Η εποχή των μονολόγων

Οι θεμελιώδεις έννοιες του πολιτισμού
βρίσκονται σε μια διαδικασία ταχύτατης παρακμής…

Max Horkheimer

Η  λέξη λόγος, στην ελληνική γλώσσα αρχαία και νέα, είναι μια από τις πιο πολυσήμαντες λέξεις. Ανάμεσα στις επτά και πλέον σημασίες της λέξης, κυρίαρχη θέση έχει η έννοια της λογικής και της ομιλίας. Έννοιες οι οποίες συνδέονται σαφώς η μία με την άλλη. Η τελευταία (μαζί με την πρώτη βέβαια) είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου και συνάπτεται με τη διάδοση και τη δικαίωση των ιδεών, όπως της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ειρήνης και άλλων εννόμων αγαθών.

Ο διάλογος είναι ένα κύριο χαρακτηριστικό του πολιτισμένου ανθρώπου. Στην αρχαία Ελλάδα, η διαλεκτική και ο συζητητικός άνθρωπος ήταν σε βαθιά εκτίμηση. «Ισηγορίη εστί χρήμα σπουδαίον», έγραφε ο Ηρόδοτος. Ο Διαφωτισμός με την έμφασή του στον ορθό λόγο επανέθεσε τις βάσεις του δια-λόγου και της διαλεκτικής και οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες στα συντάγματά τους αναφέρονται στα δικαιώματα του πολίτη που έχουν σχέση με τον λόγο, το δικαίωμα του ελευθέρως εκφράζεσθαι, αφού μάλιστα απαγορεύουν την προληπτική λογοκρισία. Την ικανότητα του λόγου ο Βολταίρος όχι άδικα ονόμαζε «ασύλληπτο δώρο του Θεού προς την ανθρωπότητα». Θα περίμενε λοιπόν κανείς, μετά από τόσους αγώνες και αιώνες κατακτήσεων του ελευθέρως και ισοτίμως δια-λέγεσθαι, δηλαδή, στην εποχή μας, να είναι σε έξαρση ο διά-λογος μεταξύ ελευθέρων και ισοτίμων ατόμων. Ατόμων που θέλουν και ξέρουν να συν-ζητούν, ακροόμενοι αλλήλους και σεβόμενοι τις σκέψεις και τις θέσεις αλλήλων.

Ωστόσο, ατυχώς στην εποχή μας, παρουσιάζεται ένα νοσηρό φαινόμενο. Το φαινόμενο των μονολόγων, που τείνει να αντικαταστήσει τελείως τον διάλογο και τη συζήτηση εφ’ όλων σχεδόν των θεμάτων που απασχολούν τον άνθρωπο, με κίνδυνο να επέλθει αυτό που ονόμασε πεσιμιστικά ο Μαξ Χόρκχαϊμερ, «το τέλος του λόγου». Λέγοντας βέβαια ότι στην εποχή μας παρουσιάζεται έντονα το φαινόμενο των μονολόγων, δεν εννοώ ουδέ προς στιγμή, ούτε κατά διάνοιαν ότι αναπτύχθηκε υπερτροφικά το θεατρικό είδος των μονολόγων τύπου Σαίξπηρ (όπως λόγου χάριν του περίφημου μονολόγου του Άμλετ) ή των μονωδιών του Ευριπίδη ή ακόμη του ψυχολογικού φαινομένου του «εσωτερικού μονολόγου», γνωστού ως ενδοφασία, το οποίο πλήττει πολλούς ανθρώπους κατά διαστήματα. Εννοώ το φαινόμενο που προανέφερα. Της αντικατάστασης ή υποκατάστασης του δια-λόγου και του ευπρεπούς και δημιουργικού αντί-λογου, από έναν αποκαρδιωτικό εξουσιαστικό μονόλογο.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, που μετεξελίχθηκε σε homo technologicus και homo consumer (καταναλωτικός), φαίνεται ότι εξαιτίας αυτής της μεταλλαγής του, έχασε την έννοια και το μέτρον του λόγου. Έχασε δηλαδή τη δυνατότητα και την ικανότητα πρωτίστως να σκέπτεται και να ακούει καλόπιστα τον συνομιλητή του και μετά να θέτει ώριμα, πειστικά και υπεύθυνα, τις θέσεις του, χωρίς να τις επιβάλλει με φωνασκίες και χειρονομίες ή με ακόμα πιο αθέατους και ύπουλους τρόπους… Ακόμη, φαίνεται πως ξέχασε ότι «Προσκτάται η γλώσσα (…) ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις» (Οδ. Ελύτης). Και για να μην θεωρηθεί ότι θεωρητικολογώ σε βαθμό ώστε να αυθαιρετώ ή ότι υπερβάλλω, θα αναφερθώ εδώ κατευθείαν σε ορισμένα θλιβερά χαρακτηριστικά φαινόμενα και στοιχεία του «δημόσιου και ιδιωτικού βίου». Ξεκινώ από μερικές παρατηρήσεις από τον τελευταίο.

Η οικογένεια στην εποχή μας, κατά γενική ομολογία, διέρχεται ισχυρή κρίση. Όπως και ο ίδιος ο θεσμός του γάμου. Ενώ διάφορα μπορεί να είναι τα αίτια που οδήγησαν προς αυτήν την κατεύθυνση (λόγοι κοινωνικοί, οικονομικοί, ανεξαρτησίας των μελών, ρήξης με το παραδοσιακό παρελθόν κ.ά.), νομίζω ότι ένας σημαντικός λόγος είναι και η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των μελών της οικογένειας και ο μονόλογος που αντικαθιστά τον διάλογο των συντρόφων. Ο διάλογος αυτός ο τόσο αναγκαίος και ζωογόνος, που διαλαμβάνει τη συζήτηση και τη σύσκεψη, σήμερα, λόγω της ταχύτητας της εργασιακής ζωής και της πολυασχολίας του σύγχρονου ανθρώπου, υποβαθμίστηκε σε αβαθείς διαλόγους για να καταλήξει σε ασαφείς λεκτικούς μονολόγους των συντρόφων.

Κουρασμένος ο άνθρωπος της εποχής από την εργασία, το άγχος, την αβεβαιότητα του αύριο και τα ποικίλα υπαρξιακά προβλήματα, χωρίς επαρκή χρόνο για σκέψη και ηρεμία, προτιμάει να αρθρώνει λίγες λέξεις βιαστικές και βαριεστημένες. Οι σύζυγοι αποφεύγουν ή αδυνατούν το «ομοτραπέζιον» των αρχαίων, ήτοι το να συντρώγουν μαζί σε κοινά γεύματα τα οποία διευκολύνουν και προάγουν το πνεύμα του διαλόγου. Προτιμούν να καταφεύγουν στην ψυχρή συσκευή της τηλεόρασης για επικοινωνία, αγνοώντας εκουσίως ότι πρέπει να δαπανήσουν χρόνο για συζήτηση και διάλογο με τα παιδιά και τους άλλους συγγενείς, όπως ακριβώς γινόταν στα περασμένα χρόνια. Ακόμα, οι ελάχιστοι συζυγικοί διάλογοι μετατρέπονται συχνά σε διαπληκτικούς μονολόγους «για να ακούνε οι γειτόνοι», όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Σουρής.

Ωστόσο, η παρακολούθηση των τηλεοπτικών καναλιών όχι μόνο δεν προάγει το πνεύμα του διαλόγου —αφού ο καθένας όπως προαναφέρθηκε, κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο ναρκισσιστικά, απολαμβάνει έργα ή θεάματα της επιλογής του—, αλλά το φθείρει συστηματικά με τον υποδεικνυόμενο και επαναλαμβανόμενο μονόλογο των λεγόμενων ντιμπέϊτς ή των τηλε-παραθύρων, των περίφημων και ακριβά αμειβόμενων τηλεπαρουσιαστών. Στη χώρα μας τουλάχιστον, έχουμε σε μεγάλη έκταση το φαινόμενο αυτό όπου στα λεγόμενα κανάλια και στα τηλε-παράθυρα, οι κατ’ ευφημισμόν συνομιλητές διακόπτουν αγενέστατα ο ένας τον άλλον, θορυβούντες και φωνασκούντες, για να επιβάλλουν τη δική τους άποψη, που βέβαια, ως εικός, θεωρούν ορθότερη, άσχετα αν δεν φροντίζουν να την τεκμηριώσουν με λογικά και επιστημονικά επιχειρήματα. Έτσι έχουμε το θλιβερό φαινόμενο των φωνασκιών και των ύβρεων και, ενίοτε, ενός ελεεινού μονολόγου, που θριαμβεύει κυριολεκτικά σ’ αυτού του είδους τα προγράμματα, υποβαθμίζοντας θεσμούς, συνομιλητές και θεατές. Δεν θυμάμαι ποιος, αλλά νομίζω επιτυχώς χαρακτήρισε τα τηλεοπτικά ντιμπέϊτς «κοκορομαχίες κωφαλάλων».

Αλλά και τα άλλα τηλεοπτικά προγράμματα δεν φημίζονται για τρόπους ευγένειας και για την καλλιέργεια ενός ήπιου κλίματος. Στις περισσότερες ταινίες κυριαρχεί η βία και το βίαιο σεξ, οι ήρωες και οι αντι-ήρωες χρησιμοποιούν απότομη, σεξιστική, εξουσιαστική γλώσσα, διασημότητες του αθλητισμού αποκαλύπτονται φοβερά εγωκεντρικοί και οι τηλεσχολιαστές επαυξάνουν την αντιπαράθεση για ποδοσφαιρικές και αθλητικές νίκες. Όλα αυτά γίνονται μέσα και μέρη μιας επιθετικής και μαχητικής εποχής, που προβάλλουν και επιβάλλουν μονολόγους. Και εδώ ευρίσκεται η τεράστια ευθύνη των Μ.Μ.Ε., κυρίως, μέσω του πιο λαϊκού ή λαϊκίστικου μέσου, της τηλεοπτικής οθόνης. Διότι, ενώ σε μια ευνομούμενη δημοκρατική κοινωνία, τα Μ.Μ.Ε. έχουν υποχρέωση για την ελεύθερη και πλουραλιστική αλλά και υπεύθυνη ενημέρωση του πολίτη, στην πραγματικότητα, μονοπωλούν και μονολογούν τα συμφέροντα των μιντιοκρατόρων του νυν αιώνος, παραπληροφορώντας τις ευρύτερες λαϊκές μάζες και προβάλλοντας αυτό που «πουλάει», αυτό που γαργαλίζει όραση και ακοή. Αυτό είναι ένα ευρύτερο θέμα βέβαια, που έχει ανάγκη εξετάσεως και επαναπροσδιορισμού των παραγόντων που συντελούν στην εξοργιστική αυτή κατάσταση, αλλά θα πήγαινε κανείς πολύ μακριά από το θιγόμενο ζήτημα, αν το ανέλυε εδώ.

Το φαινόμενο των μονολόγων των Μ.Μ.Ε., αναπαράγεται σε μεγάλο βαθμό στον δημόσιο βίο. Στην πολιτική ζωή, όπου στο κοινοβούλιο, κάποιοι αγορητές μονολογούν και μονοπωλούν τις απόψεις τους, με στεντόρεια φωνή, ενώ κάποιοι άλλοι συνάδελφοί τους ανυπόμονοι τους διακόπτουν με το δικό τους φιλάρεσκο μονόλογο. Στην πολιτική ζωή γενικώς, όπου οι πάντες —ανεξαρτήτου μορφώσεως και κρίσεως— έχουν γνώμη για τα πάντα και θέλουν να την επιβάλλουν, πριν ακούσουν τα αντίθετα επιχειρήματα και κυρίως γιατί θέλουν να αντιπολιτευθούν και να πουν το άσπρο μαύρο, για λόγους τακτικής. Στην κοινωνική ζωή γενικότερα, όπου ο προϊστάμενος σπάνια ακούει και συζητά με τους υφισταμένους του (απλά μονολογεί και διατάσσει), οι υψηλά ιστάμενοι αποφασίζουν ερήμην των ενδιαφερομένων του κλάδου και ο γείτονας ή ο ένοικος της πολυκατοικίας δεν επιθυμεί διάλογους, ιδιαίτερα όταν θίγεται το βαλάντιό του. Στην οικονομική ζωή, όπου η οικονομική ελίτ και η αυθεντία των τεχνοκρατών, επιβάλλουν διά του μονολόγου την κυρίαρχη θέλησή τους, δίνοντας την εντύπωση ότι συζητούν και διαλέγονται με τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, ενώ κάνουν το αντίθετο, κ.ο.κ.

Η εποχή μας, εποχή της ελευθερίας μέχρις ασυδοσίας, όπου τα πάντα αμφισβητούνται, τα πάντα απενοχοποιούνται και τα πάντα εν ονόματι της ελευθερίας και της προόδου επιτρέπονται, είναι εποχή όχι του «λόγου» και της ευπρέπειας, αλλά εποχή που εξελίσσεται ατυχώς και ολοταχώς σε εγωιστικό μονόλογο. Γιατί; Διότι ο διάλογος, η συζήτηση προϋποθέτει ότι αναγνωρίζεις τον άλλον ως ισότιμο και αξιοπρεπή συζητητή και τον υπολογίζεις, τον σέβεσαι, έστω κι αν ομολογουμένως έχει κατώτερα προσόντα (ισχύ ή μόρφωση) από σένα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.

Διατρέξαμε αιώνες για να εννοήσουμε ότι το κοινό καλό πρέπει να προέχει και να προτάσσεται του ατομικού συμφέροντος. Αλλά φθάσαμε σε μιαν εποχή ευτελισμού των πάντων, όπου δεν έχουμε θέληση και χρόνο να ακούσουμε τους άλλους, κυρίως, όταν διαφωνούν μαζί μας, θεωρώντας τους συνειδητά ή ασυνείδητα κατώτερους. Διανύσαμε αιώνες βαρβαρότητας και α-πολιτισμού, για να φθάσουμε κάποτε να εγκολπωθούμε το καλό και αγαθό και ωφέλιμο, την aurea medioctritatem των αρχαίων, στο δημόσιο και ιδιωτικό βίο, και ορισμένες πανανθρώπινες κοινές ηθικές αρχές, για να τις τορπιλίσουμε μετά, με την παράλογη ηθική του υπερανθρώπου και με την ιδέα της επικράτησης του ισχυρότερου εις βάρος της προστασίας του ασθενέστερου. Και με τον φανατισμό, το ρατσισμό και την μισαλλοδοξία. Διασχίσαμε χιλιετίες για να επιτύχουμε να θωρακίσουμε τα λεγόμενα ατομικά δικαιώματα, αλλά φθάσαμε σε μιαν εποχή μονοπωλιακής επιβολής μονολόγων ισχυρών, που καταργούν τη διαφορά και την ετερότητα. Συνέβη αυτό που με πικρία ομολόγησε και θρηνολόγησε ο γνωστός Βρετανός ιστορικός και φιλόσοφος Έρικ Χομπσμπάουμ: «Η γενιά μου είδε να χάνονται οι κανόνες που ένωναν τον κόσμο…».

Έτσι, καλλιεργούμε καχύποπτο και ανταγωνιστικό πνεύμα παντού. Και προσπαθούμε συνειδητά ή ασυνείδητα να επιβάλλουμε φασιστικά την άποψή μας, με εξουσιαστικούς μονόλογους, που πίπτουν συχνά σε ώτα μη ακουόντων, αφού και οι άλλοι αφόρητα μονολογούν, εκφέροντας τα δικά τους επιχειρήματα, μετατρέποντας σε τελευταία ανάλυση, τον συρρικνωμένο διά-λογο, μέσω του μονόλογου, σε μιαν απέραντη βαβυλωνία. Η vox clamantis in deserto επίκειται… αν όχι, το «τέλος του λόγου», όπως το επεσήμανε ήδη, ορθά, ο Χόρκχαϊμερ.