Ποιος «Ιούδας» έγραψε το ευαγγέλιο του Ιούδα;

«Ποιος Ιούδας έγραψε το ευαγγέλιο του Ιούδα», είναι ενδιαφέρον ερώτημα προς διερεύνηση. Και τούτο, διότι, μετά την πρόσφατη δημοσίευση του πολύκροτου αυτού «Ευαγγελίου» όπως παρουσιάζεται και λέγεται, έχουν δημιουργηθεί πολλά ερωτηματικά και αρκετές απορίες, γύρω απ’ αυτό το έργο και τον συγγραφέα του.

Κατά τους εκδότες του έργου αυτού, συγγραφέας του αφήνεται να υπονοείται, ο ίδιος ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο προδότης της εμπιστοσύνης του Ιησού, αφού φέρεται να συνομιλεί μαζί του και μάλιστα, ο Ιησούς ο ίδιος να του υποδεικνύει να πάει να τον «προδώσει»-παραδώσει στους εχθρούς του πρωθιερείς, και Φαρισαίους, για να λυτρώσει έτσι την ψυχή ή το πνεύμα του Ιησού, από το σώμα του, όπου ήταν εγκλωβισμένη η ψυχή.

Βέβαια, πουθενά στο έργο δεν αναγράφεται σε πρώτο πρόσωπο «εγώ ο Ιούδας το έγραψα», ούτε φέρει κάποιο χαιρετισμό ή κατακλείδα που να αποκαλύπτει την ταυτότητα του συγγραφέα του έργου, που δεν διαφυλάχτηκε και σε καλή κατάσταση (ανασυντέθηκε με βοήθεια κομπιούτερ το 80% του κειμένου),

Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι: Είναι αυτό το κείμενο, κείμενο του 1ου μ.Χ. αιώνα; Γράφτηκε από τον ίδιο τον Ιούδα τον Ισκαριώτη ή από κάποιον άλλον; Μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευαγγέλιο; Τι αποκαλύπτει το περιεχόμενό του για την ταυτότητα του συγγραφέα;

Στο ερώτημα, αν το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, η απάντηση είναι αρνητική. Και τούτο, διότι, πρώτον, ο Ιούδας δεν είχε το χρόνο να γράψει τέτοιο κείμενο, που φέρεται με το όνομά του. Ο Ιούδας από τα Ευαγγέλια φέρεται ως μαθητής μεν του Ιησού, αλλά και απομακρυσμένος ψυχικά από τον ίδιο.

Μόνο στις τελευταίες μέρες τις επίγειας ζωής του Ιησού, φαίνεται να διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο, αφού γύρω στις 9 Νισάν του 33 μ.Χ., αποφασίζει να προδώσει τον Ιησού, προφανώς δυσαρεστημένος από τις προσδοκίες του, από τη φιλοχρηματία του και την ιδιοτέλειά του. Προδίδοντας Τον, αμέσως μετά φέρεται ως μεταμεληθείς, να ρίχνει τα 30 αργύρια στα πόδια των αρχιερέων, οι οποίοι με τη σειρά τους, τα αρνούνται, και στη συνέχεια φαίνεται να αυτοκτονεί.

«Απελθών απήγξατο» (κρεμάστηκε), λέγει η αφήγηση του Ματθαίου. Δεν είχε χρόνο να γράψει τίποτα. Συνεπώς, λογικά ήταν αδύνατον να είχε συντάξει ο ίδιος το λεγόμενο και φερόμενο ως δικό του «ευαγγέλιο του Ιούδα», το κοπτικό αυτό κείμενο, που φέρεται χρονολογούμενο τον 3ο μ.Χ. αιώνα.

Στηρίζεται ωστόσο, όπως λέγεται, σ’ ένα αρχαιότερο του 2ου μισού του 2ου μ.Χ. αιώνα, που γράφτηκε στην ελληνική. Είναι αυτό προφανώς, που μνημονεύει για πρώτη φορά ο Ειρηναίος, γνωστός ως επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών) κι ακόμη πιο γνωστός για το περίφημο έργου του Κατά Αιρέσεων.

Μένει το ερώτημα, μήπως κάποιος άλλος Ιούδας, ενδεχομένως, κάποιος από τους άλλους μαθητές του Ιησού, που είχαν το όνομα Ιούδας, έγραψε αυτό το κείμενο, και σ’ αυτό στηρίχτηκε το ελληνικό μεταγενέστερο του 2ου αι. μ.Χ. Το όνομα Ιούδας, ήταν πολύ κοινό και συνηθισμένο τον 1ο αι. μ.Χ. Τούτο, φαίνεται και από το έργο του ιστορικού Φλαβίου Ιώσηπου, ο οποίος μνημονεύει τον Ιούδα τον Γαυλωνίτη, έναν επαναστάτη που ταυτίζεται ίσως με τον Ιούδα τον Γαλιλαίο, τον οποίο ανέφερε κι ο Γαμαλιήλ, στο Σάνχεδριν (Πράξεις, 5: 37). Είναι γνωστό, ότι με το όνομα Ιούδας φέρεται κι ένας άλλος μαθητής του Ιησού καλούμενος Θαδδαίος, και Ιούδας ο υιός του Ιακώβου. Στους καταλόγους του Ματθαίου, 10:3 και Μάρκου, 3:18, ο ίδιος φέρεται και ως Ιούδας ο υιός του Αλφαίου. Επίσης, Ιούδας λεγόταν κι ένας από τους τέσσερις υιούς του Ιωσήφ και της Μαρίας, δηλ. ένας από τους αδελφούς του Ιησού, ο οποίος φέρεται ως συγγραφέας της γνωστής μικρής επιστολής του Ιούδα, η οποία συμπεριλήφθηκε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, και η οποία πρέπει να γράφτηκε γύρω στο 70 μ.Χ.

Τίποτα, όμως, δεν αποδεικνύει, ότι τα δύο ως άνω πρόσωπα είχαν κάποια σχέση με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ή ότι αυτοί θα μπορούσαν να γράφουν το σχετικό κείμενο που φέρει το όνομα του Ιούδα, και δημοσιεύτηκε ως ευαγγέλιο του Ιούδα.

Πώς Καθορίστηκαν τα Κανονικά Ευαγγέλια;

Πριν προχωρήσω να καταδείξω ότι το ευαγγέλιο του Ιούδα είναι ένα ψευδεπίγραφο κείμενο, αγνώστου συγγραφέα που προερχόταν από τον κύκλο των Γνωστικών, (άγνωστο το που συντάχθηκε για πρώτη φορά), κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω, το γιατί δεν είναι ορθό να λέγεται το κείμενο αυτό ευαγγέλιο και γιατί είναι ψευδεπίγραφο.

Αναφέρομαι στο γενικότερο πρόβλημα της ψευδεπιγραφής της θρησκευτικής φιλολογίας, και πως τα τέσσερα ευαγγέλια καθορίστηκαν ως Ευαγγέλια και μόνον αυτά. Είναι απαραίτητο για να καταλάβει ο αναγνώστης μερικά συναφή θέματα.

Το κείμενο αυτό για τον Ιούδα, καταχρηστικά αναφέρεται και δημοσιεύτηκε ως ευαγγέλιο, όπως και πολλά άλλα κείμενα από το Ναγκ Χαμαντί που ανακαλύφθηκαν το 1945 στην Αίγυπτο, τυχαία σ’ ένα πιθάρι. Γιατί, δεν περιέχει κατ’ ουσίαν καμιά αγαθή αγγελία. Ονομάστηκε από τους εκδότες του κειμένου έτσι, μάλλον για λόγους εντυπωσιασμού και μιμητισμό των τεσσάρων Ευαγγελίων και για λόγους ομοιογένειας με τα λοιπά κείμενα του Ναγκ Χαμαντί, που βαπτίστηκαν ως «Ευαγγέλια».

Τα τέσσερα γνήσια Ευαγγέλια Ματθαίου, Λουκά, Μάρκου, Ιωάννη, όλα αναντίρρητα, κείμενα του 1ου αι. μ.Χ., γραμμένα ανάμεσα στα 40-80 μ.Χ., είναι στην κυριολεξία Ευαγγέλια, και μπορούν να θεωρηθούν τέτοια για δύο κυρίως λόγους: ομιλούν για το ότι γεννήθηκε, ήρθε στη γη, «ο Λόγος που έγινε σάρκα» για τη σωτηρία των ανθρώπων, ο Εμμανουήλ (λέξη που σημαίνει «ο Θεός μαζί μας»).

Ήρθε ο Ιησούς (λέξη που σημαίνει «ο Γιαχβέ σώζει»). Οι άγγελοι αναγγέλλουν στους ποιμένες κατά τη γέννηση του Ιησού, ότι σήμερα «ευαγγελίζομαι εις εσάς, χαράν μεγάλη και που αφορά όλον τον λαόν», και το περίφημο «δόξα εν υψίστοις Θεό και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκίας». Δηλαδή σ’ ανθρώπους που ο Θεός ευδοκείται και αγαπά, και όχι σε «ανθρώπους ευδοκία», που είναι ακατανόητο και απραγματοποίητο, όπως είναι γνωστό ανά τους αιώνες, αλλά οφείλεται σε εσφαλμένη γραφή. Τα αρχαία χειρόγραφα έχουν «εν ανθρώποις ευδοκίας».

Η έλευση του Ιησού ως ανθρώπου, από μόνη της είναι ευαγγέλιο. Αλλά πολύ περισσότερο ευαγγέλιο είναι το ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού που κήρυττε αρχικά Ιωάννης ο βαπτιστής, ο Ιησούς, και στη συνέχεια κήρυτταν και οι μαθητές του. Το ευαγγέλιο της βασιλείας ήταν το κεντρικό μήνυμα του κηρυγματικού Ιησού (Ματθαίος, 4:23, 24:14 και άλλοι).

Μ’ αυτήν την έκφραση, υπονοούσε ο Ιησούς τον εαυτό του ως αυτοβασιλέα και τα μέλη της βασιλείας-εκκλησίας του, και το νέο κόσμο του Θεού που ο ίδιος εγκαινίασε, και που ολοκληρωνόταν εσχατολογικά στον καιρό του τέλους. Ο φιλόσοφος Leibniz πολύ σωστά παρατήρησε ότι  «ο Ιησούς Χριστός αποκάλυψε στους ανθρώπους το μυστήριο και τους θαυμαστούς νόμους της βασιλείας των ουρανών και το μέγεθος της υπέρτατης ευτυχίας που ο Θεός προετοιμάζει για όσους τον αγαπούν».

Αυτό το κήρυγμα της βασιλείας του Θεού, ήταν ένα πρωτόγνωρο επαναστατικό κήρυγμα, που αργότερα, βέβαια, ξεχάστηκε και πνευματοποιήθηκε, εσωτερικοποιήθηκε, ώστε να νομίζουν οι άνθρωποι, ότι η βασιλεία του Θεού ήταν κι είναι μια καλή κατάσταση καρδιάς, μια αγαθή συνείδηση, ο πλούσιος και ευλογημένος εσωτερικός κόσμος, κι όχι μια ζωντανή πραγματικότητα, που θα επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές εσχατολογικά—αυτό το περίφημο της Αποκάλυψης «ιδού, ποιώ καινά τα πάντα».

Επίσης, το γεγονός της αναστάσεως του Ιησού που αφηγούνται και τα τέσσερα Ευαγγέλια, είναι γεγονός χαρμόσυνο. Είναι Ευ-αγγέλιο. Σ’ αυτό πάνω οικοδομήθηκε το οικοδόμημα της εκκλησίας, την ημέρα της Πεντηκοστής του 33 μ.Χ. Και αυτό είναι το κατ’ εξοχήν χαρμόσυνο κοσμοσωτήριο γεγονός. Διότι, όπως πολύ σωστά λέει ο απ. Παύλος «ει ο Χριστός ουκ εγείγερται ματαία η πίστις ημών, μάταιον και το κήρυγμα ημών» (1 Κορινθίους, 15:17).

Ένας νεκρός Ιησούς χωρίς ανάσταση είναι ανίκανος να πραγματοποιήσει τις υποσχέσεις της βασιλείας του, και το «ιδού ποιώ καινά τα πάντα», εξαλείφοντας οριστικά το κακό, το σατανικό κόσμο και το θάνατο. «Εάν ελπίζουμε μόνο σ’ αυτήν τη ζωή», συνεχίζει ο απ. Παύλος, «είμαστε οι ελεεινότεροι πάντων των ανθρώπων».

Το ομόφωνο περιεχόμενο των τεσσάρων Ευαγγελίων, η αρχαιότητά τους (2ο μισό του 1ου αι. μ.Χ.) και η αποστολικότητά τους, υπήρξαν τα αρχικά κριτήρια για την επιλογή τους από τις χριστιανικές κοινότητες του 1ου αι. μ.Χ.

Αυτά είναι τα βασικά κριτήρια. Όλα τα κείμενα που γράφτηκαν μετά το 2ο μ.Χ. αιώνα που περιέχουν διαλόγους, ιστορίες και περιστατικά απ’ τη ζωή του Χριστού, επειδή δεν έφεραν τα παραπάνω τρία χαρακτηριστικά, δηλ. της εκκλησιαστικότητας, της αρχαιότητας και της αποστολικότητας, αυτό-αποκλείστηκαν από τον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Πρωτίστως δε, διότι, περιείχαν διδασκαλίες καταφανώς διαφορετικές και αντίθετες μ’ αυτές των Ευαγγελίων και της εκκλησίας του 1ου αι. μ.Χ.

Είναι γνωστό ότι από το 2ο μ.Χ. αιώνα, άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορα κείμενα στις εξ εθνών εκκλησίες, από ευσεβείς ή μη Χριστιανούς, που ήθελαν κυρίως να πληρώσουν τα κενά των Ευαγγελίων. Λόγου χάρη, τι έκανε ο Ιησούς στη παιδική του ηλικία; Επειδή δεν λέγουν τίποτα το σχετικό τα Ευαγγέλια, γράφτηκε το κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού, γύρω στο 2ο μ.Χ., από άγνωστο συγγραφέα, που παρουσιάζει τον Ιησού να κάνει απίστευτα θαύματα μεταξύ του 5ου και 12ου έτους της ηλικίας του...

Παρόμοια, για άλλα θέματα γράφτηκαν κι άλλα ευαγγέλια. Όπως του Ιωσήφ του Τέκτονος (4ος μ.Χ. αι.) το ευαγγέλιο του Νικοδήμου (2ος-5ος μ.Χ. αι.), το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (2ος-5ος αι. μ.Χ.), που επέδρασε μάλιστα και στη χριστιανική λατρεία, και άλλα. Στη συνέχεια κυκλοφόρησαν και πράξεις του Ιωάννη, πράξεις του Ανδρέου, κ.λπ. κατ’ απομίμηση των Πράξεων των Αποστόλων. Κυκλοφόρησαν και αποκαλύψεις, όπως του Πέτρου, του Παύλου, κ.λπ., κατ’ απομίμηση της ιωάννειας Αποκάλυψης, με εξογκωμένα, μυθώδη κι τερατώδη πράγματα.

Όλα αυτά χαρακτηρίστηκαν ορθά ως απόκρυφα έργα. Σ’ αυτά στηρίζονται κατά καιρούς διάφοροι μυθοπλάστες και λογοτέχνες, σ αυτά στηρίχτηκε κι ο Μωάμεθ για ορισμένες πληροφορίες που υπάρχουν στο Κοράνιο. Αλλά αυτά που ανέρχονται σε 80 περίπου έργα, αυτο-αποκλείστηκαν εκ του περιεχομένου και της ηλικίας τους. Είναι δε και ψευδώνυμα όλα. Γράφτηκαν από άγνωστους μυθοπλάστες, Χριστιανούς ή αιρετικούς, οι οποίοι για να προσδώσουν κύρος στα λεγόμενό τους και τις ιστορίες τους, τα απέδιδαν προχρονολογημένα σε γνωστά ευαγγελικά πρόσωπα, ως δήθεν προερχόμενα απ’ αυτά.

Οι Χριστιανοί του 2ου αι., γνώριζαν πολύ καλά ποια βιβλία προέρχονταν από τον 1ο αι. μ.Χ., και ήταν προϊόν γραφίδος των αποστόλων και μαθητών. Γι’ αυτό κι όταν ο αιρετικός Μαρκίων, γύρω στο 140 μ.Χ. σχημάτισε ένα δικό του «κολωβό κανόνα» με βιβλία μόνο το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και μόνο την προς Ρωμαίους και 1η και 2η Θεσ/νικείς επιστολές του απ. Παύλου, και την προς Φιλήμονα, η εκκλησία αντέδρασε έντονα. Τότε, φρόντισε να αναδείξει τον κανόνα της Κ.Δ., που περιελάμβανε πάντοτε την Regula Fidei—τον Κανόνα Πίστης της εκκλησίας των Χριστιανών. Έτσι επιβίωσαν τα κανονικά Ευαγγέλια και αποκλείστηκαν τα ψευδώνυμα απόκρυφα από την Καινή Διαθήκη.

Το Γνωστικό ευαγγέλιο του Ιούδα

Όλα τα παραπάνω μας βοηθούν, να καταλάβουμε τι είναι αυτό το ευαγγέλιο του Ιούδα και από ποιους γράφτηκε και πότε. Είναι κείμενο του 2ου μ.Χ. αιώνα, ψευδεπίγραφο. Δεν έχει καμιά σχέση με τα κείμενα της Κ.Δ. του 1ου αι. μ.Χ., και δεν γράφτηκε από Χριστιανό μαθητή ή απόστολο.

Ανήκει στον κύκλο των γνωστικών κειμένων, που όπως προαναφέρθηκε ανακαλύφθηκε το 1945 στο Ναγκ Χαμαντί της Αιγύπτου. Τα κοπτικά αυτά κείμενα είναι γνωστά με τα ονόματα γνωστών προσώπων της Καινής Διαθήκης, όπως ευαγγέλιο του Θωμά, ευαγγέλιο του Φιλίππου, ευαγγέλιο της Μαριάμ (Μαγδαληνής), το ευαγγέλιο της αλήθειας και άλλα.

Ωστόσο, καταχρηστικά ονομάστηκαν ευαγγέλια, και στην πραγματικότητα είναι περισσότερο θεολογικά μυθιστορήματα (Carsten Thiede). Περιέχουν, τα περισσότερα, λόγια, ή διαλόγους, ή συνομιλίες, μεταξύ διαφόρων γνωστών ή αγνώστων ευαγγελικών προσώπων, και προβάλλουν σκέψεις, διδασκαλίες και απόψεις των Γνωστικών, που ήταν Ιουδαιο-Χριστιανοί, με παγανιστικές ρίζες και καταβολές.

Σ’ αντίθεση με τα γνωστά Ευαγγέλια, δεν τοποθετούν τα λόγια των συνομιλούντων σε ιστορικά πλαίσια, γιατί απεχθάνονται την ιστορία, τα γεγονότα. Τους ενδιαφέρει μόνο η φιλοσοφία, η σκέψη. Η έρευνα κατέδειξε ότι ο Γνωστικισμός, ως φιλοσοφία, ή κίνημα, οικοδομήθηκε πάνω σε ελληνιστικά-ιουδαϊκά θεμέλια, και μπορεί να ανιχνευθεί σε πόλεις που ήταν λίκνα συγκρητισμού, όπως η Αλεξάνδρεια.

Κάποια σπέρματα Γνωστικισμού εμφανίζονται ήδη στον 1ο αι. μ.Χ., όπως φαίνεται από την καταπολέμησή τους από τον απ. Παύλο και τον Ιωάννη: «Εξ ημών ήσαν αλλά δεν ήσαν μεθ’ ημών. Διότι εάν ήσαν εξ ημών θα έμεναν μεθ’ ημών», γράφει στην 1η επιστολή του ο Ιωάννης. Αλλά την κυρίως ανάπτυξή του την είχε από το 2ο μ.Χ. μέχρι τον 4ο και 5ο μ.Χ. αι.

Οι Γνωστικοί έδιναν έμφαση όχι στην ιστορία, στα γεγονότα, και στην πίστη ή αγάπη του πιστού, αλλά στη «μυστική γνώση» που θα μπορούσε ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος από τον εσωτερικό του κόσμο, σαν ενόραση με κάποια μυστική πρόσβαση προς τον Θεό. Έτσι, θα πετύχαινε τη ένωσή του με το θείον και την αυτο-λύτρωσή του. Ήταν μια ελιτίστικη κοινωνία, που πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι φέρουν το θείο σπινθήρα μέσα τους, αλλά έπρεπε ο καθένας να αφυπνίσει μόνος του τον σπινθήρα αυτό και να γίνει θείος, όπως ο Χριστός.

Ο κόσμος, ο υλικός, θεωρούταν κακός, κατοικημένος από δαίμονες, όπως και το σώμα του ανθρώπου. Ακολουθώντας την ορφική και πυθαγόρεια άποψη, που διοχετεύτηκε και στον Πλάτωνα, ότι το σώμα είναι σήμα (=τάφος της ψυχής), που φυλακίζει την προϋπάρχουσα ψυχή, πίστευαν ότι η κτιστή δημιουργία δεν μπορεί να ήταν δημιουργία αγαθού θεού, αλλά ενός κακού θεού, αυτού της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτό και έπρεπε να ελευθερωθεί το πνεύμα ή ψυχή από το σώμα, το οποίο έπρεπε να φθαρεί. Είτε με την εγκράτεια και την αποχή, είτε με ποικίλα όργια.

Κύριοι εκπρόσωποι του Γνωστικισμού στο 2ο μ.Χ. αιώνα υπήρξε ο Βασιλείδης και ο Βαλεντίνος, που εκχριστιάνισαν το απόκρυφο του Ιωάννου, το οποίο βρέθηκε στη βιβλιοθήκη του Ναγκ Χαμαντί. Ο Βαλεντίνος είναι ο συγγραφέας του ευαγγελίου της Αλήθειας, με το οποίο επιχείρησε να ενώσει τις γνωστικές αρχές με τη θεολογία του αποστόλου Παύλου.

Γνωστικές αντιλήψεις διαφοροποιημένες κάπως είχε κι ο προαναφερθείς Μαρκίων. Γνωστικοί ήταν επίσης κι οι Μανδαίοι, μια ομάδα του χώρου της Εγγύς Ανατολής. Ο Γνωστικισμός έγινε παγκόσμια θρησκεία και ήκμασε όταν ο Μάνης (216-277 μ.Χ.) ίδρυσε δική του εκκλησία. Απ’ το όνομά του προέρχεται η έκφραση Μανιχαϊσμός, Μανιχαίος, με έμφαση στο δυαλισμό (καλό κακό, φως σκότος κ.λπ.).

Η Elaine Pagels με το έργο της Τα Γνωστικά Ευαγγέλια (Ενάλιος, 2004) μας προσφέρει πολλές σημαντικές πληροφορίες, και το συλλογικό έργο Χριστιανικός Γνωστικισμός (Αρτος Ζωής, 1989), με επιμέλεια του καθ. Σάββα Αγγουρίδη, είναι πολύ κατατοπιστικό, αφού περιέχει τα σπουδαιότερα γνωστά γνωστικά κείμενα, μεταφρασμένα στην νεοελληνική.

Τα παραπάνω είναι βοηθητικά και καθοριστικά για ν’ απαντηθεί το ερώτημα, ποιος έγραψε το ευαγγέλιο του Ιούδα. Το κείμενο αυτό δεν περιέχει ουσιαστικά καμιά καλή αγγελία (= ευαγγέλιο). Σταματά στην προδοσία του Ιησού από τον Ιούδα καθ’ υπόδειξη του ίδιου του Ιησού, για να εκπληρωθεί δήθεν το σχέδιο σωτηρίας του Θεού.

Περιέχει τη δήλωση του Ιησού: «Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει». Το έργο αυτό δεν γνωρίζει τίποτα για το θάνατο και την ανάσταση του Ιησού, ούτε για την εσχατολογική ελπίδα της αναστάσεως των νεκρών, όπως την υποσχέθηκε ο ίδιος ο Ιησούς: «Καγώ αναστήσω αυτόν εν τη έσχατη ημέρα».

Αντιφάσκει όμως έτσι, με τη διδασκαλία των τεσσάρων Ευαγγελίων του 1ου μ.Χ., και με τις γενικές θέσεις της Χριστιανοσύνης. Εμφανίζοντας τον Ιησού να βοηθείται ν’ απαλλαγεί το σώμα από το πνεύμα του που ήταν μέσα του, εκφράζει τις γνωστές δυαλιστικές αντιλήψεις του Γνωστικισμού περί ψυχής και σώματος, προερχόμεvoς από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Ενώ βέβαια, για την Κ.Δ., ψυχή είναι ολόκληρος ο άνθρωπος, το δε πνεύμα ή ψυχή δεν είναι εκ φύσεως αθάνατα, ούτε εγκλωβισμένα σε ένα σώμα. Ο κόσμος όλως είναι «καλός λίαν» και το σώμα καλό. Ολόκληρος ο άνθρωπος θ’ αναστηθεί εσχατολογικά, και φυσικά και το σώμα. Κατά τον μελετητή Craig A. Evans, είναι μικρή ασήμαντη διήγηση, αποκύημα φαντασίας.

Συνεπώς, τ’ αδιάψευστα αυτά στοιχεία προσδιορίζουν τον συγγραφέα του κειμένου. Είναι ένας άγνωστος Γνωστικός του 2ου μ.Χ. αιώνα, που έγραψε αρχικά το κείμενό του γύρω στο 150-170 μ.Χ. στην ελληνική, αφού το γνώριζε ήδη ο Ειρηναίος κατά το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. και το μνημονεύει στο έργο του Κατά Αιρέσεων. Κατά πάσα πιθανότητα, ανήκε στο παρακλάδι των Γνωστικών, γνωστό ως Καϊνίτες, που λάτρευαν τον Κάιν και πίστευαν στη «θεά Σοφία». Παράλληλα, τα καϊνιστικά αυτά κείμενα είναι και Σηθιανά, αναφέρονται δηλαδή στο Σηθ.

Στο κείμενο περί ου ο λόγος, ο Σηθ ανήκει στο ουράνιο βασίλειο και στο γήινο ως Ιησούς ενσαρκωμένος Σηθ. Αναφέρεται σε υποθετική συνομιλία του Ιησού με τον Ιούδα. Και ενώ από πλευράς επιστημονικής, το κείμενο παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί επαληθεύει τις απόψεις των ειδικών περί των δοξασιών των Γνωστικών, δεν προσφέρει και πολλά για τη διερεύνηση του μυστηρίου του Ιούδα και των πραγματικών αιτίων της προδοσίας του.

Οι ισχυρισμοί ότι πρόκειται περί μιας συνταρακτικής ανακάλυψης, της μεγαλύτερης των τελευταίων 60 χρόνων, (Bart D. Ehrman), ότι «αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πρώιμο Χριστιανισμό» (Elaine Pagels) είναι μάλλον υπερβολικοί, και θα πρέπει να γίνουν δεκτοί με επιφύλαξη.

Το κείμενο, μπορεί να διαβαστεί, να ερευνηθεί, και να τοποθετηθεί πλάι στα γνωστικά κείμενα των Γνωστικών του 2ου και των μετέπειτα αιώνων. Αναφέρεται υποθετικά σε συνομιλία του Ιησού με τον Ιούδα, αλλά δεν γράφτηκε ούτε από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ούτε από κανέναν αυτόπτη μάρτυρα του 1ου μ.Χ. αιώνα. Έχει καθαρά επιστημονικό ενδιαφέρον και αποτελεί ένα βήμα στη μελέτη του αρχαίου Γνωστικισμού.