Η περιπέτεια των χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας / Αποκαλύπτοντας τα 50 χειρόγραφα-κλειδιά της Νεκράς Θάλασσας

Η περιπέτεια των χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας / Αποκαλύπτοντας τα 50 χειρόγραφα-κλειδια της Νεκράς Θάλασσας

Από το 1941 που ανακαλύφθηκαν τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, δεν ἑπαυσαν να προκαλούν το ενδιαφέρον των επιστημόνων και να προβληματίζουν ειδήµονες και µη, αφού όλοι δεν κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα. Άλλοι τα είδαν σαν τη μεγαλύτερη πρόκληση κατά του Χριστιανισμού και ἄλλοι σαν ένα δεκανίκι του Χριστιανισμού και της Βίβλου. Ανάμεσα στις ὅυο ακραίες αυτές απόψεις µετην πάροδο του χρόνου, διατυπώθηκαν και άλλες περισσότερο νηφάλιες που προσεγγίζουν το θέµα σφαιρικότερα και πιο ψύχραιμα.

Το βιβλίο του Διευθυντή της Βιβλικής Επιθεώρησης Χέρσελ Σανκς, Η περιπέτεια των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας (εκδόσεις Ενάλιος), αποτελεί µια συλλογική εργασία ειδικών ερευνητών {ιστορικών, αρχαιολόγων, εβραιολόγων) πάνω σε διάφορα θέµατα που σχετίζονται µε τα εν λόγω χειρόγραφα. Γι' αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Έλληνα αναγνώστη, αφού ελάχιστα ἐγκυρα βιβλία έχουν κυκλοφορήσει στην ελληνικἡ (εξαίρεση το βιβλίο των Σ. Αγουρίδη - Γ. Γρατσέα, Τα Χειρόγραφα της Νεκράς θάλασσας, Άρτος Ζωής, 1991) κι αυτά, κατά το μεγαλύτερο µέρος τοὺς, αναλώνονται περισσότερο στο ιστορικό της ανεύρεσης των χειρογράφων παρά στο περιεχόµενο και στη σημασία τους.

Το βιβλίο στα πρώτα κεφάλαια παραθέτει το ιστορικό της ανακάλυψης των χειρογράφων (εἰναὶ γνωστό ὁτι ανακαλύφθηκαν από ἑναν βεδουίνο από µια καθαρή σύμπτωση, όταν ψάχνοντας ν βρει τη χαμένη κατσίκα του σ’ ἑνα σπήλαιο στο Κουμράν ανακάλυψε ἑνα πιθάρι µε χειρόγραφα) και θέτει, το ερώτημα, αν οι ἀνθρωποι των χειρογράφων (αίρεση του Κουμράν) ἠτον οι Εσσαίοι ἡ Σαδδουκαῖοι, αν και οι περισσότεροι ερευνητές έχουν καταλήξει από καιρό υπέρ της εκδοχής των Εσσαίων, για τους οποίους µας μιλούν ο Φλάβιος Ἰώσηπος, ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς και ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ως φιλήσυχους κατοίκους της όχθης της Νεκράς Θάλασσας.

Σε ξεχωριστό κεφάλαιο γίνεται λόγος γιᾶ το πρώτο χειρόγραφο της Νεκράς Θάλασσας - για το περίφηµο χειρόγραφο της Δαμασκού που περιέχει κανόνες και νόµους της αίρεσης, η οποία εμφανίζεται ως «ο αληθινός Ισραήλ»- που βρέθηκε στην Αίγυπτο σ’ ἑνα νεκροφυλάκειο χειρογράφων, 50 χρόνια πριν από τα ευρήματα του Κουμράν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η εργασία του Φ, Μ. Κρος µε ενδιαφέροντα στοιχεία για το λεγόµενο αποκαλυπτικό κίνημα στην ιστορία της βιβλικής θρησκείας͵ που τόσο βασικό ρόλο έπαιξε στην παραγωγή «αποκαλυπτικών έργων» µε εσχατολογική χροιά. Στο 14 κεφάλαιο ο καθηγητής Ράντερκαµ αναφέρεται στο φλέγον ζήτημα της σχέσης των χειρογράφων µε το Χριστιανισμό, για να καταδείξει ότι ο πρώιμος Χριστιανισμός έχει πολύ βαθύτερα ερείσµατα στον Ιουδαῖσμό απ’ ό,τι πιστευόταν και ὅτι, εν πάση περιπτώσει, ο Χριστιανισµός µε τη µοναδικότητα του Μεσσία του, εξακολουθεί σαφώς να ξεχωρίζει (οι Κουμρανίτες πίστευαν στην ύπαρξη δύο Μεσσιών, ενός από τη φυλή του Λευῖ και ενός από τη φύλῆτου Ιούδα). Μάλιστα, κατά τον καθηγητή Ότο Μπετς (κεφ. 16), δεν αποκλείεται ο Ιωάννης ο Βαπτιστής να είχε κάποια επαφή µε τοὺς ανθρώπους του Κουμράν.

Τα χειρόγραφα δίνουν ακόµη πληροφορίες και για την Καταγωγή των Φαρισαίων και την ανάπτυξη του ραβινικού Ιουδαϊσμού (κεφ. 17) ενώ ο χάλκινος κύλινδρος και το μυστήριο που τον περιβάλλει είναι ένα άλλο ενδιαφέρον κεφάλαιο, όπου τίθεται το ζήτημα: μήπως περιέχει πράγματι έναν χάρτη που οδηγεί στην κρυψώνα των θησαυρών του Ναού της Ιερουσαλήμ;

Στο τελευταίο μέρος της εργασίας γίνεται λόγος για τη διαµάχη των επιστηµόνων γύρω απ’ τα χειρόγραφα και αν κρύβεται κάτι σχετικά μ’ αυτήν (κεφ. 20 22). Ατυχώς, προσωπικές φιλοδοξίες και ίντριγκες ενεπλάκησαν και σ᾿ αυτή την ανακάλυψη, που χαρακτηρίστηκε από αρμόδιο κάλαμο «ως η μεγαλύτερη ανακάλυψη χειρογράφων στον 20ο αιώνα» (W. F. Albright), αφού τα κείμενα ρίχνουν φως στη σημαντική περίοδο πριν και µετά τη γεννηση του Χριστου.

Με το ίδιο θέµα ασχολείται και το δεύτερο βιβλίο (εκδ. Έσοπτρο), η εργασία των ερευνητών Ρόμπερς Άιζενμαν και Μάικλ Ουάιζ, µε τη διαφορά ότι εστιάζεται κυρίως στα χειρόγραφα του σπηλαίου 4 του Κουμράν που παρέµειναν αδηµοσίευτα από το 1952, καθώς ήταν υπό τον ἐλεγχο µίας ολιγομελούς επιστηµονικής οµάδας.

Ανεξάρτητα από το αν τα ελατήρια της µη δηµοσίευσης ήταν θρησκευτικο-γεωπολιτικά συμφέροντα ἡ επιστηµονικές αντιζηλίες ή και τα δύο, γεγονός είναι ότι µετά από χρόνια, ήρθε «το πλήρωμα του χρόνου» για µελέτη, δηµοσίευση και αξιολόγηση αυτών των πενήντα χειρογράφων, που χαρακτηρίζονται ως κλειδιά στην Ἑλληνική ἐκδοση. Ασφαλώς είναι ενδιαφέροντα κείµενα για την κατανόηση της λειτουργίας της κοινότητας του Κουμράν, για τις Μεσσιανικές αντιλήψεις των μελών και για την αποκαλυπτική τους φιλολογία (όπως π. το κείµενο που τιτλοφορείται το «Δέντρο του κακού»).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν τα κείµενα (κεφ. 8) που αποκαλύπτουν την πρακτική της μαντείας͵ μαγείας͵ αστρολογίας και οιωνοσκοπίας των Κουμρανιτών, πράγμα που αποδεικνύει την εθνική επίδραση που υπέστησαν, αφού αυτἐς οι συνήθειες καταδικάζονταν αυστηρά από το Μωσαϊκό νόµο. Το πιο εντυπωσιακό κείµενο είναι ασφαλώς το βροντολόγιο (4:318) -κείμενο,που αναφέρεται στην πρόβλεψη του µέλλοτος ανάλογα µε το σημείο του ουρανού, από το οποίο κάποιος ακούει τον ήχο του κεραυνού και τις κινήσεις της σελήνης σε σχέση µε τα ζωδιακά σημεία. Τέτοιου εἴδους πρακτικές, δεν αποκλείεται να οφείλονται στην προέλευση των Κουμρανιτων, που όπως υποστηρίζεται υπήρξαν µια αιρετική οµάδα Ιουδαίων που μετανάστευσαν από τη Μεσοποταμία στον 2ο π.Χ. µετά τη νίκη των Μακκαβαίων, και εγκαταστάθηκαν στην έρημο του Κουμράν, µεταφέροντας φυσικά και τις εθνικές συνήθειες που απέκτησαν εκεἰ.

Τα κείµενα-κλειδιά παρατίθενται στην πρωτότυπη γλὠσσα και µεταφράζονται, προηγούνται δε σχετικά σχόλια για την κατανόηση του Κειμένου. Παρ' όλο που δεν προκύπτει κανένα συνταρακτικό συµπέρασμα από τη µελέτῃ αυτών των κειµένων (και ας υπαινίσσεται το αντίθετο στον πρόλογο του ο Μ. Σ. Μεγαλομμάτης),η ωφέλεια της µελέτης τους είναι πολλαπλή. Ρίχνουν φως στις δοξασίες και στον τρόπο ζωής της µοναστικής κοινότητας του Κουμράν (Εσσαίοι-Ζηλωτές) σε µια ευαίσθητη χρονική περίοδο, δηλαδή από τον 1ο π.Χ. έως τον 1ο' μ.Χ. αιώνα. Ιδιαίτερα κατατοπιστική η εισαγωγή των συγγραφέων και το φωτογραφικό υλικό που πλαισιώνει το έργο, καθώς και το γλωσσάρι των εβραϊκών λέξεων.