Βολταίρος: Ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας

Ο Γάλλος συγγραφέας François-Marie Arouet (Φρανσουά-Μαρί-Αρουέ, 1694-1778), γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος, δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις στο αναγνωστικό κοινό. Θεωρείται ως μία από τις κορυφαίες εμβληματικές φυσιογνωμίες του Γαλλικού Διαφωτισμού (μαζί με τον Ντ’ Αλαμπέρ, Ντιντερό, Ζαν Ζακ Ρουσώ), με ένα έργο απίστευτα ογκώδες, που περιλαμβάνει ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, ιστορία, πολιτικό δοκίμιο, φιλοσοφία, λιβελογραφήματα, επιστολογραφία με πάνω από 20.000 επιστολές κ.άλλ., ένα έργο που υπολογίστηκε σε 70 τόμους!

Αν έμεινε το όνομά του στην ιστορία των γραμμάτων και των ιδεών, έμεινε όχι τόσο για τα θεατρικά του έργα που συνήρπαζαν τα πλήθη στην εποχή του (Σεμίραμις, Ζουλίμ, Ζαΐρα κ.άλλ.), όσο για το σατιρικό, δηκτικό του πνεύμα, το οξύ σκώμμα, τον πολεμικό, μαχητικό του χαρακτήρα κατά των πάσης φύσεως προλήψεων και δεισιδαιμονιών, των θρησκειών (συμπεριλαμβανομένου και του χριστιανισμού), και, ιδίως, για τον ανοιχτό του πόλεμο εναντίον της αυθαιρεσίας, του σκοταδισμού, της μισαλλοδοξίας, της ανελευθερίας, του φανατισμού κ.λπ. που υπεραφθονούσαν στην εποχή του.

Άφησε ένα τεράστιο, αλλά άνισο έργο, μεταξύ των οποίων, κάποια που θεωρούνται άκρως ενδιαφέροντα ακόμα και στις ημέρες μας, όπως το δοκίμιό του «Πραγματεία περί ανεκτικότητος» (1763 ελλ.μτφρ.2018), το Ζαντίγκ ή το Πεπρωμένο (1748, ελλ. μτφρ. 2006), το Καντίτ ή η Αισιοδοξία (1759, ελλ.μτφρ.2005), ο Μικρομέγας (1752, ελλ.μτφρ. 1958), το φιλοσοφικό Λεξικό (1764, ελλ.μτφρ. 2001) και άλλα.

***

Την 1η Νοεμβρίου του 1755μ.Χ., ημέρα των Αγίων Πάντων, έγινε ένας τεράστιος, καταστρεπτικός σεισμός στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας, που έγινε αισθητός μέχρι τη Βενετία. Τη βιβλική καταστροφή συμπλήρωσε η πυρκαγιά που ξέσπασε και τρία φονικά τσουνάμι που επακολούθησαν. Ο αριθμός των νεκρών ξεπερνά τις 15.000!i Το γεγονός συγκλονίζει την Ευρώπη, τους διανοουμένους και το απλό κοινό, που θέτουν ερωτήματα τύπου «τις και τι πταίει για την φοβερή καταστροφή; Η φύση, ο Θεός ή ο άνθρωπος; Ή όλα αυτά μαζί;». Οι διανοούμενοι διασταυρώνουν τα ξίφη τους δίνοντας διάφορες διαφιλονικούμενες απαντήσεις και ερμηνείες για την φοβερή ‘θεομηνία’, ενώ στη Λισαβόνα αναζητούνται εξιλαστήρια θύματα και πολλοί υποχρεώθηκαν σε πράξεις πίστης (auto-da-fe). Δηλαδή τους έβαζαν φωτιά ζωντανούς και αν ήταν αθώοι τότε ο Θεός έπρεπε να τους σώσει!

Στη μάχη ρίχνεται με ζήλο και ο Βολταίρος, ο οποίος ένα έτος αργότερα, το 1756, δημοσιεύει ένα πολύστιχο ποίημα, έναν έμμετρο προβληματισμό γύρω από το θέμα. Γράφει το ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας (Poème sur le désastre de Lisbonne) με τον υπότιτλο: εξέταση του αξιώματος «Όλα είναι καλά».

Το ποίημα αυτό που, εξ όσων γνωρίζω, πρωτομεταφράζεται στη Νεοελληνική, δεν είναι μια απλή ποιητική σύνθεση με κάποιες σκέψεις ή συναισθήματα του ποιητή. Είναι ένα φιλοσοφικό-μεταφυσικό ερωτηματολόγιο, που θέτει επί τάπητος, ένα από τα μεγαλύτερα και οξύτερα προβλήματα που αντιμετώπιζε (και αντιμετωπίζει) το ανθρώπινο πνεύμα: Πώς συμβιβάζεται η πίστη του ανθρώπου σ΄έναν Θεό αγαθό και παντοδύναμο, που έκανε τα πάντα «καλά λίαν», με τις φυσικές καταστροφές που αφήνουν τον άνθρωπο αβοήθητο και ανήμπορο; Πού είναι η περίφημη «θεία πρόνοια»; Γιατί δεν επεμβαίνει ο Θεός να προστατεύσει τα παιδιά του; Το πρόβλημα της «θεοδικίας» του Λάϊμπνιτς, γνωστό από την αρχαιότητα (Επικούρειοι, Στωϊκοί, Ιώβ κ.άλλ.), επαναδιατυπώνεται εδώ με στιβαρότητα. Οι στίχοι του Βολταίρου έρχονται και επανέρχονται δριμείς, σαν ριπές, θέτοντας αδυσώπητα ερωτήματα, καταδείχνοντας ότι, η ανθρώπινη γνώση αδυνατεί να τα εξηγήσει όλα.

Σαν ένας άλλος βιβλικός Ιώβ, ο Βολταίρος διερωτάται:

 

«Η κρυφή του αιτία δεν μας είναι διόλου γνωστή,

μα πώς απ΄ τον πανάγαθο πλάστη το κακό έχει σταλεί;

και πώς να συλλάβω έναν Θεό, η ίδια η καλοσύνη,

που ενώ στ΄ακριβά τα παιδιά δώρα δίνει,

τα κατακλύζει αδιάκοπα μ΄απαίσια μαρτύρια;

Ποιος να εξιχνιάσει αυτά τα ερεβώδη μυστήρια;».

 

Προβληματιζόμενος ο Βολταίρος επεκτείνει τις σκέψεις του:

«Από το τέλειο Ον να γεννηθεί το κακό δεν μπορεί

απ’ αλλού δεν προέρχεται, αφού ο Θεός είναι η αρχή

κι όμως υπάρχει. Ω, αλήθειες πικρές!

Ω, απανωτές αντιφάσεις συνταρακτικές!

είτ΄η άμορφη ύλη εναντίον του Κυρίου της στασιάζει,

φέροντας ψεγάδια αναγκαία όπως η φύση προστάζει,

ή μας δοκιμάζει ο Θεός κι η πρόσκαιρη αυτή διαμονή

είναι το δύσκολο πέρασμα προς μια αιώνια ζωή…

Η φύση είναι βουβή και άσκοπα κανείς τη ρωτάει,

έναν Θεό εμείς θέλουμε που να μας μιλάει…

Ο άνθρωπος που στην πλάνη του αφήνει ο Θεός

ψάχνει ματαίως στήριγμα να κρατηθεί ορθός».

 

Ο Βολταίρος δεν βλέπει έναν κόσμο πλασμένο ‘καλά λίαν’, τον πιο τέλειο κόσμο που θα μπορούσε να υπάρξει, όπως πίστευαν οι οπτιμιστές της εποχής του, αλλά «μία αιώνια αταξία, ένα χάος διαρκές, όπου συνυπάρχουν χαρές με οδύνες φριχτές και ο δίκαιος μαζί με τον πονηρό υποφέρει το αναπόφευκτο κακό». Γι’ αυτό αναφωνεί:

«Δεν κατανοώ πώς όλα μπορεί να είναι καλά.

Είμαι σαν δόκτορας, φευ! Δεν ξέρω τίποτα πια».

Συμπληρώνει τον αγνωστικισμό του με τους επόμενους στίχους:

«Ο άνθρωπος ξένος στον εαυτό του, τον άνθρωπο αγνοεί.

Ποιος είμαι, πού είμαι, πού πάω κι από ποια καταγωγή;…

Ο κόσμος αυτός, το θέατρο λαθών και αλαζονείας

είναι γεμάτος δυστυχείς που ομιλούν περί ευτυχίας».

«Πλανώνται οι σοφοί και δίκαια μόνο Εκείνος πράττει».

Διαβάζοντας κάποιος αυτό το ποίημα στην ωραία επεξεργασμένη έμμετρη δίγλωσση μετάφραση του Μίλτου Φραγκόπουλου, που συνοδεύεται από έναν πρόλογο και σημειώσεις του ίδιου του Βολταίρου, καθώς και από ένα διαφωτιστικό σημείωμα του Μισέλ Ντελόν, και ένα σημείωμα του μεταφραστή για τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει, θα σχημάτιζε τη γνώμη ότι ο Βολταίρος, είναι εδώ άκρα σκεπτικιστής, αγνωστικιστής, φλερτάροντας αναφανδόν με τον αθεϊσμό. Ωστόσο, στόχος του Βολταίρου γράφοντας τα παραπάνω, δεν ήταν τόσο να θέσει τα αναπάντητα ερωτήματά του, όσο να επιτεθεί και να σατιρίσει το αξίωμα του Λάϊμπνιτς «Όλα είναι καλά»… Ο Βολταίρος στρέφεται κατά του οπτιμισμού του Λάϊμπνιτς που είχε διατυπώσει το εν λόγω «αξίωμα» στο βιβλίο του «Δοκίμια περί του ανθρώπου» (1734) και άλλων οπαδών του (Βόλφ, Πόουπ). Αλλά, να στραφεί, και κατά της καθολικής πορτογαλικής εκκλησίας που απέδωσε τον φοβερό σεισμό και τα τσουνάμι που ακολούθησαν, με χιλιάδες θύματα, στην ‘μήνι’ του Θεού για τα αμαρτήματα των ανθρώπων, μια συνηθισμένη εξήγηση θρησκευτικών ηγετών και θρησκόληπτων φονταμενταλιστών μέχρι την εποχή μας. Οι φυσικές καταστροφές και οι θεο-μηνίες, είναι ξεσπάσματα της οργής του Θεού… στους αμαρτωλούς… Εύκολες λύσεις, εύκολες απαντήσειςii.

Ο αναγνώστης δεν πρέπει προς στιγμήν να ξεχνά ότι, ο Βολταίρος, ήταν ένα πραγματικό ζιζάνιο που τα έβαζε με όλους και με όλα. Τα γνωστά πορτρέτα του που βλέπουμε με το ειρωνικό χαμόγελο, είναι ενδεικτικά της νοοτροπίας και του χαρακτήρα του. Συγκρούστηκε με τους θρησκευόμενους, με πολιτικούς, με δικαστικούς (γι΄αυτό εξορίστηκε), τους Γάλλους Διαφωτιστές, ιδίως τον Ρουσσώ, έγραψε δυσμενή σχόλια για τον Μοντεσκιέ, επέκρινε τον Καρτέσιο και τον Σπινόζα, ως και με τον Σαίξπηρ τα έβαλε και άλλους. Στόχος του πάντα ήταν να ειρωνευτεί, να σατιρίσει και να κλονίσει ό,τι θεωρούνταν στην εποχή του λυμένο, τακτοποιημένο, σύμφωνο με το θρησκευτικοπολιτικό κατεστημένο. Υπό αυτό το πρίσμα, πρέπει να διαβαστεί και το ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας.

Κύριο στόχο του είχε ναι, μεν, να θέσει αμείλικτα διαιώνια ερωτήματα για την ύπαρξη του ηθικού και φυσικού κακού, αλλά, κυρίως, να αμφισβητήσει την ερμηνεία του Λάϊμπνιτς που έλεγε ότι κόσμος μας είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος και όλα έγιναν «καλά λίαν» κατά τη βιβλική έκφραση. Βεβαίως, ο Λάϊμπνιτς στο έργο του Essais de Theodicée (Δοκίμια για τη «Θεοδικία», 1710), έθεσε τις βάσεις για πολλές προσεγγίσεις, και δεν έδωσε απαντήσεις και μάλιστα οριστικές για το πρόβλημα, ιδίως του φυσικού κακού, των καταστροφών. Ο Γερμανός φιλόσοφος έδειξε απλά, ότι, ο Θεός ανάμεσα στην επιλογή δημιουργίας πολλών κόσμων επέλεξε έναν κόσμο ελευθερίας των έλλογων όντων, στον οποίο, είναι δυνατόν να υπάρχει μία δόση κακού, χωρίς το οποίο όμως, ο κόσμος θα ήταν χειρότερος...

Ο Λάϊμπνιτς, που τον κατονομάζει στο ποίημα ο Βολταίρος, είχε πεθάνει και δεν απάντησε ποτέ σεις αιτιάσεις του φιλοπαίγμονα, σατιρικού Βολταίρου. Απάντηση ανέλαβε να δώσει ως αυτόκλητος υπερασπιστής, ο άλλος μεγάλος των διαφωτιστών, ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (1712-1778). Ο οποίος, στις ποιητικοφιλοσοφικές αμφιβολίες και διαπορίες του Βολταίρου με επιστολή του με τίτλο Lettre à Monsieur de Voltaire (18 Αυγούστου 1756), απαντά με στιβαρά επιχειρήματα, αμφισβητώντας την αμφιβολία του Βολταίρου, όπως ορθά σημειώνει ο Μισέλ Ντελόν. Ο Ρουσσώ επισημαίνει ότι, για τα ηθικά κακά υπαίτιοι είμαστε εμείς και για τα περισσότερα υλικά επίσης. Δεν ήταν η φύση που συγκέντρωσε στη Λισαβόνα είκοσι χιλιάδες σπίτια έξι-επτά ορόφων. Εάν οι κάτοικοι αυτής της μεγάλης πόλης είχαν κατανεμηθεί πιο ισόρροπα, έμεναν σε πιο διάσπαρτες κατοικίες, οι ζημιές θα ήταν λιγότερες, ίσως και μηδαμινές. Πόσες δυστυχίες θάφτηκαν σ΄αυτήν την καταστροφή, γιατί ο ένας θέλησε να πάρει τα ρούχα του, ο άλλος τα χαρτιά του, ο άλλος τα λεφτά του;… Αμφιβάλλετε ότι συμβαίνουν σεισμοί στην έρημο; Αλλά τούτο κανείς δεν το θίγει γιατί αυτοί οι σεισμοί δεν προκαλούν κακό στους ιδιοκτήτες σπιτιών των πόλεων…

Ο Ρουσσώ απαντώντας στον Βολταίρο μετατρέπει τη «Θεοδικία» του Λάϊμπνιτς σε «Κοσμοδικία». Ο άνθρωπος κατά τον Ρουσσώ που ζει κατ΄αυτόν τον τρόπο, οργανωμένος σε κοινωνίες με μία στρεβλή αναπτυξιακή πορεία λόγω ανισότητας, φέρει πολύ μεγάλη ευθύνη για την ύπαρξη τόσο του ηθικού όσο και του φυσικού κακού. Το κακό πρέπει να αναζητηθεί στην κοινωνία και τους κακούς θεσμούςiii. Κατά τον Ρουσσώ θα πρέπει ίσως να αλλάξουμε το «καλά λίαν» του Λάϊμπνιτς σε άλλο αξίωμα: «Όλα είναι καλά προς το όλον», κάτι που απεδέχθη και υποστήριξε αργότερα και ο Καντ, ο οποίος θαύμαζε ιδιαίτερα τον Ρουσσώ και τις σκέψεις τουiv.

Δεν θα ήθελα να τελειώσω το κριτικό αυτό σημείωμα χωρίς να επισημάνω κάτι ακόμη. Οι σημειώσεις του Βολταίρου στο ποίημά του αυτό, αποκαλύπτουν τις τεράστιες γνώσεις του (εγκυκλοπαιδιστής γαρ), την θαυμάσια κριτική του ικανότητα, αλλά και τις εύλογες διαπορίες του. «Η καταγωγή του κακού υπήρξε μια άβυσσος που κανένας δεν μπόρεσε να δει το βάθος της» έγραψε σε ένα φιλοσοφικό του έργο. Ωστόσο, ενώ μπορεί να δοθεί η εντύπωση ότι ο Βολταίρος είναι περισσότερο άπιστος προς το θείο, γεγονός είναι ότι είναι μάλλον σκεπτικιστής και αγνωστικιστής. Είναι γνωστό ότι ήταν οπαδός του Ντεϊσμού-Θεϊσμού, και όχι άθεος και υλιστήςv. Κατέληξε προϊόντος του χρόνου σε απαισιόδοξο, ενώ στο φιλοσοφικό του Λεξικό και αλλού, φαίνεται πιο οπτιμιστής, δίνοντας, μάλιστα, ο ίδιος απαντήσεις στις φιλοσοφικές διαπορίες που διατυπώνει αργότερα το 1759, στο έργο του Καντίτ ή η αισιοδοξία, απαντώντας στον Ρουσσώ, και σατιρίζοντας τις θέσεις του ‘Πάγγλωσσου’ (pangloss), δηλ. του Λάϊμπνιτς, που τον αναφέρει μ΄αυτό το ψευδώνυμο. Ο ίδιος ο Βολταίρος, φέρνει το παράδειγμα της άμαξας και του τροχού της. Επειδή – λέγει – ο άξονας του τροχού του αμαξιού μας θα πάρει φωτιά, δεν έπεται πως η άμαξά μας, δεν έγινε ακριβώς για να μας μεταφέρει από το ένα μέρος στο άλλο. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τυχαίο, όπως πίστευαν και υποστήριζαν ο Επίκουρος και ο Λουκρήτιος και ο υλιστής Όλμπαχ, γιατί η τύχη, δεν μπορεί να παραγάγει όντα με νοημοσύνη. Οι ακαταστασίες της φύσης, τα ηφαίστεια και οι σεισμοί, λέγει ο πιο αισιόδοξος Βολταίρος, δεν μπορούν να αποκλείσουν την ύπαρξη του Θεού και τους συνετούς νόμουςvi. Η αποδοχή Θεού ήταν γι΄αυτόν όχι θέμα πίστης, αλλά λογικής. Είναι άλλωστε γνωστή η ρήση του ότι «εάν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να τον επινοήσουμε για να εξηγήσουμε την ύπαρξη του κόσμου».

Αξιοσημείωτα είναι τα επιχειρήματά του για την λογική αποδοχή υπερτάτου Όντος, πολύ ενδιαφέρουσες οι σκέψεις και οι παρατηρήσεις του για την ανεκτικότητα και την συγχωρητικότητα του Ιησού, σ΄αντίθεση με τις στάσεις των θρησκευομένων της εποχής του, και η προσευχή του στο Θεό, μια προσευχή όπου υπερτονίζεται η αδελφοσύνη των ανθρώπων και η ανεκτικότηταvii.

Παρά τις όποιες αμφιβολίες και ενστάσεις του, φαίνεται προς το τέλος του ποιήματός του, να μην απεμπολεί ούτε τη θεία Πρόνοια, παρά τα αντίθετα επισημαινόμενα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου από την Isabelle de Coures, γεγονός που αναγνωρίζει και ο μεταφραστής στο σημείωμά του.

Ο Βολταίρος, στην υπ΄αριθμ. 9 σημείωσή του, παρατηρεί ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα μάθει όλα από μόνος του, οι μέγιστοι των φιλοσόφων δεν γνωρίζουν περισσότερα απ΄ό,τι οι αμαθέστεροι των ανθρώπων, και ότι μοναδική ελπίδα για τον άνθρωπο παραμένει η θεία αποκάλυψη, η οποία εξαλείφει την αμφιβολία και θέτει στην θέση την βεβαιότητα. Γιατί «Μόνο η αποκάλυψη μπορεί να διδάξει στο ανθρώπινο πνεύμα εκείνο που το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να κατανοήσει» (σημ.7). Για την έννοια της οποίας, όμως, είναι ανώφελο να ερίζουν οι άνθρωποι. Γι΄αυτό καταλήγει:

Ω, Θεέ, αποκάλυψέ μας επιτέλους

ότι πρέπει να είμαστε ανθρώπινοι και ανεκτικοί…

Οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματός του, είναι εξίσου αποκαλυπτικοί:

«Στο στεναγμό του ταπεινός, στα δεινά του υποταγμένος,

υπάκουος και ευπαθής, στη Θεία Πρόνοια παραμένω…

ασθενής σαν τους άλλους πλανιέμαι κι εγώ στα τυφλά

σ΄ένα σκοτάδι βαθύ που προσπαθώ να φωτίσω,

μόνο να υπομένω μπορώ, χωρίς να μιλήσω».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

i Για λεπτομέρειες βλ. Nicholas Schrady, Ο μεγάλος σεισμός. Καταστροφή, δέος και ορθολογισμός στη Λισαβόνα το 1755 (εκδ. Κριτική, 2010).

ii Πβλ. το ενδιαφέρον άρθρο του ακαδημαϊκού καθηγητή φυσικών καταστροφών του Πανεπιστημίου Κρήτης, Κώστα Συνολάκη, Ο Βολταίρος, ο Ρουσό και η πυρκαγιά στο Μάτι, εφημ. Καθημερινή, 29-7-2018.

iii Είναι ενδιαφέρον και αξιοσημείωτο ότι τις θέσεις αυτές του Ρουσσώ ότι, δηλαδή, δεν υπάρχουν φυσικές καταστροφές, τις υιοθετούν σύγχρονες έρευνες (βλ. Jacob Pips, Disaster Citizenship, University of Illinois, Press 2016 και Εφ.Συν.25-26 Νοεμβρίου 2017) που με αφορμή τον Τυφώνα Κατρίνα το 2005, ομιλούν για καταστροφή που επέρχεται όταν φυσικό φαινόμενο συναντά έναν ανθρώπινο πληθυσμό.

Το μέγεθός του εξαρτάται από τρεις παράγοντες:

α) τις υποδομές που θα επιτρέψουν τους ανθρώπους να ανταπεξέλθουν,

β) την πρόσβαση των ασθενέστερων στους μηχανισμούς διάσωσης και

γ) την ικανότητά τους να ανοικοδομήσουν τις περιοχές που επλήγησαν. Η φράση δεν υπάρχουν φυσικές καταστροφές αποτέλεσε το σύνθημα της λεγόμενης Κριτικής Μελέτης των καταστροφών (Critical Disaster Studies).

iv Πρβλ. Ιμμανουέλ Καντ, Η αποτυχία όλων των φιλοσοφικών προσπαθειών στη Θεοδικία (1791). Ο Καντ αλλού σημειώνει ότι, τα φαινομενικά αταίριαστα μεταξύ τους δημιουργικά έργα συλλειτουργούν και συναρμόζονται χωρίς όμως να αποκαλύπτουν και όλο το μυστήριο της φύσης (Ι. Καντ, Δοκίμια, μεταφρ. Ε.Π. Παπανούτσου, σ.108).

v Για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Βολταίρου βλ. λήμμα Voltaire στη Wiki-pedia (Religious views), και τις παρατηρήσεις της Ρωξάνης Αργυροπούλου στο βιβλίο του Βολταίρου, Ο αδαής φιλόσοφος (εκδ.Πόλις 2009), σελ. 9-41.

vi Βλ. Βολταίρου Μικρομέγας, φιλοσοφικά έργα (μτφρ. Κων. Παπαλεξάνδρου, χ.χ.), σελ. 79-82.

vii Βλ. Μικρομέγας, ό.π., σελ.76-78.

 

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ