Ανεπίτρεπτη εμπάθεια συγγραφέων

«Η πιο μεγάλη… μικροπρέπεια του ανθρώπου
είναι η επιδίωξη δόξας»
Blaise Pascal

Μ’ αυτό τον τίτλο δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής (23/8/2015), ένα ενδιαφέρον άρθρο του φιλόλογου Γεράσιμου Μαρκαντωνάτου, που είχε ως θεματική του, την εμπάθεια που εκδηλώνουν ανά τους αιώνες συγγραφείς αναμεταξύ τους. Στο άρθρο του αυτό ο αρθρογράφος, αναφέρει πολλούς συγγραφείς από τα αρχαία χρόνια ίσαμε σήμερα, οι οποίοι αντί να ασχολούνται με το δικό τους έργο και πώς να το καταστήσουν πιο ενεργό και ωφέλιμο για τους πολλούς, γίνονται ‘αλλοτρεπίσκοποι’ για να χρησιμοποιήσω έναν όρο αρχαίου επιστολογράφου, και ακόμα επικριτές του έργου των άλλων, κινούμενοι προφανώς από ταπεινά ελατήρια, ζηλοφθονίας, εγωϊσμού, κενοδοξίας, ματαιοδοξίας, κ.α., επιτιθέμενοι κατά συναδέλφων τους με ανοίκειους χαρακτηρισμούς, φθάνοντας ακόμη και σε ακατονόμαστες ύβρεις.

Ο αρθρογράφος, αναφέρει ότι το θλιβερό αυτό φαινόμενο θα μπορούσε να αναχθεί στον ποιητή Αρχίλοχο (7ος αι. π.Χ.), ο οποίος επιτέθηκε με στίχους δηκτικούς εναντίον του Λυκάμβη, γιατί αρνήθηκε να του δώσει μια θυγατέρα του για σύζυγο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ο τελευταίος σε αυτοκτονία μαζί με τις κόρες του.

Ο Αριστοφάνης, ο αθυρόστομος κωμωδιογράφος, βάζει στο στόμα του Αισχύλου, ένα ακατάσχετο υβρεολόγιο εναντίον του Ευριπίδη (Βάτραχοι στ. 1004 εξ.) και τον επικρίνει γιατί (άκουσον, άκουσον!) με τις τραγωδίες του διαφθείρει τους συμπολίτες του και ιδίως τους νέους, που καθιστά αναιδείς και οκνηρούς, και τις γυναίκες επίσης, λες και τα έργα τα δικά του είναι ανεπίληπτα και δεν κάνουν αυτό που ο ίδιος επικρίνει με τις γνωστές τοις πάσι αθυροστομίες του!

Στα νεότερα χρόνια έχουμε άλλα άφθονα παραδείγματα. Ο φιλόσοφος μηδενιστής Νίτσε, επιτίθεται εναντίον του συμπατριώτη του, I. Kant, του γνωστού μεγάλου φιλόσοφου, και στα έργα του Γενεαλογία της Ηθικής και Αντίχριστος, λόγω της Κατηγορικής προσταγής του Kant που εκδηλώνει την ηθικότητα του ανθρώπου, τον αποκαλεί ηλίθιο και δηλητηριώδη αράχνη και τη θεωρία του, εκδήλωση ηθικού ξεπεσμού! Κανένα τακτ, καμία ευγενική κριτική, κανένα ουσιαστικό αντεπιχείρημα. Ο Νίτσε, ο οποίος δεν επιτρέπει, ως λέγει ο ίδιος, εις ουδένα να του απευθύνει το λόγο παρά μόνον ο ίδιος στον εαυτό του (!), τόσο μεγάλη ιδέα είχε για τον εαυτό του, εκτρέπεται σε ύβρεις αντί για επιχειρήματα και ευγενική κριτική τον αντιφρονούντα με αυτόν φιλόσοφου. Που είναι η ευγένεια, και ο σεβασμός ενός πνευματικού ανθρώπου που θέλει με τις θεωρίες και τις όποιες θέσεις του, να επηρεάσει τους ανθρώπους με νέα οράματα (Τάδε έφη Ζαρατούστρα) και νέα ηθική;

Αλλά και ο Τολστόι κατά τον Μαρκαντωνάτο, δεν πήγε πίσω με το να επιτίθεται στο δοκίμιό του Τι είναι τέχνη, και σ’ άλλα έργα του, εναντίον των αρχαίων Ελλήνων τραγικών, αλλά και εναντίον του Δάντη, του Μπετόβεν, ακόμα και εναντίον του Σαίξπηρ, που χαρακτηρίζει τα έργα του ‘ευτελή και ανήθικα και άθρησκα, που παρουσιάζουν ελεεινή και χυδαία αντίληψη της ζωής’!!! Και ευλόγως, ο αρθρογράφος διερωτάται πώς ένας συγγραφέας ολκής σαν τον Τολστόι, έφθασε σ’ αυτό το επίπεδο της κατεδαφιστικής υβριστικής κριτικής.

Το θλιβερό αυτό φαινόμενο δεν εξαντλείται στα παραδείγματα που αναφέρει ο Μαρκαντωνάτος. Είναι, θα έλεγα, άπειρα. Ο Ηράκλειτος στεφόταν κατά του Ομήρου, του Ησίοδου, του Αρχίλοχου κ.α. Ο Πλάτων ήθελε να κάψει τα συγγράμματα του Δημόκριτου, γιατί δεν συμφωνούσε μαζί του… Στα νεότερα χρόνια, ο γνωστός Αμερικανός συγγραφέας Edgar Allan Poe, συχνά έλεγε και έγραφε περιφρονητικά για τους ομοτέχνους του. Ο Καζαντζάκης, όπως έγραφε στις επιστολές του, θεωρούσε τους συγγραφείς που γνώρισε στην Ευρώπη, όλους κατώτερούς του. Τον δε Γάλλο Νομπελίστα André Gide, θεωρούσε στυλίστα μεν, αλλά επιζήμιο με τις ιδέες του για τη νεολαία. Ενώ, βέβαια, οι δικές του ιδέες όπως εκφράζονται ιδιαίτερα στον Τελευταίο πειρασμό, δεν είναι επιζήμιες για τη νεολαία και για τους αναγνώστες… αφού βάζει τον Ιούδα να δέρνει το Χριστό σε παιδική ηλικία, και μετά να λέει ο Χριστός στον Ιούδα: εσύ κι εγώ θα σώσουμε τον κόσμο… τη δε Μαρία τη Μαγδαληνή, να τη θέλει γυναίκα, ερωμένη του Ιησού, που θα γεννούσαν τον γιο τους τον «παράκλητο»…

Είναι φανερό ποια είναι τα ελατήρια όλων αυτών των επικριτών των άλλων ομοτέχνων τους… Η έλλειψη διακριτικότητας, σεβασμού και αγάπης. Η ύπαρξη ζηλοφθονίας και εγωισμού, φιλοδοξίας αυτο-προβολής στο πρόσωπό τους. Βρίζοντας και ταπεινώνοντας τους άλλους, υποτίθεται ότι εσύ είσαι ανώτερος: κριτής και τιμητής τους. Κάτι τέτοιο δεν θα περίμενε κανείς από πνευματικούς ανθρώπους αλλά δυστυχώς συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα. Στη ζωή λέει στον «Επιτάφιό» του ο Περικλής, ‘οι άνθρωποι φθονούν όσους αντιμάχονται και μόνο όσους δεν στέκονται εμπόδιο στο δρόμο τους γιατί πέθαναν, τους τιμούν, γιατί δεν υπάρχει στη ζωή πια ο ανταγωνιστής’.  Οι άνθρωποι γενικά δεν ανέχονται την ανωτερότητα και την επιτυχία. Ο γράφων έχει ιδία αντίληψη του τι γίνεται στο λεγόμενο ‘σινάφι’ των συγγραφέων, όπου ο ένας μπροστά στον άλλο εκφράζουν φιλοφρονήσεις και αβροφροσύνες, αλλά από πίσω, γλωσσολαλούν ασύστολα ο ένας εις βάρος του άλλου, εκφραζόμενοι περιφρονητικά για το έργο τους ή γράφοντας επικριτικά σχόλια ανώνυμα... Αλλά και επώνυμα μερικές φορές. Αρκεί κανείς να διαβάσει την Encyclopaedia Brittanica του Χάρη Βλαβιανού, όπου εκεί βρίσκει ένα απάνθισμα τέτοιων σκέψεων συγγραφέων που στάζουν χολή.

***

Γράφοντας και σκεπτόμενος τα παραπάνω, άθελά μου συνέκρινα τα αλληλομαχόμενα και αλληλοσυγκρουόμενα και αντιφάσκοντα αναμεταξύ των, βιβλία συγγραφέων αρχαίων τε και νέων, με εμπρηστικό και υβριστικό πολλές φορές περιεχόμενο, με τα «ιερά» βιβλία της Βίβλου των συγγραφέων της.

Εκεί, τόσο στην εβραϊκή Βίβλο όσο και στην Καινή Διαθήκη, και πολύ περισσότερο στην τελευταία, δεν θα συναντήσει κανείς καμία εμπάθεια και κανένα υβριστικό κείμενο εναντίον άλλων συγγραφέων ομοεθνών μάλιστα, όπως συνέβαινε με τους αρχαίους Έλληνες, αλλά πλήρη αρμονία και αλληλοεκτίμηση και ενίσχυση των σκέψεων του ενός, με τις θέσεις και σκέψεις του άλλου.

Αυτά που γράφει ο Μιχαίας λόγου χάριν, τα γράφει και ο Ησαΐας (πρβλ. Μιχ. 4:1-5, Ησ. 2:1-5). Αυτά που γράφει ο Ωσηέ, δεν τα επικρίνει ο Ζαχαρίας και ο Αγγαίος. Αυτά που γράφει ο Μωυσής στην Πεντάτευχο, όχι μόνο δεν τα επικρίνουν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς, όχι μόνο δεν τα βρίσκουν ανάξια λόγου, αλλά τα υποστηρίζουν και τα επαναλαμβάνουν δείχνοντας μεγάλο σεβασμό… για τον ηγέτη και τα γραπτά του. Ο απ. Πέτρος αναφερόμενος στις επιστολές του απ. Παύλου λέει ότι υπάρχουν κάποια δυσνόητα σημεία σ’ αυτές, αλλά όχι μόνο δεν τον επικρίνει γι’ αυτό, αλλά τον αποκαλεί ‘αγαπητό αδελφό που έγραψε σύμφωνα με τη δοθείσα εις αυτόν σοφία’ (Β΄ Πετρ. 3:15).

Ο ιατρός Λουκάς, έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία του νομικού απ. Παύλου, αλλά ποτέ δεν εκφράστηκε επικριτικά ή υποτιμητικά γι’ αυτόν. Το ίδιο και ο απ. Παύλος για τον Λουκά, που τον αποκαλεί ιατρό αγαπητό. Δεν υπάρχει εμπάθεια και αντιζηλία μεταξύ των συγγραφέων της Βίβλου, γιατί δεν φρόντιζαν να προβάλλουν ναρκισσιστικά τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και πολλά από τα έργα τους, είναι ανώνυμα ώστε σήμερα να ερίζουν οι ειδικοί από ποιους γράφτηκαν. Οι συγγραφείς της Βίβλου είναι ταπεινόφρονες. Δεν είναι εγωκεντρικοί, αυτοπροβαλλόμενοι. Πολλές φορές αναφέρουν: «Τάδε λέγει Κύριος». Όχι εγώ, λέγω αυτά κι αυτά. Η δόξα ανήκε όχι στους ανθρώπινους γραμματείς αλλά στον εμπνευστή των γραπτών τους, τον ίδιο το Θεό. Όχι, άδικα, ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ιερώνυμος αποκάλεσε τη Βίβλο, biblioteca divina (θεία βιβλιοθήκη). Ο Ιησούς Χριστός πάντα παρέπεμπε στο νόμο τους προφήτες και τους Ψαλμούς δηλ. τα αγιόγραφα (Λουκ. 24: 27, 44), ως έργα έγκυρα και κατάλληλα για τους αναγνώστες.

Κλείνω με δύο σκέψεις ακόμα: Τη μία από τον αρχαίο Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο που στο βιβλίο του Κατ’ Απίωνος, ορθά επισημαίνει τα εξής για τους προ αυτού Εβραίους (συγγραφείς) και τα έργα τους: «Γιατί εμείς δεν έχουμε χιλιάδες βιβλία ασύμφωνα και αντιφατικά μεταξύ τους, παρά μονάχα είκοσι δύο (τα οποία αντιστοιχούν με 39 της Π.Δ., αριθμούμενα με διαφορετικό τρόπο) που έχουν την ιστορία όλης της εποχής και που είναι δικαιωματικά αξιόπιστα… και χειροπιαστά αποδείχνεται, πως εμείς αντικρύζομε τα βιβλία μας. Γιατί, ενώ τόσοι αιώνες περάσανε, κανένας δεν τόλμησε ούτε να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει ούτε να μετατοπίσει τίποτα. Κι έχει καταντήσει πια έμφυτο σ’ όλους τους Ιουδαίους να τα θεωρούν από τα γεννοφάσκια τους, θεία διδάγματα και να μένουν πιστοί σ’ αυτά κι αν το καλέσει η ανάγκη να πεθαίνουν γι’ αυτά μ’ ευχαρίστηση…»

Η δεύτερη σκέψη προέρχεται από τον Νομπελίστα μη θρησκευόμενο Γερμανό συγγραφέα Günter Grass. Όταν τον ρώτησαν ποιο βιβλίο θα προτιμούσε να σώσει από μια υποτιθέμενη πυρκαγιά της βιβλιοθήκης του, αδίστακτα απάντησε: τη Βίβλο. Γιατί είναι μία πολύτιμη συλλογή συλλογικής μνήμης με μία μεγάλη ποικιλία γραπτού λόγου. Σ’ αυτήν περιέχονται περιεκτικά όλα τα είδη του λόγου: Ιστορία, νομοθεσία, πρόζα, ποίηση, γνωμικά, γενεαλογίες, παραβολές, επιστολές, αποκαλύψεις κλπ.

Εγώ θα πρόσθετα και για έναν ακόμη λόγο: Γιατί περιέχουν Λόγια Θεού που αποκαλύπτουν έργα Θεού, μέσα στην Ιστορία, με τρόπο αρμονικό και μη αλληλοαναιρούμενο από τους πάνω από 30 συγγραφείς της, που έγραψαν σ’ ένα διάστημα 1.500 χρόνων περίπου, σε τρεις γλώσσες.

Τελειώνω, με την παρατήρηση που έκανα κάποτε και τη συμπεριέλαβα στο βιβλίο μου Βίβλος, ένα βιβλίο επαναστατικό. Πολλοί νομπελίστες συγγραφείς ομολόγησαν την ευεργετική επίδραση που υπέστησαν από την ανάγνωση της Βίβλου, τόσο στις ιδές τους, όσο στο στυλ της γραφής. Αν είναι έτσι, με πόσα Νόμπελ λογοτεχνίας, θα έπρεπε να τιμηθούν οι ίδιοι οι συγγραφείς της Βίβλου;