Η λυτρωτική δύναμη των δακρύων

Υπάρχει μια ιερότης στα δάκρυα.
Μιλούν ευγλωττότερα, παρά δέκα χιλιάδες γλώσσες.

Ο. Ίρβιγκ

 

Το δάκρυ —μια μοναδικά ανθρώπινη εκδήλωση, όπως και το γέλιο— είναι μια λειτουργία που ίσαμε σήμερα ελάχιστα έχει κατανοηθεί. Ωστόσο, το δάκρυ μας συνοδεύει στις πιο συναισθηματικές και συγκινησιακές —θα ’λεγα—, στις πιο ανθρώπινες εκδηλώσεις της ζωής μας. Τον πόνο, την πικρία, το πένθος και τη λύπη, τα εκδηλώνουμε με δάκρυ. Το καλωσόρισμα του ξενιτεμένου και τον αποχαιρετισμό του αγαπημένου ακολουθεί ένα δάκρυ.

Κλαίμε και δακρύζουμε από αντιφατικά πολλές φορές συναισθήματα. Από απογοήτευση ή ανακούφιση. Ακόμα κι από χαρά και ευτυχία (κλαυσίγελως)! Η τριβή της ψυχής με το ωραίο, προκαλεί μερικές φορές το δάκρυ.

Ενώ τα συνεχή δάκρυα που υγραίνουν το μάτι, όταν ερεθιστεί από κάποιο αντικείμενο, δεν είναι άγνωστα και στα ζώα, το συγκινησιακό δάκρυ, είναι καθαρά μια ανθρώπινη εμπειρία.

Το γιατί συμβαίνει αυτό και τι εξυπηρετεί αποτελεί ακόμα αντικείμενο συζήτησης και έρευνας από τους ειδικούς. Οι πιο πολλοί πιστεύουν ότι τα εκ συγκινήσεως δάκρυα ανακουφίζουν το σώμα από βλαβερές και πλεονάζουσες ουσίες, όπως συμβαίνει και με άλλα όργανα του ανθρώπινου σώματος.

Είναι προφανές ότι το σώμα παράγει διαφορετικό είδος δακρύων που προκαλούνται από συγκίνηση, απ’ ό,τι από μια εξωτερική ενόχληση. Τα δάκρυα που παράγονται, όταν ένας εξωτερικός παράγων ερεθίσει το μάτι, έχουν να κάμουν με την προστασία του ίδιου του ματιού. Υπάρχουν ένζυμα που καταπολεμούν τα μικρόβια και διατηρούν το μάτι λευκό και καθαρό. Οι αντισηπτικές ιδιότητές τους προστατεύουν το μάτι από σοβαρές μολύνσεις.

Από τους ερευνητές υποστηρίζεται ότι το συγκινησιακό κλάμα είναι η προσπάθεια που καταβάλλει το σώμα, προκειμένου να ανακτήσει τη χημική του ισορροπία. Οι ορμόνες φαίνεται να ενεργοποιούν το κλάμα. Γι’ αυτό συχνά αισθανόμαστε ανακουφισμένοι, αφού κλάψουμε. Δάκρυα που προέρχονται από δυνατές συγκινήσεις περιέχουν μία από τις χημικές ουσίες του εγκεφάλου που καταπολεμάνε τον πόνο. Έτσι, το κλάμα, σε στιγμές πόνου, επενεργεί ως θεραπευτικό λένε οι ειδικοί.

Άλλοι, όμως, επισημαίνουν ότι αυτοί που κλαίνε συχνότερα είναι πιο επιρρεπείς στην ανησυχία και στην κατάθλιψη. Δημιουργούν έτσι ένα φαύλο κύκλο, αφού η ανησυχία και η ένταση οδηγούν στα δάκρυα και τα δάκρυα στην κατάθλιψη. Όπως και να ’χει το πράγμα, φαίνεται βέβαιο ότι τα δάκρυα απαλλάσσουν το σώμα από ουσίες περιττές που συσσωρεύει το άγχος. Θα ’λεγε κανείς πως λειτουργούν σαν ασφαλιστικές βαλβίδες της καρδιάς.

Συνήθως το δάκρυ εκδηλώνεται από πόνο, απόγνωση και θλίψη. Ωστόσο, ένα δάκρυ μπορεί να εκδηλώσει την αγάπη για έναν άνθρωπο. Και τον πόνο μιας αγάπης. Γιατί κάθε αληθινό έργο αγάπης το σφραγίζει ένα φιλί και ένα πόνου δάκρυ. «Δεν υπάρχει αγάπη να μη ζει με το δάκρυ», μας λέγει σ’ έναν ωραιότατο στίχο του ο Λουί Αραγκόν, δείχνοντας έτσι ότι τα ωραία και ευγενικά αισθήματα και συναισθήματα εκδηλώνονται όχι τόσο με επιφωνήματα και αλαλαγμούς χαράς, αλλά σιωπηλά. Μ’ ένα βουβό δάκρυ ευγνωμοσύνης. Με ένα δάκρυ συμπάθειας ή συμπόνοιας.

Το δάκρυ δεν είναι επιθυμητό όσο το γέλιο. Αποκαλύπτει ίσως την αδυναμία του προσώπου να αναμετρηθεί με ένα δυσάρεστο γεγονός. Συνήθως ξεκινάει βουβό και μπορεί να εξελιχθεί σε κλάμα, θρήνο, κοπετό ή μοιρολόι. Μερικά δάκρυα κυλούν όπως μια πηγή αναβλύζει από τη γη· και άλλα, όπως ξεχειλίζει μια στέρνα. Το δάκρυ θεωρείται ίσως υποτιμητικό για τον δακρύζοντα, ο οποίος προσπαθεί να κρύψει το δάκρυ του ποικιλοτρόπως. Στην πραγματικότητα όμως, είναι μια ωραία εκδήλωση δυνατών συναισθημάτων και συγκινήσεων που δεν πρέπει ν’ αποφεύγεται. «Υπάρχει μια ιερότης στα δάκρυα», έλεγε ο Ίρβιγκ. «Μιλούν ευγλωττότερα παρά δέκα χιλιάδες γλώσσες. Είναι αγγελιοφόροι στις δυσβάσταχτες θλίψεις, στη συντριβή της καρδιάς, στην ανέκφραστη αγάπη».

Επί χρόνια θεωρούνταν ιδιαίτερα υποτιμητικό για τους άντρες το να κλαίνε. Η κοινωνία τούς ήθελε να διατηρούν ένα χαλύβδινο πρόσωπο, ή, μάλλον, προσωπείο του σκληρού, αλύγιστου και ασυγκίνητου. Έτσι παρουσιάζονται και οι «ήρωες» του κινηματογράφου. Ωστόσο, το δάκρυ είναι κάτι που αφορά ανθρώπους και από τα δύο φύλα, παρόλο που οι άντρες κλαίνε λιγότερο απ’ τις γυναίκες. Αλλά, όπως σωστά ειπώθηκε: «Αυτοί που δεν ξέρουν να κλάψουν με την καρδιά τους, δεν ξέρουν και να γελάσουν με την καρδιά τους».

Εάν είναι σωστός ο περίφημος αφορισμός του Μάιστερ Έκχαρτ ότι «μετά το Θεό δεν υπάρχει τίποτα το ευγενικότερο από τον πόνο», αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί η αγάπη συχνά ανταλλάσσει χειραψία με τον πόνο. Κι ακόμη, γιατί άνθρωποι που αγαπούν βαθιά, συχνά δακρύζουν από χαρά και πόνο. «Αν η αγάπη δεν προκαλούσε πόνο, δεν θα λέγαμε το σ’ αγαπώ με δάκρυα στα μάτια», λέει σ’ έναν ωραίο αφορισμό του ο Iάσων Ευαγγέλου.

Παρά το ότι το δάκρυ σπανίζει στους ήρωες της μοντέρνας λογοτεχνίας, η ιστορία και η λογοτεχνία, έχουν να μας δώσουν άφθονα παραδείγματα πρωταγωνιστών και ηρώων τους αντιστοίχως που δάκρυσαν και θρήνησαν ευρισκόμενοι σε υψηλές συγκινησιακές καταστάσεις ή στιγμές απόγνωσης. Κραυγές απόγνωσης και πόνου συνοδευόμενες με δάκρυα, αναφέρονται σ’ ένα κλασικό βιβλίο στο είδος του, τους «θρήνους του Iερεμία», γνωστούς και ως Iερεμιάδα. Ο Εβραίος προφήτης θρηνεί: «οι οφθαλμοί του καταρρέουν ύδατα» για την καταστροφή της Iερουσαλήμ από τους Bαβυλωνίους. Ο ελεγειακός αυτός ποιητής σε μιαν ωραιότατη μεταφορά μας παρουσιάζει ανθρωπομορφικά τον Θεό να θρηνεί για τον λαό του με τους επόμενους στίχους:

«Είθε να ήτο η κεφαλή μου ύδατα
και οι οφθαλμοί μου πηγή δακρύων,
δια να κλαίω ημέραν και νύκτα τους πεφονευμένους
της θυγατρός του λαού μου

Ο ίδιος μύστης έγραψε προφητικά για κείνο το φοβερό συμβάν της σφαγής των νηπίων από τον Ηρώδη, που προκάλεσε τεράστιο θρήνο και κοπετό. Η ποιητική εκπνοή σ’ όλο της το μεγαλείο:

«Φωνή εν Pαμά ηκούσθη
θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς
παρακληθήναι.
Pαχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής,
και ουκ ήθελεν
».

Αλλά και ο βασιλιάς της λυρικής ποίησης του αρχαίου Ισραήλ, ο Δαβίδ, σ’ ένα σπαραχτικό εξομολογητικό μονόλογο με τον Θεό, ζητά να επιβλέψει στον πόνο του και να θέσει τα δάκρυά του στη δακρυδόχη του, γιατί η θλίψη του είναι μεγάλη. Τρέφεται σαν με άρτο με τα δάκρυά του. «Bρέχει εν δάκρυσι την στρωμνή του».

Το δάκρυ εμφανίζεται και στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Σ’ αυτήν όμως δεν ταπεινώνεται ο ήρωας που κλαίει, αλλά αυτο-καθαρίζεται με αυτό, εξαγνίζεται και, τελικά, αποκτά αυτο-συνειδησία μέσω της κάθαρσης αυτής.

Οι άνθρωποι που έχουν εναγώνια διαπάλη με το θείο, άγιοι άνθρωποι που προσπαθούν να προσεγγίσουν με τη συναισθηματική τους εσωτερικότητα τον Θεό, αναφέρεται συχνά ότι δακρύζουν, όταν βιώνουν σπάνια βιώματα, επαληθεύοντας έτσι το ρητό του Ουγκώ: «Τα μάτια βλέπουν καλύτερα τον Θεό μέσα από τα δάκρυα».

Το δάκρυ για τον βιωματικό πιστό, για τον αθλητή της πίστης, τον άγιο, το νηπτικό, είναι τροφή, είναι ενδιαίτημα. Καταφύγιο στο οποίο συχνά προσφεύγει, για να επιτύχει κατάνυξη, την εσωτερική του κάθαρση, πνευματική άσκηση και καρποφορία.

Η καθαρτική δύναμη και ενέργεια των δακρύων, είναι προϋπόθεση του αγώνα του ατόμου κατά των παθών και των ελαττωμάτων της ανθρώπινης φύσης. «Το ιδίωμα των δακρύων» —έλεγε ο Ιωάννης της Κλίμακος— «είναι να αφανίζωσι και να θανατώνωσι πάντα θυμόν». Με τα πνευματικά αυτά δάκρυα επιτυγχάνεται τελικά η υπέρβαση των δακρύων και η πλήρωση της ψυχής με το φως της γαλήνης.

Στη σύγχρονη όμως εποχή, εμφανίζεται το παράδοξο ο άνθρωπος να δακρύζει συχνά, πολύ συχνά, από ψυχική συγκινησιακή αταξία και κλονισμένα νεύρα, παρά από εσωτερική βίωση υψηλών συναισθηματικών καταστάσεων που να αποκαλύπτουν την ψυχική και συναισθηματική του καλλιέργεια. Αδυνατεί, δηλαδή, ο σύγχρονος άνθρωπος, να βιώσει λυτρωτικά τη δύναμη των δακρύων.

Ως ένα βαθμό υπεύθυνη γι’ αυτή την κατάσταση είναι η γυναικεία ψυχή που, με την υπερβολική καταφυγή της στα δάκρυα, συνετέλεσε στην υποτίμηση της σημασίας τους. Γιατί το δάκρυ καθιερώθηκε ως σημάδι αδυναμίας. «Το κλάμα είναι το καταφύγιο των άχαρων γυναικών και η καταστροφή των χαριτωμένων», έλεγε με μια δόση κυνισμού ο Όσκαρ Ουάιλντ. Αλλά ευθύνεται και ο τεχνολογικός πολιτισμός που δεν αφήνει τον άνθρωπο «να εισέλθει στο ταμείον του», όπως θα ήθελε ο Πασκάλ, και εκεί, να απομονωθεί από τους ρύπους του νοσογόνου περιβάλλοντος και από τους ρύπους της ψυχής. Είναι κι αυτός υπεύθυνος της συναισθηματικής ακαμψίας του ατόμου, με όλα τα σχετικά συνεπακόλουθα.

Ωστόσο, το δάκρυ επενεργεί θεραπευτικά, ανακουφιστικά, στις ευγενικές και τις εξευγενισμένες ψυχές. Σ’ αυτές που πονούν, που ξέρουν να πονούν και ν’ αγαπούν. Και να εκδηλώνουν συμπόνια στους πενθούντες και στους πονεμένους. Είναι στοιχείο αμφίπλευρα λυτρωτικό. Ο έξοχος αφορισμός του Nτίκενς για το δάκρυ είναι νομίζω η κατάλληλη φράση για να λειτουργήσει ως κατακλείδα: «Δεν πρέπει ποτέ να ντρεπόμαστε για τα δάκρυά μας. Γιατί τα δάκρυα είναι βροχή, που πέφτει πάνω στην εκτυφλωτική σκόνη που σκεπάζει τη σκληρή καρδιά μας».