότητας, της αρχαιότητας (γραπτά μόνο του 1ου αι.) και της εκκλησιαστικότητας, ήτοι, τα γραπτά του κανόνα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τις διδασκαλίες της εκκλησίας. Κείμενα που δεν πληρούσαν αυτές τις τρεις βασικές προϋποθέσεις αυτο-αποκλείονταν από τον Kανόνα, όπως ακριβώς αυτο-αποβλήθηκαν τα λεγόμενα Απόκρυφα και Γνωστικά κείμενα, όπως το Ευαγγέλιο του Ιούδα, της Μαρίας της Μαγδαληνής, του Θωμά, κ.λπ., η Αποκάλυψη του Πέτρου, του Παύλου, κ.λπ. Απόκρυφα βιβλία που προσεγγίζουν τον αριθμό των 100 περίπου, παρήχθησαν από ευφάνταστες και αρρωστημένες διάνοιες από τον 2ο-4ο μ.Χ. αιώνα. Καμία σύνοδος δεν τα απέκλεισε, αφού από μόνα τους ήταν σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα! Διαβάστε απόκρυφα κείμενα και, συγκρίνατέ τα, με τα γνήσια, και θα καταλάβετε μόνοι σας τη διαφορά!

Canon Muratori.png
Η τελευταία σελίδα του Κανόνα Μουρατόρι (εκδ. Tregelles 1868)

Όσον αφορά την πλαστότητα και τη νόθευση της Καινής Διαθήκης, αρκούμαι εδώ στη γνώμη του Sir Frederic Kenyon, πρώην διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου: «Μπορεί να προβληθεί με απόλυτη σιγουριά ο ισχυρισμός ότι το κείμενο της Αγίας Γραφής είναι στην ουσία αξιόπιστο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Καινή Διαθήκη. Υπάρχουν τόσα πολλά χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης, των πρώτων μεταφράσεών της και των παραθέσεων που κάνουν από αυτή οι αρχαιότεροι συγγραφείς της Εκκλησίας, που είναι σχεδόν βέβαιο ότι το πραγματικό κείμενο κάθε αμφισβητήσιμης περικοπής διατηρήθηκε σε κάποια από όλες αυτές τις πηγές. Αυτό δεν μπορεί να λεχθεί για κανένα άλλο αρχαίο βιβλίο του κόσμου» (Our Bible and Ancient Manuscripts, σελ. 55). Ο ίδιος τόνισε ότι «τόσο η αυθεντικότητα όσο και η γενική ακεραιότητα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης είναι, οριστικά αποδεδειγμένες» (The Bible and Archaelogy, σελ. 288). Οι νεώτεροι ειδικοί του κειμένου Kurt και Barbara Aland, συμφωνούν, και υποδεικνύουν ότι το κείμενο είναι ουσιαστικά ορθό (βλ. The Text of the New Testament: An Introduction to the Critical Editions and to the Theory and Practice of Modern Textual Criticism, 1987, σελ. 81, 181).

Αυτά νομίζω αρκούν, για να καταδειχθεί πόσο πολύ πλαστογραφημένη και νοθευμένη είναι η Καινή Διαθήκη. Εκτός κι αν οι επικριτές, ξέρουν καλύτερα και περισσότερα από τους επιφανείς ειδικούς, παλαιογράφους, κριτικούς του κειμένου! Οι ημιμαθείς σκεπτικιστές-κριτικοί της Βίβλου, εκουσίως αγνοούν ότι, αν καθ’ υπόθεση εξαφανιζόταν ολόκληρη η Καινή Διαθήκη και όλα τα χειρόγραφά της, θα μπορούσε να ανασυντεθεί-ανασυσταθεί μόνο από τις παραθέσεις χωρίων που κάνουν στα συγγράμματά τους οι Αποστολικοί Πατέρες, οι Απολογητές και οι Εκκλησιαστικοί συγγραφείς από τον 2ο έως τον 3ο αι. μ.Χ.! Όπως σημειώνουν οι Geisler και Nix, «ένας σύντομος κατάλογος… αποκαλύπτει ότι υπάρχουν περίπου 32.000 παραθέματα της Καινής Διαθήκης πριν από τη Σύνοδο της Νίκαιας» που εμπεριέχουν όλη την Καινή Διαθήκη! (N. Geisler and W. E. Nix, A General Introduction to the Bible, σελ. 353, 354).

Υπενθυμίζω ακόμη απλά, στους αρνητές, ότι ο Κέλσος, ο Πορφύριος και ο Ιουλιανός, που αυτοί εκθειάζουν, χρησιμοποιούσαν προφανώς στις παραθέσεις τους, εναντίον των Χριστιανών, το ίδιο κείμενο μ’ αυτό που υπάρχει και σήμερα, όπως προκύπτει από μια απλή αντιπαραβολή.

Αν υπήρχαν πολλά και διάφορα κείμενα και μάλιστα πλαστογραφημένα από τους χριστιανούς, οι πρώτοι που θα το επεσήμαναν αυτό θα ήταν αυτοί. Αλλά αυτοί οι αρχαίοι χριστιανομάχοι, χρησιμοποιούσαν κείμενο της Καινής Διαθήκης, που δεν έχει διαφορές απ’ αυτό που κρατάμε στα χέρια μας σήμερα! Αν πάλι, οι χριστιανοί πλαστογράφησαν τα κείμενα, πώς τους διέφυγαν οι τόσες πολλές αντιφάσεις που εντοπίζουν οι σημερινοί κριτικοί, και δεν φρόντισαν να τις εξαλείψουν; Χρόνος και δυνατότητα υπήρχε, αφού αυτοί είχαν τα χειρόγραφα και τα αντέγραφαν. Γιατί, λοιπόν, δεν είδαν τις αντιφάσεις και δεν τις εξάλειψαν; Αυτό είναι ένα προκλητικό ερώτημα στο οποίο καλούνται οι κριτικοί και οι σκεπτικιστές ν’ απαντήσουν!

17. Τι λέγουν οι σοφοί για τη Βίβλο και το Χριστιανισμό

Σταματώ μέχρις εδώ, γιατί θα μπορούσα να συνεχίζω επί μακρόν, καταδεικνύοντας το αβάσιμο των επιχειρημάτων των επικριτών. Συνοψίζω, και εξάγω μερικά συμπεράσματα. Η λογική συνεπαγωγή των (αναπόδεικτων) ισχυρισμών των αρνητικών κριτικών αυτού του είδους, (και όχι των σοβαρών ερευνητών, έστω και αρνητών), κατά προέκταση και επέκταση, σημαίνει τα κατωτέρω, αν όλα αυτά που ισχυρίζονται ήταν καθ’ υπόθεση αληθινά:

Ότι, οι χριστιανοί ανά τους αιώνες που αναγνώρισαν ως καταστατικό χάρτη της πίστης τους τη Βίβλο, και ιδιαίτερα, την Καινή Διαθήκη, και έδωσαν βάση στα λόγια του Ιησού Χριστού και των αποστόλων-μαθητών του (πολλοί από τους οποίους έδωσαν τη ζωή τους για τον Ιησού και τη διδασκαλία του), έχει μια ψευδή, εσφαλμένη και ανόητη, κωμικοτραγική βάση. Ότι τα εκατομμύρια πιστών που τη διάβαζαν ανά τους αιώνες, και οι σοφοί σχολιαστές που τη σχολίαζαν ανά τους αιώνες, δεν καταλάβαιναν τι διάβαζαν, δεν αντιλαμβάνονταν τις δεκάδες ή εκατοντάδες αντιφάσεις, παλινωδίες, χάσματα και λάθη που υπάρχουν μέσα σ’ αυτήν, ούτε εντόπισαν τις πλαστογραφίες που ισχυρίζονται οι επικριτές ότι υπάρχουν. Και ακόμη περισσότερο, όλοι οι σοφοί ερευνητές και μάλιστα θετικών επιστημών που μελέτησαν τη Βίβλο με θέρμη, και έγραψαν σχόλια σε βιβλία της ή για ολόκληρη τη Βίβλο και, εγκωμίασαν την αξία της, ήσαν βλάκες, ναι βλάκες (!), αφελείς και ανόητοι, ενώ οι σύγχρονοι δοκησίσοφοι κριτικοί είναι σοφοί, «κομίζοντες (sic) γλαύκα εις Αθήνας»!

Και για να γίνω πιο σαφής, αφήνοντας κατά μέρος τους από την αρχαιότητα σχολιαστές της Βίβλου, μεταξύ των οποίων μεγάλα ονόματα όπως Τερτυλλιανός, Ωριγένης, Ιερώνυμος, Αυγουστίνος, Ειρηναίος, Ιππόλυτος, Χρυσόστομος κ.λπ. ή, Έρασμος, Λούθηρος, Καλβίνος, κ.λπ., επικεντρώνομαι σε ονόματα διάσημων επιστημόνων.

Ο Johannes Kepler (1571-1630), ο μεγάλος αστρονόμος, πασίγνωστος για τους νόμους κίνησης των πλανητών που ανακάλυψε, έγραψε πραγματεία για την προφητεία των 70 εβδομάδων του Δανιήλ, και αρμονία επιστήμης και Βίβλου!

Ο Blaise Pascal, (1623-1662), ο σπουδαίος Γάλλος μαθηματικός, έγραψε τις περίφημες Σκέψεις του, που δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά μία Απολογία για τον Χριστιανισμό και όπου αντικρούει τις περισσότερες ενστάσεις και αντιρρήσεις σκεπτικιστών για το Θεό, το Χριστό, τα θαύματά του, τη διδασκαλία του, την αρχαιότητα της Βίβλου κ.λπ., αυτές που θέτουν και προβάλλουν ξανά και ξανά οι σκεπτικιστές.

Ο Isaac Newton (1642-1727), ο γνωστός μέγας Άγγλος φυσικός επιστήμων (που κατά τον Αϊνστάιν, γι’ αυτά που μας χάρισε αξίζει τη λατρεία μας), έγραψε ολόκληρη διατριβή για τις προφητείες του Δανιήλ και την Αποκάλυψη[6] και από το συνολικό έργο του, που αριθμούσε 2.400.000 λέξεις, αφιέρωσε 1.400.000 λέξεις για θρησκευτικά θέματα! Κατέληξε να πει: «Βρίσκω περισσότερες αποδείξεις αυθεντίας στη Βίβλο παρά σε οποιαδήποτε κοσμική ιστορία» (βλ. Η θρησκευτικότητα του Sir Isaac Newton, στο βιβλίο Κλητοί και Εκλεκτοί).

Ο περίφημος John Locke (1632-1704), ιδρυτής του αγγλικού διαφωτισμού, φιλόσοφος, φυσικός, ιατρός, θεολόγος κ.α., έγραψε ένα σπουδαιότατο έργο με τίτλο, The reasonableness of Christianity as delivered in the Scriptures (Η λογικότητα του χριστιανισμού όπως παρουσιάζεται στις Γραφές), όπου με λογικότατα επιχειρήματα και επιστημονική κατάρτιση και γραφικά χωρία, δείχνει την αιώνια αξία του Χριστιανισμού και της Βίβλου.

Ο θεμελιωτής του Διεθνούς Δικαίου, φιλόσοφος και φυσικός Hugo Grotius (1583-1645), έγραψε το The truth of the Christian Religion, όπου σαν να το ’ξερε, απαντά «καθ’ υποφοράν», σαν νομικός που ήταν, σ’ όλα σχεδόν τα σαθρά επιχειρήματα των σημερινών νεο-αθεϊστών και, φυσικά των σκεπτικιστών της εποχής του.

Ο ιδρυτής της Χημείας Robert Boyle (1627-1691), υπήρξε πιστός χριστιανός και μελετητής της Βίβλου, και με χρήματα δικά του φρόντισε τη διάδοση της Αγίας Γραφής στις Ινδίες. Έγραψε και βιβλίο με τίτλο, Για την Αλήθεια της Χριστιανικής θρησκείας, στηριζόμενος στην ορθή ερμηνευτική αρχή «η Γραφή ερμηνεύεται δια της Γραφής»!

Ο Γερμανός μαθηματικός Leonard Euler (1707-1783) που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου, έγραψε εκτός από τις μαθηματικές του εργασίες, ένα σπουδαίο έργο με τίτλο, Η υπεράσπιση της θείας Αποκάλυψης εναντίον των ενστάσεων των ελευθεροφρόνων,[7] με το οποίο, όχι μόνο ομολογεί τη χριστιανική πίστη του, αλλά επιτίθεται και εναντίον των άθεων της εποχής του, που τους καταλογίζει έλλειψη ευθύτητας, κρυμμένη κακεντρέχεια και προκαταλήψεις!

Ο Carl Linnaeus (1707-1778), o πατέρας της Βοτανικής, ήταν πιστός χριστιανός και πολλές σκέψεις του τις διατύπωσε ως προσευχές…

Ο μεγάλος Άγγλος αστρονόμος John Herschel (1792-1871) που έκανε ειδικές έρευνες για τα διπλά αστέρια και τα αστρικά σμήνη, ήταν πιστός χριστιανός και έγραψε βιβλίο με τίτλο, Λόγος επί της μελέτης της φυσικής φιλοσοφίας, όπου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «υπάρχει στον κόσμο μια διάνοια υπέρτατα ανώτερη απ’ αυτή του ανθρώπου».

Και για να μη μακρηγορήσω άλλο, και για να επαναλάβω αυτό που είπε σε μία περίπτωση ο απ. Παύλος και ταιριάζει εδώ, «ἐπιλείψει με γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος» εάν θα ήθελα να καταριθμήσω όλους τους σοβαρούς και μεγάλους επιστήμονες και διανοητές που έκλιναν ευλαβικά το γόνυ της καρδιάς τους, αποτίνοντας φόρον τιμής και ευγνωμοσύνης στη Βίβλο. Θ’ αναφέρω μόνο μερικά ονόματα ακόμη, όπως: Gottfried W. Leibniz, René Descartes, Georges Cuvier, Immanuel Kant, Michael Faraday, Robert Millikan, André-Marie Ampère, Joseph Priestley, Guglielmo Marconi, J. Mädler, H. F. Mayer, Karl Ernst von Baer, Carl Friedrich Gauss, James Clerk Maxwell, Arthur Compton, Alexander Fleming, Alexis Carrel, Carl Friedrich von Weizsäcker, Alfred Whitehead, Francis Collins, Kurt Gödel.

Δεν αναφέρω εδώ καθόλου ονόματα λογοτεχνών κύρους (π.χ. François Mauriac, Gabriela Mistral, Fyodor Dostoyevsky, Leo Tolstoy, Paul Claudel, κ.α.), ή xριστιανών φιλοσόφων, σαν τον Søren Kierkegaard, τον Karl Jaspers, τον Jacques Maritain ή τον C. S. Lewis, Paul Tillich, ή νομικών όπως Simon Greenleaf, John W. Montgomery κ.α., αλλά μόνο ονόματα φυσικών επιστημόνων. Και μερικά ονόματα βιβλικών αρχαιολόγων και λογίων ολκής, ειδικών σημιτολόγων: R. D. Wilson, Nelson Glueck, K. A. Kitchen, R. K. Harrison, Norman Geisler, David Noel Freedman, D. J. Wiseman, Bernard Ramm, E. J. Young, Cyrus Gordon, O. T. Allis, E. M. Blaiklock, A. R. Millard, Sir William Ramsay, S. H. Horn, Bryant G. Wood, J. A. Thompson, Millar Burrows, Gordon Wenham, M. F. Unger, Martin Hengel και, ιδίως, του W. F. Albright και της σχολής της Βαλτιμόρης, όπως G. E. Wright, John Bright, Edwin M. Yamauchi, κ.α. και ούτε δεκάδες ονόματα ειδικών της Καινής Διαθήκης, όπως Joachim Jeremias, Craig Blomberg, Claude Tresmontant, κ.λπ.

Όλοι αυτοί, ήταν άνθρωποι που μελέτησαν λεπτομερώς τη Βίβλο και τα λόγια του Ιησού, και βρήκαν ότι, όχι μόνο είναι αυθεντικά και αληθινά, αλλά κυρίως, ψυχωφελή με αιώνιο κύρος, με διαχρονική σοφία, με «επαγγελία ζωής αιωνίου», όπως λέει ο απ. Παύλος.

Οι σύγχρονοι δοκησίσοφοι απλά «λακτίζουν προς κέντρα» με τα όσα θλιβερά, ανόητα και ανιστόρητα γράφουν στις ιστοσελίδες τους, παπαγαλίζοντας και αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον, καταρτίζοντας «διαπαρατριβαὶ διεφθαρμένων» (1 Τιμ. 6:5), επαληθεύοντας αυτό που είπα στην αρχή—καμία συνεννόηση δεν μπορεί να γίνει μαζί τους, γιατί εκπέμπουν σε άλλου μήκους κύματα, σ’ άλλη συχνότητα. Και επειδή έτσι ξεκίνησα αυτή την κουβέντα, την τελειώνω έτσι, υπενθυμίζοντας ότι αυτή την έκφραση, «τι συζητάω μαζί σας;», χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Ιησούς της Ναζαρέτ, όταν κοντραρίστηκε σε μία περίπτωση με τους Φαρισαίους. Τους είπε: «Τὴν ἀρχὴν ὅ τι καὶ λαλῶ ὑμῖν;» (Ιωάν. 8:25), δηλαδή, «πρώτα απ’ όλα, τι κάθομαι και κουβεντιάζω μαζί σας;»,[8] ερώτηση, που θα μείνει στο διηνεκές, για τους πάσης φύσεως ισχυρογνώμονες, κακόβουλους, αντιφρονούντες…

***

Επίμετρο:

18. Από τι μας απάλλαξε ο Χριστιανισμός;

Με τα όσα γράφηκαν παραπάνω, φάνηκε καθαρά, νομίζω, πόσο άδικο έχουν οι επικριτές του βιβλικού Χριστιανισμού, πόση άγνοια σε πολλά θέματα έχουν, και πόση κακεντρέχεια και κακοβουλία τους διακρίνει σε άλλα, με τα οποία ασχολούνται και πολεμούν τη χριστιανική αλήθεια.

Σκέφτηκα, για να ολοκληρώσω, εν είδει παραρτήματος, επιγραμματικά, να αναφέρω μερικά απ’ τα «καρκινώματα» του αρχαίου κόσμου, που μας απάλλαξε ο Χριστιανισμός, καθώς διαδόθηκε και επικράτησε τους τρεις πρώτους αιώνες μέχρι την εποχή του Μέγα Κωνσταντίνου. Αναφέρομαι στους τρεις πρώτους αιώνες, γιατί, δυστυχώς, η μετα-κωνσταντίνεια εκκλησία κατά γενικήν ομολογία και αναγνώριση ειδικών (Adolf von Harnack, Paul Johnson, Π. Κανελλόπουλος, Σ. Αγουρίδης, Ι. Μέγεντορφ, Ι. Ζηζιούλας, Β. Ν. Τατάκης, Γ. Μέγας, Μ. Φούγιας, Γ. Φλορόφσκυ, Α. Τσιριντάνης, Μ. Μπέζγος κ.α.) εν πολλοίς, άλλαξε πορεία και φυσιογνωμία, με τη λεγόμενη εκκοσμίκευση και την εισαγωγή ολίγον-κατ’ ολίγον, παγανιστικών και εξωχριστιανικών θεσμών, φιλοσοφιών και αντιλήψεων (για περισ. βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Ο Εξελληνισμός του Χριστιανισμού, ή Πώς οι Έλληνες αλλοίωσαν τη διδασκαλία του Ιησού, εκδ. Άβατον).

Για να συνοψίσουμε, λοιπόν, ας δούμε τι κέρδισε η ανθρωπότητα με τη διάδοση του Χριστιανισμού και από τι απαλλαχτήκαμε, αν και όχι ολοσχερώς, διότι, η τάση των ανθρώπων είναι να επιστρέφουν στα παλιά, στα κίβδηλα και στα είδωλα.

Ο Χριστιανισμός απάλλαξε την ανθρωπότητα:

  1. Από την χονδροειδή ειδωλολατρία και την πολυθεΐα των αρχαίων λαών καθώς και από τις εξαχρειωτικές, ανήθικες μυθολογίες τους. Γιατί, όλοι ανεξαιρέτως οι αρχαίοι λαοί και μάλιστα αυτοί που καυχόνταν για τη σοφία και τον πολιτισμό τους, ήταν βουτηγμένοι στον πολυθεϊσμό και την ειδωλολατρία. Π.χ. Βαβυλώνιοι (έπος Ενούμα Ελίς, Γκιλγκαμές) με εκατοντάδες θεούς, Αιγύπτιοι (με 70 και πλέον τοτεμικές θεότητες), Χαναναίοι (έπος Βαάλ με θεότητες αιμοβόρες όπως Αστάρτη, Βαάλ, Αδών, Μολώχ κ.άλλ.), οι Έλληνες με εκατοντάδες θεότητες (800 και πλέον στην εποχή Ησιόδου-Ομήρου και αργότερα τους 12 του Ολύμπου). Γι’ αυτούς όλους έγραψε ο απ. Παύλος με αυστηρή γλώσσα ότι «μετήλλαξαν την δόξα του αφθάρτου Θεού σε ομοίωμα εικόνας φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών... και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ. 1:23, 25). Ο Χριστιανισμός διδάσκει την λατρεία ενός πνευματικού, υπερτάτου ανεικονικού, άφυλου, υπερ-φυσικού, Θεού δημιουργού, «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν. 4:24).
  2. Από τις ανθρωποθυσίες των αρχαίων ειδωλολατρών στις οποίες έρρεπαν προκειμένου να εξασφαλίσουν την εύνοια των θεών, και τον κανιβαλισμό, που εξυμνεί ο Ευριπίδης στις Βάκχες. Τέτοιες θρησκευτικές ανθρωποθυσίες τελούσαν όχι μόνον τα 7 χαναανιτικά έθνη για τα οποία δόθηκε εντολή να εξαλειφθούν όπως είδαμε, αλλά και οι Φοίνικες, οι Βαβυλώνιοι, οι Πέρσες, οι Αιγύπτιοι και οι αρχαίοι Έλληνες (πρβλ. θυσία της Ιφιγένειας, θυσία στο Μινώταυρο) και οι Αζτέκοι και οι Κρήτες (βλ. Γιάννη και Έφης Σακελλαράκη, Ανθρωποθυσία στην Κρήτη, Επιλογές Readers Digest, Ιούλιος 1982 και Βασιλική Καλεσοπούλου, Ανθρωποθυσία σε ένα ιερό της Μινωϊκής Κρήτης, Ιστορικά θέματα τευχ. 115, σελ. 97 επ.), και οι Αζτέκοι, αλλά και οι Ίνκας, που θυσίαζαν τα παιδιά τους με υπερβολική δόση κόκας και αλκοόλ! (βλ. εφ. Τα Νέα, 31/7/2013). Στον βιβλικό Ισραήλ υπήρχε ρητή απαγορευτική εντολή ανθρωποθυσίας: «Κανέναν από τους απογόνους σου δεν πρέπει να προσφέρεις θυσία στο Μολώχ για να μη βεβηλώσεις έτσι το όνομα του Θεού σου. Εγώ είμαι ο Κύριος» (Λευιτ. 18:21· βλ και 2 Βασ. 17:17, 23· Ιερ. 7:31, 19:5· Ιεζ. 16:20-22).
  3. Από το μαγικό ψυχοτροπισμό και τη δεισιδαιμονία. Όλη η αρχαιότητα πλην του βιβλικού Ισραήλ και των πρώτων Χριστιανών, βρισκόταν υπό την επήρεια της μαγείας, μαντείας, οιωνοσκοπίας, αστρολογίας, νεκρομαντείας, προγονολατρείας κ.λπ. δηλ., με μια λέξη τελούσε υπό την επίδραση του λεγόμενου μαγικού ψυχοτροπισμού (Μ. Ελιάντε). Η Βίβλος και ο Χριστιανισμός απάλλαξαν την ανθρωπότητα από αυτές τις δεισιδαιμονίες, αφού δείχνουν ότι όλες αυτές έχουν σχέση με τον δαιμονισμό, τον αποκρυφισμό και τον πνευματισμό (Δευτ. 18:10-12, 1 Κορ. 10:20, 1 Ιωάν. 5:21). Σ’ αυτά αντιτάσσουν την ελευθερία και την υπευθυνότητα του ανθρώπου, που λατρεύοντας τον έναν και αληθινό Θεό, στρέφει τα νώτα του σ’ όλα τα άλλα ψευδή και κίβδηλα κατασκευάσματα, τα οποία υποδουλώνουν τον άνθρωπο σε ανθρώπους και σε ποικιλώνυμα είδωλα (Ε. Φρομ).
  4. Από το ρατσισμό, την ξενοφοβία και τις φυλετικές διακρίσεις. Σ’ αντίθεση με τις ρατσιστικές αντιλήψεις της αρχαιότητας (πρβλ. το «πας μη Έλλην Βάρβαρος» κ.α.), ο βιβλικός Χριστιανισμός διδάσκει ότι οι άνθρωποι προέρχονται από ένα αρχικό ζεύγος, είναι αδέρφια μεταξύ τους, έχουν έναν κοινό πατέρα, τον Θεό, και δεν υπάρχει διάκριση φυλών ή φύλων για τη σωτηρία τους. «Οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ Ἰουδαῖος, Ἕλλην, βάρβαρος, Σκύθης, πάντες σεῖς εἶσθε εἷς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3:28· Κολ. 3:11· Πραξ. 10:34, 17:26· Γεν. 1:28). Στην Παλαιά Διαθήκη βρίσκουμε διατάξεις που απέβλεπαν στην φιλοξενία, την προστασία του ξένου και την αγάπη, όχι μόνον στον συνάνθρωπο αλλά και στον αλλοδαπό (Εξ. 23:9· Λευιτ. 19:33-34· Δευτ. 14:18-29). Με την διάδοση του Χριστιανισμού έχουμε και τον πραγματικό οικουμενισμό.
  5. Από την αιμομιξία που ήταν πληγή στην αρχαιότητα καθόσον συνήθιζαν να παντρεύονται ιδιαίτερα επιφανή άτομα (βασιλείς κ.λπ.) τις αδελφές τους με δυσάρεστα γενετικά αποτελέσματα. Στην αρχαία Αίγυπτο ο Φαραώ παντρεύονταν την αδελφή του, στην ελληνική μυθολογία ο Δίας παντρεύτηκε την αδελφή του Ήρα, ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος επίσης την αδελφή του κ.λπ. Οι Πέρσες παντρεύονταν τις μητέρες και τις αδελφές τους (Ηροδ. Θάλεια, 31). Στη Βίβλο υπάρχει για πρώτη φορά διάταξη απαγόρευσης της αιμομιξίας (Λευιτ. κεφ. 18). Από τη Βίβλο και τον Χριστιανισμό προήλθε η απαγόρευση των αιμομικτικών γάμων στα πολιτισμένα έθνη. Όσοι θέλησαν να παραβιάσουν τη βιβλική απαγόρευση αιμομιξίας και να παντρεύονται πρώτα και δεύτερα ξαδέρφια, όπως έκανε ο Δαρβίνος και η δυναστεία των Αψβούργων, μέλη της οποίας ηγεμόνευσαν στην Αυστρία, Ουγγαρία, Βέλγιο, Ολλανδία και τη Γερμανία για πάνω από 1.000 χρόνια, υπέστησαν σοβαρές συνέπειες, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν τα παιδιά τους ή να γεννιούνται με σοβαρά, σωματικά ελαττώματα. Και, ο λόγος είναι ότι αυτή η ενδογαμία δημιουργούσε επικίνδυνα ελαττωματικά γονίδια τα οποία ενώνονταν και σχημάτιζαν ένα γονίδιο το οποίο ευθύνεται για την εκδήλωση σωματικών και νοητικών δυσλειτουργιών (Ελευθεροτυπία, 11/1/2014 και Τα Νέα, 16/4/2009, άρθεο με τίτλο: Η αιμομιξία έριξε τη δυναστεία των Αψβούργων).
  6. Από την έννοια και το θεσμό της δουλείας που ήταν βάρβαρος θεσμός, γνωστός σ’ όλη την αρχαιότητα και που την υποστήριζαν και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ακόμη! Η Βίβλος είναι το κατεξοχήν βιβλίο της ελευθερίας από κάθε μορφή και είδος δουλείας, και ιδιαίτερα ο Χριστιανισμός. Ο Θεός είναι παντελώς ελεύθερος από τον χωροχρόνο και κατά μίαν έννοια Θεός αυθαίρετος. Έδωσε με τη δημιουργία του ανθρώπου το δώρο της ελευθερίας σ’ αυτόν. Στον αρχαίο Ισραήλ βέβαια για ορισμένους λόγους έγινε ανεκτός ο θεσμός της δουλείας και ρυθμίστηκε νομοθετικά υπέρ των δούλων (Εξ. 21:2-6), αλλά ο Χριστός απελευθέρωσε τους ανθρώπους από όλες τις μορφές δουλείας, όπως: δουλεία της άγνοιας, της πλάνης, της δυσειδαιμονίας, της αμαρτίας και του θανάτου ακόμη. Ο απ. Παύλος στην προς Γαλάτας κυρίως επιστολή του που χαρακτηρίστηκε ως ο «καταστατικός χάρτης της χριστιανικής ελευθερίας» διακήρυξε την εν Χριστώ ελευθερία και την ισότιμη αξία όλων, ως προσώπων ελευθέρων. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ, ότι την ελευθερία των δούλων ο Αβραάμ Λίνκολν την στήριξε σε τρία βιβλικά εδάφια (Γεν. 3:19· Εξ. 20:2· Ματθ. 7:12).
  7. Από την πολυγαμία και το θεσμό της παλλακείας. Κατά τον βιβλικό χριστιανισμό, ο Θεός «άρσεν και θήλυ» εποίησε τους Αδάμ (=ανθρώπους) (Γεν. 1:28). Δεν δημιούργησε πολλούς άνδρες και πολλές γυναίκες αλλά ένα ζευγάρι και ευλόγησε τη μονογαμία (Γεν. 2:24· Ματθ. 19:4-6). Η πολυγαμία εμφανίζεται ως έκπτωση του ανθρώπου μετά την αμαρτία του, και ο πρώτος πολύγαμος ήταν ο Λάμεχ (Γεν. 4:19). Για διάφορους λόγους η πολυγαμία (συνήθεια της αρχαίας Aνατολής, προστασία της γυναίκας κ.α., πρβλ. Δευτ. 21:15-17) γίνεται ανεκτή στον αρχαίο Ισραήλ αλλά ο Ιησούς επιμένει στο θεσμό της μονογαμίας όπως και ολόκληρη η Καινή Διαθήκη. Ο θεσμός της παλλακείας γνωστός κι αυτός στην αρχαιότητα δεν γίνεται ανεκτός στο Χριστιανισμό, εφόσον εξ αρχής δεν έγινε ούτω. Έτσι με τη μονογαμία αποφεύγονται και οι έριδες και συγκρούσεις μεταξύ ισχυρών μοναρχών και πλουσίων για την κατάκτηση θηλυκών.
  8. Από την τελεστική πορνεία και τον κιναιδισμό και την σεξουαλική εξαχρείωση (κτηνοβασία κ.α.). Η τελεστική πορνεία ήταν στην αρχαιότητα τρόπος λατρείας των θεών. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί (Κλειώ, 119) για ένα αισχρό έθιμο, όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος: κάθε γυναίκα στη Βαβυλώνα έπρεπε να θυσιάσει στη θεά Ιστάρ (Αφροδίτη), την παρθενία της με τον πρώτο τυχόντα, για να μπορεί αργότερα να παντρευτεί! Στην αρχαία Ελλάδα είναι γνωστόν ότι υπήρχαν οι ιερόδουλες (μόνο στην Κόρινθο υπήρχαν 1.000) που λάτρευαν μέσω της ιερής πορνείας την Αφροδίτη. Στην αρχαία Αθήνα, στη νομοθεσία του Σόλωνα (6ος π.Χ. αι.), προβλεπόταν η λειτουργία δημόσιων πορνείων και οι πόρνες κατέβαλλαν φόρο, το λεγόμενο «πορνικό τέλος». Στο πορνείο της αρχαίας αγοράς της Θεσσαλονίκης, οι εταίρες έπιναν κρασί από φαλλόσχημες κάνουλες αγγείων για να διεγείρουν τους συνδαιτυμόνες! (εφ. Τα Νέα, Κρασί και διονυσιακά όργια στη Θεσσαλονίκη, 27/8/2012. Βλ. και Ελευθεροτυπία, Ο έρωτας στα χρόνια της εταίρας). Τα ίδια και χειρότερα γινόταν στους ανατολικούς λαούς, γείτονες του Ισραήλ. Στους Χαναναίους υπήρχε ο κιναιδισμός των ιερέων του Βάαλ και οι κάτοικοι της Χαναάν επιδίδονταν και σε κτηνοβασίες (βλ. Ηροδότου Ιστορία, Β΄ 46, όπου μνημονεύει τη μίξη γυναίκας με ταύρο). Στα κείμενα της Ουγκαρίτ (Ρας Σάμρα) μνημονεύονται σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ θεών και ζώων, όπως του Βάαλ με αγελάδα. Η Βίβλος και ο Χριστιανισμός όχι μόνο κατακεραυνώνουν τέτοιου είδους μείξεις, αλλά θέτουν αυστηρά όρια μεταξύ άκτιστου Θεού και κτιστού ανθρώπου, και μεταξύ ανθρώπων και ζώων (J. E. Hartley, U. Cassuto, κα.).

Ο ανάγλυφος σκύφος του 1ου αιώνα μ.Χ. με φαλλόσχημη προχοή που βρέθηκε στο πορνείο της αρχαίας αγοράς στη Θεσσαλονίκη. Οι εταίρες έπιναν κρασί από αυτά τα σκεύη για να διεγείρουν τους συνδαιτυμόνες.

  1. Από την βρεφοκτονία και την έκθεση θηλυκών βρεφών κυρίως, που ήταν συνήθεια στους αρχαίους και ιδιαίτερα στους Σπαρτιάτες (Καιάδας), αλλά και στους Αθηναίους ακόμη και στους Ρωμαίους. Ο Σενέκας αναφέρει ότι στη Ρώμη «τιμωρούσαν τους κακούργους, τους λυσσασμένους σκύλους, τα θηρία, και τα αδύνατα και ανάπηρα παιδιά!». Ο ιστορικός Τάκιτος επιδοκιμάζει τη βρεφοκτονία όπως και εν μέρει ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης (Πλάτωνα Πολιτεία 5, Αριστοτέλη Πολιτικά 2, 7). Ο χριστιανός συγγραφέας Τερτυλλιανός κατηγορούσε στην εποχή του (2ος αι. μ.Χ.), τους ειδωλολάτρες γι’ αυτήν την απαίσια συνήθεια στην εποχή του (Τερτυλλιανού, Εκκλησία Μαρτύρων).

***

Απ’ όλα αυτά τα βέβηλα και εξαχρειωτικά, ο βιβλικός Χριστιανισμός απάλλαξε την ανθρωπότητα, διακηρύσσοντας υψηλές ηθικές αρχές και κυρίως πίστη-ελπίδα-αγάπη, αλληλεγγύη, ευσπλαχνία, αλτρουϊσμό, ανθρωπισμό (για περισσότερα βλέπε. Δ. Τσινικόπουλος, Βίβλος, Ένα βιβλίο επαναστατικό, 2010, Ν. Π. Βασιλειάδης, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός, Π. Μπρατσιώτης, Χριστιανισμός και Πολιτισμός, και ιδίως Rodney Stark, Η εξάπλωση του Χριστιανισμού, εκδ. Άρτος Ζωής).

Όποιος δεν έχει μάτια για να τα δει αυτά, είναι απλά μύωψ, μυωπάζει, και δεν αγαπά την αλήθεια, ούτε το φως, αλλά μισεί το φως της αλήθειας, για το οποίο διακήρυξε ο Χριστός, λέγοντας το ανεπανάληπτο: «Ἐγώ εἰμί τό φῶς, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή».

Θα μπορούσα να επεκταθώ και να γράψω περισσότερα. Προτιμώ να παραμείνω σ’ αυτά τα, κατ’ εμέ, ουσιώδη.

Τελειώνω, μ’ ένα μικρό απόσπασμα από ένα χριστιανικό κείμενο του 2ου αι. μ.Χ., γνωστό ως επιστολή προς Διόγνητο, όπου αντανακλάται η πίστη και το ήθος των πρώτων χριστιανών σε σχέση με τους εθνικούς. Είναι μικρό αλλά αποκαλύπτει πολλά:

«Διότι οι χριστιανοί δεν διακρίνονται από τους λοιπούς ανθρώπους, ούτε ως προς τη χώρα ούτε ως προς τη γλώσσα... ούτε κατοικούν σε δικές τους πόλεις... αν και κατοικούν σε πόλεις ελληνικές και βαρβαρικές... και ακολουθούν τα εγχώρια έθιμα ως προς την ενδυμασία και υπόλοιπη ζωή, επιδεικνύουν θαυμαστή και ομολογουμένως παράδοξη κατάσταση τρόπου ζωής ως πολίτες. Κατοικούν στις δικές τους πατρίδες αλλά σαν πάροικοι. Μετέχουν σε όλα ως πολίτες, και όλα τα υπομένουν σαν ξένοι. Κάθε ξένη γη είναι πατρίδα τους και κάθε πατρίδα ξένη γη. Παντρεύονται όπως όλοι, και κάνουν παιδιά, αλλά δεν “ρίχνουν” αυτά που γεννιούνται... Ζουν ως άνθρωποι αλλά όχι κατά σάρκα. Ζουν πάνω στη γη αλλά είναι πολίτες του ουρανού. Πείθονται στους νόμους που έχουν ορισθεί, και με τη ζωή τους νικούν τους νόμους. Τους αγαπούν όλους και από όλους διώκονται. Αγνοούνται και καταδικάζονται... Γίνονται πτωχοί και πλουτίζουν πολλούς. Στερούνται τα πάντα και στα πάντα περισσεύουν. Στερούνται τιμών και εκεί μέσα δοξάζονται. Δυσφημούνται και δικαιώνονται. Λοιδωρούνται και ευλογούν. Υβρίζονται και αποδίδουν τιμή... Και με απλά λόγια, οι χριστιανοί μέσα στον κόσμο είναι όπως η ψυχή (η ζωή) μέσα στο σώμα».

***

Επιλεκτική βιβλιογραφία

  • Blaiklock, E. M., και R. K. Harrison. The New international dictionary of biblical archaeology. Grand Rapids, Mich.: Regency Reference Library from Zondervan Pub. House, 1983.
  • Blomberg, Craig. The historical reliability of the Gospels. Leicester, England: Inter-Varsity Press, 1987.
  • Bruce, F. F. Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Είναι άραγε αξιόπιστα;. Αθήνα: Πέργαμος, 2000.
  • Craig, William Lane. Reasonable faith: Christian truth and apologetics. Wheaton, Ill.: Crossway Books, 1994.
  • Currie, David. Amazing discoveries in Bible lands. Grantham: Autumn House, 1995.
  • Edwards, Bryan. Through the British Museum with the Bible. Day One Publications, 2012.
  • Habermas, Gary R. The historical Jesus: ancient evidence for the life of Christ. Joplin, Mo.: College Press Pub. Co., 1996.
  • Kitchen, K. A. On the reliability of the Old Testament. Grand Rapids, Mich.: W. B. Eerdmans, 2003.
  • Läpple, Alfred. Ο άλλος Ιησούς. Αθήνα: Κονιδάρης, 1999.
  • Lewis, C. S. Χριστιανισμός απλώς! Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999.
  • Metzger, Bruce Manning. The New Testament: Its Background Growth and Content. 3. New York: Abingdon Press, 2003.
  • Mitchell, T. C. The Bible in the British Museum: interpreting the evidence. New York: Paulist Press, 2004.
  • Montgomery, John Warwick. Evidence for Faith: Deciding the God Question. Dallas: Probe Ministries, 1991.
  • Mykytiuk, Lawrence. Archaeology Confirms 50 Real People in the Bible. BAR, Mar/Apr 2014.
  • —. Did Jesus Exist? Searching for Evidence Beyond the Bible. BAR, Jan/Feb. 2015.
  • Nash, Ronald H. Christianity and the Hellenistic world. Grand Rapids: Zondervan, 1984.
  • Oswalt, John. The Bible among the myths: unique revelation or just ancient literature? Grand Rapids, Mich.: Zondervan, 2009.
  • Perrot, Charles. Ιησούς. Αθήνα: Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2007.
  • Price, Randall. Secrets of the Dead Sea scrolls. Eugene, Or.: Harvest House Pub., 1996.
  • —. The stones cry out. Eugene, Or.: Harvest House Publishers, 1997.
  • Robinson, John A. T. Redating the New Testament. Philadelphia: Westminster Press, 1976.
  • Rohl, David M. A test οf time: The Bible-From Myth to History. London: Century, 1995.
  • Sellier, Charles E. Ancient Revelations of the Bible. New York City: Dell, 1995.
  • Sellier, Charles E., και Brian Russell. Ancient Secrets of The Bible. New York City: Dell Books, 1994.
  • Sheler, Jeffery L. Is the Bible true? Ηow modern debates and discoveries affirm the essence of the Scriptures. San Francisco, CA: Harper, 1999.
  • Strobel, Lee. Η υπόθεση Ιησούς Χριστός. Αθήνα: Πέργαμος, 2011.
  • Thiede, Carsten Peter. Ιησούς : Μύθος ή πραγματικότητα;. Αθήνα: Πέργαμος, 1999.
  • Thiede, Carsten Peter, και Matthew Ancona. The Jesus papyrus. London: Weidenfeld & Nicolson, 1996.
  • Thompson, J. A. The Bible and archaeology. Grand Rapids: Eerdmans, 1962.
  • Vos, Howard Frederic. An introduction to Bible archaeology. Chicago: Moody Press, 1983.
  • —. Can I trust the Bible? Chicago: Moody Press, 1968.
  • Wilkins, Michael J. Jesus under fire: modern scholarship reinvents the historical Jesus. Grand Rapids: Zondervan, 1995.
  • Wilson, Clifford A. That incredible book: The Bible. Melbourne: Hill of Content, 1973.
  • Wilson, Robert Dick. A scientific investigation of the Old Testament. Chicago: Moody Press, 1959.
  • Wiseman, D. J., και Edwin M. Yamauchi. Archaeology and the Bible: an introductory study. Grand Rapids: Zondervan, 1979.
  • Yamauchi, Edwin M. Josephus and the Scriptures. Fides et Historia, 13/1 (Fall 1980).
  • —. The stones and the Scriptures. Philadelphia: Lippincott, 1972.
  • Zerbst, Uwe, και Peter van der Veen. Von Ur bis Nazareth: Eine biblisch-archäologische Zeitreise. Holzgerlingen: SCM Hänssler, 2009.
  • Σιαμάκης, Κωνσταντίνος. Ἐξωχριστιανικὲς μαρτυρίες γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς Χριστιανούς. Αθήνα: Άθως (Σταμούλη Α.Ε.), 2000.
  • —. Ἡ παράδοσι τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Θεσσαλονίκη: Ἱ. Μητροπόλεως Ἐδέσσης, 1995.
  • Τσινικόπουλος, Δημήτρης. Βίβλος, ένα βιβλίο επαναστατικό. Θεσσαλονίκη: Άγνωστο, 2010.
  • —. Ο κώδικας του Χαμουραμπί. Μια νέα ματιά σε μια παλιά νομοθεσία. Θεσσαλονίκη: Επιστημονική επετηρίδα 24, 2003.

[1] Γίνεται δὲ κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον Ἰησοῦς σοφὸς ἀνήρ, εἴγε ἄνδρα αὐτὸν λέγειν χρή: ἦν γὰρ παραδόξων ἔργων ποιητής, διδάσκαλος ἀνθρώπων τῶν ἡδονῇ τἀληθῆ δεχομένων, καὶ πολλοὺς μὲν Ἰουδαίους, πολλοὺς δὲ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπηγάγετο: ὁ χριστὸς οὗτος ἦν. [64] καὶ αὐτὸν ἐνδείξει τῶν πρώτων ἀνδρῶν παρ᾽ ἡμῖν σταυρῷ ἐπιτετιμηκότος Πιλάτου οὐκ ἐπαύσαντο οἱ τὸ πρῶτον ἀγαπήσαντες: ἐφάνη γὰρ αὐτοῖς τρίτην ἔχων ἡμέραν πάλιν ζῶν τῶν θείων προφητῶν ταῦτά τε καὶ ἄλλα μυρία περὶ αὐτοῦ θαυμάσια εἰρηκότων. εἰς ἔτι τε νῦν τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοῦδε ὠνομασμένον οὐκ ἐπέλιπε τὸ φῦλον.

[2] Τὸ δ᾽ ἔξωθεν αὐτοῦ πρόσωπον οὐδὲν οὔτ᾽ εἰς ψυχῆς οὔτ᾽ εἰς ὀμμάτων ἔκπληξιν ἀπέλειπεν: πλαξὶ γὰρ χρυσοῦ στιβαραῖς κεκαλυμμένος πάντοθεν ὑπὸ τὰς πρώτας ἀνατολὰς πυρωδεστάτην ἀπέπαλλεν αὐγὴν καὶ τῶν βιαζομένων ἰδεῖν τὰς ὄψεις ὥσπερ ἡλιακαῖς ἀκτῖσιν ἀπέστρεφεν. [223] τοῖς γε μὴν ἀφικνουμένοις ξένοις πόρρωθεν ὅμοιος ὄρει χιόνος πλήρει κατεφαίνετο: καὶ γὰρ καθὰ μὴ κεχρύσωτο λευκότατος ἦν. [224] κατὰ κορυφὴν δὲ χρυσέους ὀβελοὺς ἀνεῖχεν τεθηγμένους, ὡς μή τινι προσκαθεζομένῳ μολύνοιτο τῶν ὀρνέων. τῶν δ᾽ ἐν αὐτῷ λίθων ἔνιοι μῆκος πέντε καὶ τεσσαράκοντα πηχῶν ἦσαν, ὕψος πέντε, εὖρος δ᾽ ἕξ. [225] πρὸ αὐτοῦ δ᾽ ὁ βωμὸς πεντεκαίδεκα μὲν ὕψος ἦν πήχεων, εὖρος δὲ καὶ μῆκος ἐκτείνων ἴσον ἀνὰ πεντήκοντα πήχεις τετράγωνος ἵδρυτο, κερατοειδεῖς προανέχων γωνίας, καὶ ἀπὸ μεσημβρίας ἐπ᾽ αὐτὸν ἄνοδος ἠρέμα προσάντης ὑπτίαστο. κατεσκευάσθη δὲ ἄνευ σιδήρου, καὶ οὐδέποτ᾽ ἔψαυεν αὐτοῦ σίδηρος. [226] περιέστεφε δὲ τόν τε ναὸν καὶ τὸν βωμὸν εὔλιθόν τι καὶ χαρίεν γείσιον ὅσον πηχυαῖον ὕψος, ὃ διεῖργεν ἐξωτέρω τὸν δῆμον ἀπὸ τῶν ἱερέων. [227] γονορροίοις μὲν δὴ καὶ λεπροῖς ἡ πόλις ὅλη, τὸ δ᾽ ἱερὸν γυναικῶν ἐμμήνοις ἀπεκέκλειστο, παρελθεῖν δὲ ταύταις οὐδὲ καθαραῖς ἐξῆν ὃν προείπαμεν ὅρον. ἀνδρῶν δ᾽ οἱ μὴ καθάπαν ἡγνευκότες εἴργοντο τῆς ἔνδον αὐλῆς, καὶ τῶν ἱερέων πάλιν οἱ [μὴ] καθαρεύοντες εἴργοντο.

[3] Ἐπεὶ δ᾽ οὔτε φονεύειν οὔτε διαρπάζειν εἶχεν ἡ στρατιὰ πάντων τοῖς θυμοῖς ἐπιλειπόντων, οὐ γὰρ δή γε φειδοῖ τινος ἔμελλον ἀφέξεσθαι δρᾶν ἔχοντες, κελεύει Καῖσαρ ἤδη τήν τε πόλιν ἅπασαν καὶ τὸν νεὼν κατασκάπτειν, πύργους μὲν ὅσοι τῶν ἄλλων ὑπερανειστήκεσαν καταλιπόντας, Φασάηλον Ἱππικὸν Μαριάμμην, τεῖχος δ᾽ ὅσον ἦν ἐξ ἑσπέρας τὴν πόλιν περιέχον, [2] τοῦτο μέν, ὅπως εἴη τοῖς ὑπολειφθησομένοις φρουροῖς στρατόπεδον, τοὺς πύργους δέ, ἵνα τοῖς ἔπειτα σημαίνωσιν οἵας πόλεως καὶ τίνα τρόπον ὀχυρᾶς οὕτως ἐκράτησεν ἡ Ῥωμαίων ἀνδραγαθία. [3] τὸν δ᾽ ἄλλον ἅπαντα τῆς πόλεως περίβολον οὕτως ἐξωμάλισαν οἱ κατασκάπτοντες, ὡς μηδεπώποτ᾽ οἰκηθῆναι πίστιν ἂν ἔτι παρασχεῖν τοῖς προσελθοῦσι. [4] τοῦτο μὲν οὖν τὸ τέλος ἐκ τῆς τῶν νεωτερισάντων ἀνοίας Ἱεροσολύμοις ἐγένετο, λαμπρᾷ τε πόλει καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις διαβοηθείσῃ.

[4] Παρελθὼν δὲ Τίτος εἴσω τά τε ἄλλα τῆς ὀχυρότητος τὴν πόλιν καὶ τῶν πύργων ἀπεθαύμασεν, οὓς οἱ τύραννοι κατὰ φρενοβλάβειαν ἀπέλιπον. κατιδὼν γοῦν τό τε ναστὸν αὐτῶν ὕψος καὶ τὸ μέγεθος ἑκάστης πέτρας τήν τε ἀκρίβειαν τῆς ἁρμονίας, καὶ ὅσοι μὲν εὖρος ἡλίκοι δὲ ἦσαν τὴν ἀνάστασιν, “σὺν θεῷ γε ἐπολεμήσαμεν, ἔφη, καὶ θεὸς ἦν ὁ τῶνδε τῶν ἐρυμάτων Ἰουδαίους καθελών, ἐπεὶ χεῖρες ἀνθρώπων ἢ μηχαναὶ τί πρὸς τούτους τοὺς πύργους δύνανται;” τότε μὲν οὖν πολλὰ τοιαῦτα διελέχθη πρὸς τοὺς φίλους, τοὺς δὲ τῶν τυράννων δεσμώτας, ὅσοι κατελήφθησαν ἐν τοῖς φρουρίοις, ἀνῆκεν.

[5] Παρατίθεται πρώτα στα λατινικά και ακολουθεί μετάφραση στα αγγλικά:

Xii. Templum in modum arcis propriique muri, labore et opere ante alios; ipsae porticus, quis templum ambibatur, egregium propugnaculum. Fons perennis aquae, cavati sub terra montes et piscinae cisternaeque servandis imbribus. Providerant conditores ex diversitate morum crebra bella: inde cuncta quamvis adversus longum obsidium; et a Pompeio expugnatis metus atque usus pleraque monstravere. Atque per avaritiam Claudianorum temporum empto iure muniendi struxere muros in pace tamquam ad bellum, magna conluvie et ceterarum urbium clade aucti; nam pervicacissimus quisque illuc perfugerat eoque seditiosius agebant. Tres duces, totidem exercitus: extrema et latissima moenium Simo, mediam urbem Ioannes [quem et Bargioram vocabant], templum Eleazarus firmaverat. Multitudine et armis Ioannes ac Simo, Eleazarus loco pollebat: sed proelia dolus incendia inter ipsos, et magna vis frumenti ambusta. Mox Ioannes, missis per speciem sacrificandi qui Eleazarum manumque eius obtruncarent, templo potitur. Ita in duas factiones civitas discessit, donec propinquantibus Romanis bellum externum concordiam pareret.

Xiii. Evenerant prodigia, quae neque hostiis neque votis piare fas habet gens superstitioni obnoxia, religionibus adversa. Visae per caelum concurrere acies, rutilantia arma et subito nubium igne conlucere templum. Apertae repente delubri fores et audita maior humana vox excedere deos; simul ingens motus excedentium. Quae pauci in metum trahebant: pluribus persuasio inerat antiquis sacerdotum litteris contineri eo ipso tempore fore ut valesceret Oriens profectique Iudaea rerum potirentur. Quae ambages Vespasianum ac Titum praedixerat, sed vulgus more humanae cupidinis sibi tantam fatorum magnitudinem interpretati ne adversis quidem ad vera mutabantur. Multitudinem obsessorum omnis aetatis, virile ac muliebre secus, sexcenta milia fuisse accepimus: arma cunctis, qui ferre possent, et plures quam pro numero audebant. Obstinatio viris feminisque par; ac si transferre sedis cogerentur, maior vitae metus quam mortis. Hanc adversus urbem gentemque Caesar Titus, quando impetus et subita belli locus abnueret, aggeribus vineisque certare statuit: dividuntur legionibus munia et quies proeliorum fuit, donec cuncta expugnandis urbibus reperta apud veteres aut novis ingeniis struerentur.

12. The temple resembled a citadel, and had its own walls, which were more laboriously constructed than the others. Even the colonnades with which it was surrounded formed an admirable outwork. It contained an inexhaustible spring; there were subterranean excavations in the hill, and tanks and cisterns for holding rain water. The founders of the state had foreseen that frequent wars would result from the singularity of its customs, and so had made every provision against the most protracted siege. After the capture of their city by Pompey, experience and apprehension taught them much. Availing themselves of the sordid policy of the Claudian era to purchase the right of fortification, they raised in time of peace such walls as were suited for war. Their numbers were increased by a vast rabble collected from the overthrow of the other cities. All the most obstinate rebels had escaped into the place, and perpetual seditions were the consequence. There were three generals, and as many armies. Simon held the outer and larger circuit of walls. John, also called Bargioras, occupied the middle city. Eleazar had fortified the temple. John and Simon were strong in numbers and equipment, Eleazar in position. There were continual skirmishes, surprises, and incendiary fires, and a vast quantity of corn was burnt. Before long John sent some emissaries, who, under pretence of sacrificing, slaughtered Eleazar and his partisans, and gained possession of the temple. The city was thus divided between two factions, till, as the Romans approached, war with the foreigner brought about a reconciliation.

13. Prodigies had occurred, which this nation, prone to superstition, but hating all religious rites, did not deem it lawful to expiate by offering and sacrifice. There had been seen hosts joining battle in the skies, the fiery gleam of arms, the temple illuminated by a sudden radiance from the clouds. The doors of the inner shrine were suddenly thrown open, and a voice of more than mortal tone was heard to cry that the Gods were departing. At the same instant there was a mighty stir as of departure. Some few put a fearful meaning on these events, but in most there was a firm persuasion, that in the ancient records of their priests was contained a prediction of how at this very time the East was to grow powerful, and rulers, coming from Judaea, were to acquire universal empire. These mysterious prophecies had pointed to Vespasian and Titus, but the common people, with the usual blindness of ambition, had interpreted these mighty destinies of themselves, and could not be brought even by disasters to believe the truth. I have heard that the total number of the besieged, of every age and both sexes, amounted to six hundred thousand. All who were able bore arms, and a number, more than proportionate to the population, had the courage to do so. Men and women showed equal resolution, and life seemed more terrible than death, if they were to be forced to leave their country. Such was this city and nation; and Titus Caesar, seeing that the position forbad an assault or any of the more rapid operations of war, determined to proceed by earthworks and covered approaches. The legions had their respective duties assigned to them, and there was a cessation from fighting, till all the inventions, used in ancient warfare, or devised by modern ingenuity for the reduction of cities, were constructed.

[7]Rettung der Göttlichen Offenbahrung Gegen die Einwürfe der Freygeister.

[8] Bλέπε υποσημείωση στην ΚΔΤΚ και ΜΠΚ.