Η μαγεία της ανάγνωσης

«Ο κόσμος γεννήθηκε για να καταλήξει σ’ ένα ωραίο βιβλίο».
Mallarmé

«Δεν μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς βιβλία».
Jorge Luis Borges

 

Ο σύγχρονος άνθρωπος διαβάζει περισσότερο ή λιγότερο από τον άνθρωπο του χθες; Το ερώτημα ενδιαφέρον και επίκαιρο, το έθεσε φίλος περιεργαζόμενος τη βιβλιοθήκη μου. Απέφυγα να του απαντήσω, μάλλον μετέθεσα την απάντηση για πιο εύθετο χρόνο, ενθυμούμενος την παρατήρηση κάποιου άλλου—αυτός που διαβάζει δεν είναι τόσο κοινωνικός, αλλά άτομο σαν το σάλιαγκα, κλεισμένο στο «καμπούκι» του, που πότε-πότε, βγαίνει από το κέλυφός του σε αναζήτηση τροφής και συντρόφου.

Πράγματι, ο φίλος της ανάγνωσης πολλές φορές αποφεύγει τους πολλούς και τις πολλές κοινωνικές επαφές· όχι τόσο γιατί δεν αγαπά τους ανθρώπους και τα ανθρώπινα, όσο γιατί βρίσκει πολλούς φίλους και ενδιαφέροντες χαρακτήρες μέσα στα βιβλία που διαβάζει. Η εξήγηση είναι ίσως ακόμα πιο απλή αν την καλοσκεφθεί κανείς. Ο βιβλιόφιλος έχει κάνει τις επιλογές του. Σ’ ένα κόσμο κενό κι απρόσωπο, όπου περισσεύει και υπερπλεονάζει η χυδαιότητα, η κακογουστιά, το κιτς, όπου κυριαρχεί το αρχαίο σλόγκαν «άρτος και θεάματα», σ’ έναν κοινωνικό περίγυρο που ασχολείται κατά κόρον με την παρακολούθηση όποιας σαπουνόπερας, ταινιών βίας, αστρολόγων, του Big Brother και των reality shows, ο πνευματικός άνθρωπος ασφυκτιά.

Έτσι, έχοντας εκλεπτυσμένα κριτήρια, προτιμά και επιλέγει λίγους καλούς φίλους και πολλούς άλλους, ατέλειωτους, μέσα στις σελίδες κάποιων βιβλίων. Κι εδώ βέβαια, μετρά η πείρα του και το αισθητήριό του. Μέσα στην ποσότητα έντυπης ύλης που μας κατακλύζει, είναι βέβαιον ότι η ποιότητα συσκοτίζεται. Η παραλογοτεχνία πλεονάζει της σοβαρής λογοτεχνίας, η δημοσιογραφία αποκτά κίτρινη επίχρωση, η εκλαΐκευση επικαλύπτεται από την χυδαιότητα κ.ο.κ. Παντού χρειάζεται επίγνωση και επιλογή, κι εδώ νομίζω, βρίσκεται η αξία της ζωής. Δεν πρέπει να χάνεται η ουσία εξαιτίας της λεπτομέρειας. Αλλά και η επιμονή στη λεπτομέρεια προσδίδει άλλο βάθος στη ζωή. Της προσδίδει την ομορφιά, εκείνη τη μαγεία αν θέλετε, που σε κάνει να λες απολαμβάνω κάτι ευ-μορφο, κάτι ωραίο.

Ο εκλεπτυσμένος αναγνώστης ξέρει να διαλέξει τα καλά αναγνώσματα και να τα απολαύσει. Ξέρει να διακρίνει το κουλτουριάρικο από το σοβαρό, το φθηνό πνεύμα από το ψυχαγωγικό βιβλίο (ψυχαγωγία, με την αρχαιοελληνική έννοια βέβαια). Κι αυτό θα πρέπει να είναι το μέλημά του και προς τους άλλους. Να τους βοηθήσει, δηλαδή, να γυμνάσουν τα πνευματικά τους αισθητήρια. Να γίνουν γευσιγνώστες του πνεύματος. Αυτό θα υποκινήσει περισσότερους να στραφούν στο εκλεκτό βιβλίο, να βυθιστούν στη μαγεία της ανάγνωσης. Ν’ αποκτήσουν αρκετούς φίλους, να ζυμωθούν με πολλούς χαρακτήρες… και να γνωρίσουν τη ζωή μέσα απ’ αυτούς (ποιος αναγνώστης μπορεί να ξεχάσει λόγου χάριν, τον Ιαβέρη από τους Άθλιους του Hugo, την Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη, τον Όλιβερ Τουίστ του Dickens ή τον Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη;). Έτσι θα στρέψουν επιδεικτικά τα νώτα τους σ’ ό,τι λανσάρεται από τα media, σαν του συρμού, ωφέλιμο και αναγκαίο. Τα τελευταία, έχουν μετατραπεί σε δυνάστη του μεταβιομηχανικού ανθρώπου, ο οποίος παραπαίει ανάμεσα στο άγχος, στην ανασφάλεια, στην κατάθλιψη και στην παραπληροφόρηση.

Ο Jorge Luis Borges έλεγε ότι ένα βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα αντικείμενο που μπορεί να γίνει «πατάκι» για τον καφέ σου ή προσάναμμα για να θερμανθείς· αν όμως το ανοίξεις, σου αποκαλύπτεται ένας κόσμος ολάκερος, μια μαγεία διαφορετική που, πολύ πιθανόν, να χαθείς μέσα σ’ αυτήν και να ριγήσεις από ηδονή, όταν βέβαια το βιβλίο αυτό είναι αξιόλογο και σου εμπνέει μια σχέση «ερωτική». Οι βιβλιόφιλοι γνωρίζουν ότι πολλές φορές το άνοιγμα ενός βιβλίου, η αφή του αυτή καθ’ εαυτή, αποτελεί γι’ αυτούς μια ιεροτελεστία, μια ερωτική προσέγγιση. Δεν είναι τυχαίο που οι Γάλλοι έχουν την έκφραση «jouir de la lecture», απολαμβάνω το διάβασμα σαν μια ερωτική απόλαυση. Για μένα ερωτική προσέγγιση είναι και το πλησίασμα και η αναδίφηση της βιβλιοθήκης ενός προσώπου. Αναδιφώντας τα βιβλία του, εξετάζοντάς τα, νομίζω ότι βλέπω τον ίδιο, τον κάτοχο της βιβλιοθήκης. Οραματίζομαι πρώτα το χρόνο που διέθεσε για να τα συλλέξει· ύστερα να τα διαβάσει ή έστω να τα φυλλομετρήσει, να τ’ αγγίξει, να τα τοποθετήσει στα ράφια. Βλέπω τα ενδιαφέροντά του, τους συγγραφείς που θαυμάζει. Αυτούς που διαπότισαν τη διάνοια και κατένυξαν την καρδιά του. Γιατί η βιβλιοθήκη κάποιου, είναι η αξονική τομογραφία της προσωπικότητάς του, αφού αυτή ίσως επηρέασε αποφασιστικά τον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεσή του, πιο πολύ από πολλά άλλα.

Στο σημείο αυτό κάποιος, βέβαια, μπορεί να αντιτείνει, ότι η ωφέλεια ή το κέρδος από την ανάγνωση βιβλίων δεν είναι και τόσο μεγάλη, αν σκεφθεί κανείς, ότι μετά από πολλά χρόνια ανάγνωσης, είναι ζήτημα αν θυμόμαστε το περιεχόμενο 5-6 βιβλίων που διαβάσαμε. «Προς τι, λοιπόν, τόσος κόπος», ερωτούν. Το επιχείρημα φαίνεται λογικοφανές, αλλά είναι παραπλανητικό. Μπορεί κάποιος που ανάλωσε τη ζωή του σε μελέτες να μη θυμάται πολλά βιβλία που διάβασε· ωστόσο, πότισε, τη διάνοια και την καρδιά του με τα νάματα πολλών σκέψεων, στοχασμών και συγκινήσεων, που ασφαλώς τον εντυπωσίασαν, τον έθρεψαν και τον ψυχ-αγώγησαν (πάλι με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης). Και αυτό δεν είναι λίγο, ούτε αμελητέο. Την αισθητική συγκίνηση μπορεί να την απολαύσει κανείς μέσα από τις σελίδες ενός καλού λογοτεχνικού βιβλίου. Αλλά και τη γνώση και τον προβληματισμό μέσα απ’ τις σελίδες του σοβαρού βιβλίου μπορεί να αποκτήσει. Αυτό που απομένει από την μελέτη των βιβλίων είναι αυτό που όλοι το επιζητούν—η καλλιέργεια, η μόρφωση.

Ο λόγος ο γραπτός, έχει τη δική του εξουσία, τη δική του δύναμη επιβολής, που μόνον οι λίγοι, οι μυημένοι μπορούν ν’ αντιληφθούν και να εκτιμήσουν. Η εικόνα μπορεί να θέλγει· ο λόγος όμως είναι εκείνος που δίνει σάρκα και οστά στην εικόνα, είναι εκείνος που κατά την ωραία ιωάννεια έκφραση «ἐξῆλθεν νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ».

Το βιβλίο μάλιστα μπορεί σε πολλές περιπτώσεις, να λειτουργήσει ως καταπραϋντικό, ως γαλήνεμα ψυχής τε και πνεύματος, να γίνει πολύτιμος φίλος σε ώρες μοναξιάς. «Αναζήτησα τη γαλήνη παντού και δεν την βρήκα, παρά σε μια γωνιά μ’ ένα βιβλίο», έλεγε ένας μεγάλος σοφός· και φαίνεται να κερδίζει συνεχώς έδαφος η άποψη, ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένα καλό βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει ως αγχολυτικό, ως φάρμακο κατά της κατάθλιψης, αφού όπως έλεγε ο Marcel Proust, η ανάγνωσή του μπορεί να συγκλονίσει τον αναγνώστη και να τον αποσπάσει από μια κατάσταση αδράνειας ή αποχαύνωσης. Ένα επιλεγμένο μυθιστόρημα λόγου χάριν, μπορεί να αποτελέσει στήριξη σε μια ψυχολογική θεραπεία, καθόσον διευκολύνει την αφομοίωση και την επεξεργασία συγκινησιακών καταστάσεων. Οι λέξεις περιγράφουν τοπία, πρόσωπα, στάσεις και καταστάσεις συγκίνησης· ωστόσο αφήνουν στον αναγνώστη την δυνατότητα να προσθέσει κάτι από το είναι του σ’ ό,τι διαβάζει. Ακόμη, διαβάζοντας κάποιος, έχει την ψευδαίσθηση ότι ζει περισσότερο, γιατί θυμάται περισσότερα πράγματα (απ’ αυτά που διάβασε) κι έγιναν μέρος της μνήμης του, του εαυτού του. Άλλωστε το βιβλίο είναι ο μόνος φίλος που δεν παρεξηγιέται όταν του «κλείσεις την πόρτα» κατάμουτρα· πάντα χαμογελαστός σε υποδέχεται εκεί, που τον άφησες… «στα κρύα του λουτρού»…

Στη χώρα μας βέβαια, είναι γνωστό ότι υπάρχει πρόβλημα με την ανάγνωση βιβλίων, όχι με την κυκλοφορία, αλλά με την ανάγνωση. Το τονίζω αυτό. Γιατί κυκλοφορούν βιβλία, και κάποια είδη ή κατηγορίες, δυσανάλογα με την ζήτηση ή τις ανάγκες των αναγνωστών. Οι νέοι διαβάζουν περισσότερο περιοδικά και κόμικς. Είναι στη μέση και το internet-café  που τους απορροφά το χρόνο και το ενδιαφέρον.

Οι ενήλικες έχουν όλο και πιο σπάνια χρόνο για ανάγνωση βιβλίων αφού περί πολλών άλλων βιοτικών, κυρίως, μεριμνούν και τυρβάζουν. Μερικοί εκούσια, άλλοι ακούσια, εφαρμόζουν στη ζωή τους την αποστροφή του σοφού Εκκλησιαστή που είπε ότι το να επισυνάγει κάποιος πολλά βιβλία «οὐκ ἔστιν περασμός, καὶ μελέτη πολλὴ κόπωσις σαρκός». Τα καλά, τα σοβαρά βιβλία κυκλοφορούν στη χώρα μας σε λίγα αντίτυπα και διαβάζονται από λίγους φιλαναγνώστες, οι οποίοι, βέβαια, προσπαθούν να προσεγγίσουν το κείμενο, να κατανοήσουν τη σκέψη και την εμπειρία που οδήγησε το συγγραφέα στη συγγραφή του βιβλίου. Έτσι συμμετέχει ο αναγνώστης σ’ ένα, ας το πούμε, «παιχνίδι» με τον συγγραφέα, όπου τοποθετεί τον εαυτό του και τις εμπειρίες του παράλληλα μ’ αυτές του συγγραφέα, αποδίδοντας μάλιστα πολλές φορές καινούργιο νόημα στις λέξεις και στις σκέψεις του τελευταίου. Είναι κι αυτό ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο, μια άλλη μαγεία που προκύπτει απ’ την ανάγνωση.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που διαβάζουν για να λένε ότι… διαβάζουν. Για να μη θεωρηθούν εκτός συρμού ή απαρχαιωμένοι· οι οποίοι κοσμούν τη βιβλιοθήκη τους με μερικές σειρές συγγραφέων επώνυμων, που ποτέ τους δεν άγγιξαν, ούτε φυλλομέτρησαν. Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, που χρειάζονται κάποιο βιβλίο, κατά πως λεν, για να… κοιμηθούν το βράδυ· ενώ τα βιβλία είναι πιότερο για να τους ξυπνήσουν και όχι να τους αποκοιμίζουν. Δεν πρέπει όμως ν’ αγνοούμε, ότι υπάρχει και μια κατηγορία ανθρώπων που δεν θέλει να ξυπνήσει. Φοβούνται… την αφύπνιση.

Όσο για μένα προσωπικά, δεν μου χρειάζονται «τα κανάλια» της τηλεόρασης, «τα παράθυρα», τα serials και ο χύδην όχλος που τα διαδίδει και μετά φανατισμού τα παρακολουθεί. Όπως κάποιος επιλέγει και ξέρει να επιλέγει τα καλά κρασιά, έχω από καιρό επιλέξει τους φίλους μου που με συντροφεύουν. Διαβάζω κατά διαστήματα κάποιες σελίδες από την Βίβλο και τον Όμηρο, κάποια κείμενα αρχαίων σοφών της Ανατολής και της Ελλάδας, κάποιες εκλεκτές σελίδες από τον Δάντη, τον Goethe, τον Hugo, τον Pascal, τον Dostoyevsky, τον Kierkegaard, τον Κόντογλου, τον Παπαδιαμάντη, τον Παλαμά, τον Ελύτη, τον Σεφέρη και μερικούς άλλους σύγχρονους. Αυτοί με γεμίζουν. Αυτοί με τρέφουν πνευματικά και ηθικά. Μ’ αυτούς συναναστρέφομαι.

Κι αφήνω απέξω, όλα τα ξυλοκέρατα που αφειδώς προσφέρονται και άκριτα καταναλίσκονται απ’ τους πολλούς, σ’ έναν κόσμο κατ’ εξοχήν εμπορευματοποιημένο.

Για μένα, όπως έλεγε κάποιος μεγάλος λογοτέχνης, αυτά τα βιβλία που διαβάζω είναι η Νινευή μου, οι Πυραμίδες μου, η αυτοκρατορία μου… Μου φτάνουν αυτά και ένας περίπατος στο δάσος ή με ένα ηλιοβασίλεμα. Όλα τ’ άλλα τα φληναφήματα φαντάζουν μπροστά μου απλά σκύβαλα…