
Το θέμα σχέσεων θρησκείας και ψυχανάλυσης, είναι ένα μείζον θέμα με το οποίο ασχολήθηκαν ουκ ολίγοι συγγραφείς και θεολογίζοντες ψυχαναλυτές. Με παρεμφερή τίτλο είναι γνωστά τα βιβλία του Έριχ Φρομ Ψυχανάλυση και θρησκεία, του Καρλ Γιούνγκ, Ψυχολογία και θρησκεία μαθητών του Φρόυντ, αλλά και πολλών άλλων όπως π.χ. του Ι. Γιάλομ, Θρησκεία και Ψυχιατρική (2003), Μ. Μαρκάκη, Ψυχαναλυτική ερμηνεία της θρησκείας (1995) κ. άλλ.
Ο λόγος είναι προφανής. Θρησκεία και ψυχανάλυση παίζουν και οι δύο ρόλο ανακουφιστικό και θεραπευτικό, ελπιδοφόρο για τον πάσχοντα άνθρωπο που τον έχουν ως επίκεντρό τους, έστω κι αν διαφέρουν στον τρόπο διαχείρισης των προβλημάτων του.
Ο συγγραφέας Μάριος Μπέγζος, πανεπιστημιακός καθηγητής στον τομέα της συγκριτικής φιλοσοφίας της θρησκείας με μεγάλη, πλούσια εργογραφία, με το βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Θρησκεία και Ψυχανάλυση», προσφέρει στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο καλά δομημένο, εύπεπτο και σύντομο, με μια γλώσσα περιεκτική, εύληπτη, χωρίς αγκυλώσεις, ακαδημαϊσμούς και περιττή ύλη. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του βιβλίου.
Αν και ο τίτλος αναφέρεται γενικότερα στην ψυχανάλυση, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ασχολείται με τις θεωρίες του ιδρυτή και πατέρα της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόυντ (1886-1939). Εξ αρχής αναγνωρίζεται και ορθά τονίζεται προς αποφυγήν παρερμηνειών, ότι η ψυχανάλυση δεν είναι μια αυστηρά επιστημονική θεωρία ή ιδεολογική κοσμοθεωρία, μια θρησκεία ή φιλοσοφία, αλλά είναι μια θεραπεία. Η ψυχανάλυση είναι κατά τον συγγραφέα, η θεραπευτική μέθοδος του ανθρώπινου ψυχισμού με μια διττή προτεραιότητα. 1. Το ασυνείδητο προηγείται του συνειδητού και 2. Το ερωτικό στοιχείο προηγείται του κοινωνικού. Ο συγγραφέας σε όλο το βιβλίο του προχωρεί σε λεπτές εννοιολογικές αποσαφηνίσεις.
Το «ασυνείδητο» είναι το μέρος του ψυχισμού που αποθηκεύει κάθε ανεκπλήρωτη επιθυμία. Είναι κατά τον Φρόυντ, id = Αυτό και όχι Εκείνο. Είναι το Υπο-Εγώ. Έτσι έχουμε μια τριμερή διάκριση. Το Εγώ (=συνειδητό), το Υπο-Εγώ (=ασυνείδητο) και το Υπερ-Εγώ (Super-Ego) που είναι η κουλτούρα, ο πολιτισμός. Το ασυνείδητο κατά τον Φρόυντ είναι η αποθήκη όλων των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Δεν είναι εύκολο για τον αμύητο αναγνώστη να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φρόυντ και τους νεολογισμούς που εισήγαγε όπως π.χ. Λίμπιντο – από την γερμανική λέξη Liebe (αγάπη) όπου προσέθεσε ως κατάληξη το (id=αυτό) για να προσδιορίσει έτσι, ότι το ερωτικό στοιχείο κυριαρχεί στο ασυνείδητο. Κατά τον Φρόυντ υπάρχουν δύο δυνάμεις της ζωής. Ο Έρως η κεντρομόλος δύναμη και ο θάνατος η κεντρόφυγος, διασπαστική δύναμη. Αυτά για τους ψυχαναλυτές είναι κοινός τόπος. Αλλά, ορθά ο συγγραφέας του εν λόγω πονήματος, έκανε τις απαραίτητες διευκρινήσεις στο πρώτο κεφάλαιο. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε στα επόμενα κεφάλαια την «Ψυχαναλυτική Ανατομία της θρησκείας» (κεφ. 2ο) όπου η φροϋδική ματιά, με τα βιβλία «Το μέλλον μιας Αυταπάτης» (1927) και «Η δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό» (1930, που κακώς μεταφράστηκε στα ελληνικά ως ο «Πολιτισμός πηγή δυστυχίας»), ασκεί κριτική στη θρησκεία ως κοινωνικό φαινόμενο. Κατά τον Φρόυντ όπως επισημαίνει ο Μάριος Μπέγζος, η θρησκεία είναι μεν αυταπάτη, αλλά δεν είναι πλάνη, διότι η αυταπάτη εμπεριέχει το στοιχείο της επιθυμίας σε αυτήν την πλάνη, και σε τελευταία ανάλυση, μπορεί να παραβληθεί με μια παιδική νεύρωση που η ανθρωπότητα πρέπει να ξεπεράσει. Ο Φρόυντ χαρακτηρίζει ως ευσεβή πόθο την ύπαρξη Θεού-δημιουργού με αγαθή πρόνοια του κόσμου και την ύπαρξη μεταθανάτιας ζωής.
Έτσι, επισημαίνει ο συγγραφέας, ο Φρόυντ στέκεται κριτικά και διαλεκτικά απέναντι στη θρησκεία, διότι αναγνωρίζει ότι δεν πρέπει και δεν μπορεί να καταργηθεί. Αυτό είναι κάτι το απραγματοποίητο. Μοιάζει με άνθρωπο που παίρνει ναρκωτικά για δεκαετίες και που δεν μπορεί να κοιμηθεί αν του αφαιρέσουν το μέσον. Αλλά, ο Βιενέζος ψυχαναλυτής, σημειώνει ότι η ζωή είναι σκληρή και δύσκολη· για να την υποφέρουμε χρειαζόμαστε καταπραϋντικά μέσα όπως είναι η θρησκεία. Γι’ αυτό και η θρησκεία δεν νοείται μακράν και πέραν της μάζας.
Είναι γνωστό ότι ο Φρόυντ εμφανίζεται περισσότερο ως αγνωστικιστής παρά ως δηλωμένος άθεος (με την αυστηρή σημασία του όρου), ο οποίος επέκρινε τη θρησκεία ως κοινωνικό θεσμό και με μια ναρκισσιστική έπαρση, κατέταξε τον εαυτό του ανάμεσα στον Κοπέρνικο και τον Δαρβίνο. Είναι επίσης γνωστό ότι, δεν έγινε πλήρως αποδεκτός από την στενή ιατρική κοινότητα, αλλά και από τους επιγόνους του, σχισματικούς (Γιουνγκ, Άντλερ, Φρόμ, Ράιχ) ή νεοφροϋδιστές κ.άλλ. Αλλά, παρά ταύτα, κατά τον συγγραφέα, ο Φρόυντ «προσπάθησε και πέτυχε πολύ περισσότερα από όσα απέτυχε» (σελ. 39).
Σε επόμενα κεφάλαια του εν λόγω πονήματος αναλύονται κάποιες άλλες σκέψεις κι έννοιες του πατέρα της ψυχανάλυσης, όπως π.χ. ποιος ο σκοπός της ζωής (ερώτημα στο οποίο ο Φρόυντ λέει ότι δεν επιδέχεται καμία απάντηση), για να καταλήξει σε ένα σοφό, όντως ρητό: «Lieben und Arbeiten» (να αγαπάς και να εργάζεσαι) που ο Φρόυντ υιοθετεί σαφώς από τη βιβλική σκέψη και σοφία αφού ήταν Εβραίος και μελετούσε συστηματικά την Εβραϊκή Βίβλο, αλλά με δικό του προσωπικό βλέμμα και οπτική. Πάντως, ο Φρόυντ, επισημαίνει ότι, η ευτυχία εξαρτάται από την σύμπτωση πολλών παραγόντων και η θρησκεία μπορεί να παίζει κάποιο ουσιαστικό ρόλο, αν δεν επιβάλλει σε όλους με τον ίδιο τρόπο τον δικό της δρόμο προς την ευτυχία και την αποφυγή του πόνου.
Στη συνέχεια εξετάζεται λεπτομερέστερα η φροϋδική θεωρία της θρησκείας ως νεύρωσης. Ο Φρόυντ ορίζει τη θρησκεία ως πίστη στο δόγμα και εκφράζει έκδηλη αμφιβολία στα ιερά κείμενα των θρησκειών (Παλαιά Διαθήκη, Καινή Διαθήκη, Κοράνιο;) όπου στηρίζονται τα διάφορα δόγματα. Τα θεωρεί ως αναξιόπιστα, αντιφατικά, διασκευασμένα, αλλοιωμένα, χωρίς βέβαια να προσκομίζει και σχετικές αποδείξεις ή τεκμήρια περί του ισχυρισμού του. Γράφει οιονεί ‘αφοριστικά’ υιοθετώντας την τακτική του Νίτσε τον οποίο είναι γνωστό ότι θαύμαζε. Έτσι καταλήγει στη θρησκεία ως αυταπάτη και παράνοια.
Η επιθυμία κατά τον Φρόυντ, είναι η σπονδυλική στήλη της θρησκείας τόσο χρονικά, όσο χωρικά και τροπικά. Η εξίσωση θρησκείας και αυταπάτης δεν είναι υποβάθμιση της θρησκείας, δεν είναι το ‘όπιο του λαού’ όπως ήθελε ο Μαρξ, αλλά αυταπάτη στην εκπλήρωση της επιθυμίας του πιστού. Ο Φρόυντ ως προς τους ισχυρισμούς του επικαλείται και έχει σύμμαχό του την αυξανόμενη επιστημονική γνώση, διότι αυτή είναι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στη γνώση της πραγματικότητας.
Ο συγγραφέας, όντας ο ίδιος διαλεκτικός, θέτει το ερώτημα: Θρησκευτική αυταπάτη ή άθρησκη αλήθεια; (σελ. 76 επ.) επισημαίνοντας την φροϋδική άποψη ότι η θρησκεία έχει προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον πολιτισμό, αλλά ο πολιτισμός, ατυχώς, περιόρισε και περιορίζει τις επιθυμίες και τις ορμές του ανθρώπου, και τον κάνει ασφαλώς δυστυχή. Από την κριτική ματιά της Φροϋδικής ψυχανάλυσης δεν διαφεύγει ο πολιτισμός καθόσον η cultura, λειτουργεί αντιθετικά με τη natura. Η δεύτερη έχει να κάνει με την φυσική γέννηση του έμβιου όντος, ενώ η πρώτη με κάτι το θεσπισμένο, το θετό, το επίκτητο: Cultio agri (=καλλιέργεια και περιποίηση των αγρών). Ο πολιτισμός επιβάλλει περιορισμούς στον έρωτα, καταφάσκοντας στην δουλειά, την εργασία. Για τον Φρόυντ ο κάθε πολιτισμός χρειάζεται να στηρίζεται στον καταναγκασμό και στην καταπίεση των ορμών. Ο καθηγητής Μάριος Μπέγζος με μια ωραία διατύπωση, θα έλεγα, αποφθεγματική, δείχνει πως το δίδυμο του έρωτα και της εργασίας είναι αυτό της ‘ανώδυνης ηδονής και ευήδονης οδύνης’. Έτσι αναδύεται στην επιφάνεια και ο ναρκισσισμός του ανθρώπινου πολιτισμού (σελ. 88-90).
Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα όσα αναπτύσσονται με τίτλο Φύση και Πολιτισμός, και τι ρόλο παίζει η θρησκεία μέσα στον πολιτισμό της φύσης. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την φροϋδική θεωρία του Θεού – πατέρα, με την παντοδυναμία του Θεού, την παγγνωσία και παναγαθότητά του. Ο Φρόυντ επηρεασμένος από τις θεωρίες του εθνολόγου James Frazer (Ο χρυσούς κλώνος), του Robertson Smith και του Τζούλιους Βελχάουζεν (J. Wellhauzen), πιστεύει στη μετάβαση από τον Πολυθεϊσμό στο Μονοθεϊσμό (μέσω του ανιμισμού και του ενοθεϊσμού). Tη θεωρεί έργο του Ισραηλιτικού λαού, και ως εικός, απορρίπτει την έννοια της θείας αποκάλυψης αφού δεν αποδέχεται τον παραδοσιακό Θεό του Ιουδαιο-Χριστιανισμού. Ο Φρόυντ εμμένει στον πατρικό πυρήνα της δοξασίας του Θεού, γιατί ο πατέρας – προστάτης συνιστά το σπέρμα της θρησκείας. Ο Πατέρας Θεός, ή οι θεοί γενικά, αποτρέπουν τον τρόμο και τον φόβο των καταστρεπτικών φυσικών δυνάμεων και εξοικειώνουν τον άνθρωπο με αυτές. Του δίνουν μια μεταθανάτια ελπίδα για τις αρετές του επίγειου βίου. Έτσι, η θρησκεία κατά τον Βιενέζο ψυχίατρο, είναι μια φυσική ανάγκη για να αμυνθεί ο άνθρωπος απέναντι στη συντριπτική υπεροχή της φύσης.
Ο θρησκεύων άνθρωπος προσωποποιεί τις δυνάμεις αυτές και προχωρεί στον ανθρωπομορφισμό του θείου, για να το καταλάβει καλύτερα και για να το εξουσιάζει… Γι’ αυτό και ο βιβλικός Θεός μένει ανεικονικός μεν, αλλά στο ημίφως της αμφισημίας αφού είναι θεός αποκαλυπτόμενος αλλά και deus absconditus. Βέβαια, ο Φρόυντ, προχωρεί και υπερβαίνει τα εσκαμένα, θεωρώντας το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ως το ερμηνευτικό κλειδί για την θρησκεία, μια θεωρία που δέχθηκε πολλές επικρίσεις από τους επιγόνους του Φρόυντ και ιδιαίτερα από τον Έριχ Φρομ(1).
Μερικές άλλες ενδιαφέρουσες σκέψεις παρουσιάζονται στα επόμενα κεφάλαια όπως: Έρως – Έρις, καθόσον πολιτισμός και ερωτισμός πολώνονται εξ ορισμού και απαρχής. Η αγάπη κατά τον ψυχαναλυτή είναι ανασταλμένος ερωτισμός (ασώματος έρωτας), η δε περίφημη εντολή της αγάπης, αποδεικνύει την αδυναμία της αγάπης μέσα στον πολιτισμό. Κατά τον πατέρα της ψυχανάλυσης η αγάπη ενέχει ιδιοτέλεια, και θα έπρεπε να ήταν αλλιώς διατυπωμένη. Να λέει: ‘Αγάπα τον πλησίον σου όπως σε αγαπά αυτός’. Στέκεται άκρα επιφυλακτικός στην εντολή του Χριστού: ‘Αγάπα τους εχθρούς σου’. Την θεωρεί ουτοπική, απραγματοποίητη.
Για τον Φρόυντ η επιθετικότητα συμβαδίζει με τη σεξουαλικότητα και η αγάπη ενέχει μίσος, τη ζήλεια, που είναι το μίσος της αγάπης. Ο έρως είναι σχέση. Τι σημαίνει έρις; Η έρις σημαίνει σχάση της σχέσης. Ο Φρόυντ εμπνευσμένος καθ’ ομολογίαν του από τον Εμπεδοκλή, προτείνει την «φιλότητα και το νείκος», δηλ. τη φιλία και την έχθρα, την αγάπη και το μίσος, τη σχέση και τη σχάση. Θάνατος και σχάση είναι ταυτόσημα, και έτσι λειτουργούν τα ανωτέρω δίπολα σύμφωνα και με την Ηρακλείτεια θεώρηση. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο να μισούμε ό,τι αγαπάμε και να φθονούμε αυτό που θαυμάζουμε και να διαπιστώσουμε την αλήθεια του ρητού ‘πόλεμος πατήρ πάντων’, ο οποίος δυστυχώς, δεν μπορεί να καταργηθεί αφού είναι εγγενής. Ο Φρόυντ επινοεί τις έννοιες libido και mortibo, έρως – σεξουαλικότητα, και ορμή – φορά στην καταστρεπτικότητα, το θάνατο. Η επιθετικότητα θεωρείται ως ισοδύναμη της σεξουαλικότητας, ο δε ερωτισμός συρράπτει σεξουαλικότητα και επιθετικότητα στην δίδυμη εκδοχή του σαδισμού και μαζοχισμού. Έτσι συνυπάρχει η ηδονή με την οδύνη, οι οποίες κατά τον συγγραφέα αλληλοδιαπλέκονται.
Ένα άλλο μεγάλο θέμα της ψυχαναλυτικής μεθόδου του Φρόυντ, είναι το θέμα της ενοχής και της αμαρτίας καθόσον ο φόβος και η τιμωρία δημιουργούν ένοχη συνείδηση και η ενοχικότητα συνεπάγεται αναγκαστικά την επιθετικότητα. Το «Υπερεγώ βασανίζει το αμαρτωλό Εγώ». Ο Φρόυντ, παρατηρεί ο συγγραφέας, ερμηνεύει την ανάδυση της ηθικής συνείδησης ως ενοχής από την επιθετικότητα και την σεξουαλικότητα. Το άγχος ενώπιον της απώλειας της αγάπης του άλλου και μάλιστα του πατέρα, είναι ο πρωταρχικός γενεσιουργός παράγοντας (σελ. 119). Ιδιαίτερα τονίζεται από τον Φρόυντ η ενοχή που προκύπτει από την σεξουαλικότητα και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, διότι το αίσθημα της ενοχής ανάγεται στη θανάτωση του πατέρα κι έτσι η σεξουαλικότητα συνοδεύει την επιθετικότητα.
Ο Φρόυντ υποδεικνύει ότι για να είναι κανείς ευτυχισμένος οφείλει να υπακούει στην κλήση της φύσης του και να ικανοποιεί το Εγώ του. Απ’ την άλλη, κάθε νεύρωση σκεπάζει ένα ποσοστό ασυνειδήτου αισθήματος ενοχής…
Απορρίπτοντας τη χριστιανική εντολή της αγάπης ως απραγματοποίητη, τελικά, καταλήγει στο ότι, και ο ίδιος δεν μπορεί να προσφέρει παρηγοριά, παραμυθία με την ψυχαναλυτική μέθοδό του. Το μέλλον της θρησκείας κατά τον Φρόυντ, είναι μάλλον ζοφερό, αφού αυτή δεν ασκεί την επίδραση που ασκούσε στο παρελθόν, όσο μάλιστα αναπτύσσεται περισσότερο η επιστημονική γνώση. Η στάση του είναι κριτική και επικριτική, αλλά όχι πολεμική, ενώ επιμένει στην ουδετερότητα της ψυχανάλυσης έναντι της θρησκείας, αφού «η ψυχανάλυση είναι μια ερευνητική μέθοδος, ένα ουδέτερο όργανο όπως π.χ. ο απειροστικός λογισμός». Ωστόσο, αναγνωρίζει τον παραμυθητικό ρόλο της θρησκείας και την εγγύηση της κοινωνικής συνοχής. Επισημαίνοντας το ανέφικτο της κατάργησης της θρησκείας όπως αποδείχτηκε περίτρανα στο παρελθόν (Γαλλική επανάσταση – αθεϊστικό ημερολόγιο, κατάρρευση του λεγόμενου ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ κ.άλλ.), ο συγγραφέας – καθηγητής, καταλήγει στο ότι η πραγματεία του Φρόυντ περί θρησκείας μοιάζει με κράμα γεροντικής εμμονής, ερευνητικού πείσματος και ουτοπικής νοσταλγίας για έναν καλύτερο κόσμο με λιγότερο δυστυχισμένους ανθρώπους.
x x x
Από τα παραπάνω προκύπτει και η πολλαπλή ωφέλεια ανάγνωσης του βιβλίου αυτού. Όπως είπα και στην αρχή, το βιβλίο παρουσιάζει τις γνωστές αρετές του γραπτού λόγου του συγγραφέα από προηγούμενα έργα του. Σοφή δομή του έργου, πυκνή, περιεκτική παρουσίαση και ανάπτυξη των σκέψεων (αλλά όχι κουραστική για τον αναγνώστη), διαλεκτική σκέψη, ευρυμάθεια και, ιδίως, γεωμετρημένη ποιητική γλώσσα. Η γλώσσα που μεταχειρίζεται ο συγγραφέας είναι ποιητική, γιατί σε πολλά σημεία μπορεί να αναγνωρίσει κανείς έναν λόγο λιτό, απέριττο, πυκνά αποφθεγματικό, με παρηχήσεις. Όπως π.χ. «εμμονή κι επιμονή», «σχέση και σχάση», «όπου έρως εκεί έρις. Αλλά και: όπου έρις εκεί έρως. Τα αντίθετα έλκονται. Τα ασύμπτωτα παραλληλίζονται. Η σχάση είναι νόσος. Η σχέση θεραπεία» (σελ. 21). Ή, ακόμη: «Ο πόνος και η πείνα αντιμετωπίζονται με την τροφή και την τρυφή» (σελ. 50).
Βέβαια, στο εν λόγω βιβλίο, δεν γίνεται λόγος για άλλες θεωρίες του Φρόυντ που σφοδρά επικρίθηκαν από αρμοδίους, όπως π.χ. ο φθόνος του πέους ή του ευνουχισμού, όπου υποστηρίζεται ότι η θηλυκότητα είναι κατώτερη της αρρενωπότητας, η ανάλυση των ονείρων, τα λεγόμενα ψυχοσεξουαλικά στάδια του ανθρώπου, το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας, κ.άλλ. Ίσως, διότι δεν άπτονται του κυρίου θέματος, αλλά, νομίζω, ότι θα έπρεπε να γίνει λόγος τουλάχιστον για το βασικό έργο του Φρόυντ «Τοτέμ και ταμπού» (1913) (2), και, ιδίως, για το τελευταίο βιβλίο του «Ο Μωυσής και ο μονοθεϊσμός» ή σύμφωνα με τον πρωτότυπο τίτλο “Der Man Moses und monotheistische Religion” (1939) (3). Το βιβλίο αυτό είναι κατά γενική αναγνώριση το πιο ευάλωτο και ατεκμηρίωτο έργο του πατέρα της ψυχανάλυσης. Σε αυτό εφαρμόζοντας την ψυχαναλυτική του σκέψη, ο Φρόυντ, στηριζόμενος σε μια υπόθεση του Ernst Sellin και στη θεωρία του Αιγυπτιολόγου Τζέιμς Μπρέστιντ (James Breasted), υποστηρίζει ότι ο Μωυσής ήταν Αιγύπτιος, ότι «έκλεψε» τον μονοθεϊσμό από τον καινοτόμο μεταρρυθμιστή Φαραώ Ακενατόν, και τον εισήγαγε στον λαό, και τελικά θανατώθηκε στην έρημο από τους ίδιους τους Εβραίους. Ουσιαστικά, επαναλαμβάνει δηλ., το ζήτημα που αναπτύσσει στο «Τοτέμ και ταμπού», ότι δηλ., ο πατέρας της ορδής σκοτώθηκε, όχι γιατί ήταν επιθετικός αλλά λόγω σεξουαλικής ζηλοτυπίας! Πρόκειται βέβαια για προσωπικές θεωρίες επιστημονικά ανεπικύρωτες(4), αλλά που δείχνουν και τις φροϋδικές εμμονές, διότι, από το «Τοτέμ και ταμπού» και «Το μέλλον μιας αυταπάτης», επανέρχεται στα ίδια, με το «Μωυσής και μονοθεϊσμός». Γίνεται η επανάληψη του αρχέγονου Πατέρα, στο πρόσωπο του Μωυσή, ο οποίος θανατώνεται ως θυσία… Σκοτώνοντας τον Μωυσή, ο Εβραίος Φρόυντ, ήθελε να απαλλάξει τους Εβραίους από το φορτίο της θρησκείας και την καταπίεσή της, χαρίζοντάς τους την ελευθερία τους ως νέος Μωυσής – ηγέτης. Περιττό ίσως να πω, ότι, η ψυχανάλυση δεν περιορίζεται στον Φρόυντ και ότι οι μαθητές και διάδοχοι του Φρόυντ, ιδίως ο Καρλ Γιούγκ (C. Jung) που προαλείφονταν ως διάδοχός του, φρόντισαν σε πολλά σημεία να αποδομήσουν τον δάσκαλο, επικρίνοντας τον πρωτεύοντα ρόλο που έδωσε αυτός στη Libido, σχετικά με την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Τελικά, διερωτάται κανείς: Μήπως τα παιδιά στράφηκαν ενάντια στον πατέρα, επαληθεύοντας εν μέρει τη θεωρία του Φρόυντ;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
-
Βλ. Erich Froman, Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και οιδιπόδειος μύθος (εκδ. Πλέθρον 2021). Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα απέρριψαν κορυφαίοι ειδικοί, όπως Jung, Horney, Kartiner, Malinowski κ.άλλ.
-
Στο βιβλίο του αυτό ο Φρόυντ εκθέτει τις ρηξικέλευθες θεωρίες του, σύμφωνα με τις οποίες, στις πρωτόγονες κοινωνίες ο πατέρας ήταν κυρίαρχος. Οι γιοί που τον μισούσαν και τον θαύμαζαν επαναστάτησαν και τον θανάτωσαν. Για να αποκτήσουν τη δύναμή του, έφαγαν το θύμα, και για να εξιλεωθούν επινόησαν ιεροτελεστίες που έγιναν η πρώτη θρησκεία.
-
Η καλύτερη μετάφραση στην ελληνική είναι αυτή που φέρει και τον τίτλο «Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία» (εκδ. Επίκουρος) με τον ενδιαφέροντα πρόλογο του Θάνου Λίποβατς. Πάντως, ο Φρόυντ, σχεδίαζε να δώσει τον υπότιτλο «Ένα ιστορικό μυθιστόρημα».
-
Πρβλ. τα διαφωτιστικά σχόλια του Θάνου Λίποβατς στο βιβλίο του Φρόυντ «Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία». Ατεκμηρίωτες θεωρούν τις απόψεις του Φρόυντ ο Peter Gay, ο Ernst Jones, κ.άλλ. ειδικοί και βιογράφοι που το θεωρούν μυθιστόρημα παρά πραγματεία.