Ήταν ο Χριστός λογοκλόπος;

Ο Χριστός δεν ήταν στα μέτρα της εποχής του.
Έξι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα αν ζούσε,
θα είχε δώσει επίσης την εντύπωση ξένου σώματος.
Wilhelm Reich

Ο Ιησούς στέκεται στην ιστορία σαν ξένο σώμα
που φέρνει ανησυχία στον κόσμο
και δεν τον αφήνει ν’ αναπαυτεί.
Jacques Maritain

 

Το θέμα Ιησούς είναι ένα θέμα που συνεχίζει να κεντρίζει, να εξάπτει και να ερεθίζει, όσο κανένα άλλο. Πολλά γράφτηκαν και συνεχίζουν να γράφονται για το πρόσωπο που δίχασε το χρόνο (π.Χ. - μ.Χ.), και που χώρισε τον κόσμο και τους ανθρώπους εν γένει, σε υπέρ και κατά Χριστού. Κάποιοι ακόμα και σήμερα, παρά τις ιστορικές συντριπτικές αποδείξεις περί ύπαρξης και δράσης του Ιησού στη Γαλιλαία, τον 1ο αι μ.Χ., ιδιαίτερα ανάμεσα στα έτη 30-33, μαρτυρίες που υπολογίζονται σε πάνω από 30 και χρονολογούνται 20 μόλις χρόνια μετά το θάνατό του, εξακολουθούν να πιστεύουν και να ισχυρίζονται ότι Ιησούς Χριστός ποτέ δεν υπήρξε. Επ’ αυτού ο αναγνώστης παραπέμπεται στο τεύχος 105 του περιοδικού Strange (Δεκέμβριος 2007), όπου παρουσιάζω και αναπτύσσω όλες τις σχετικές εξωβιβλικές μαρτυρίες για την πραγματική ύπαρξη και δράση του Ιησού της Γαλιλαίας, και στο βιβλίο μου Ιησούς, ο Ποιητής των ποιητών (2006).

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους αρνητές, ο γνωστός βιολόγος αθεϊστής Richard Dawkins, και πιο πρόσφατα, κάποιος τιτλούχος ιστορικός, ο Kennet Humphreys που έγραψε μάλιστα και βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο Jesus Never Existed (Ιησούς ποτέ δεν υπήρξε). Κατά τον συγγραφέα του βιβλίου αυτού, η ιστορία του Ιησού είναι μυθοκατασκευή, ανάλογη μ’ αυτή του Μίθρα, του Ώρου, κ.λπ. Κάτι ανάλογο υποστηρίζουν και οι συγγραφείς Τίμοθι Φρίκι και Πίτερ Γκάντι στο βιβλίο τους Ο Γελαστός Ιησούς. Γι’ αυτούς όλη η Βίβλος είναι μυθοκατασκευή! Σύμφωνα με αυτούς τους συγγραφείς, τα αποδιδόμενα στον Ιησού λόγια είναι προϊόν λογοκλοπής και συρραφής επιτήδειων αγνώστων ιερέων που προέβησαν σε μεγάλης έκτασης λογοκλοπή από Ελληνικά, βουδιστικά και παγανιστικά κείμενα και άλλα… εκτός από τα πλαστά χωρία της μεταγενέστερης Εκκλησίας που υπεισήλθαν σκοπίμως… στα Ευαγγέλια.

Από την εποχή του Ρουντόλφ Μπούλτμαν, του ρηξικέλευθου αυτού θεολόγου, για το θέμα «Ιησούς της Ιστορίας και Χριστός της Εκκλησίας», βέβαια, έχουν γραφεί πολλά. Αλλά εδώ, θα πρέπει ν’ αρκεστούμε στο γεγονός, ότι, Ιησούς της Γαλιλαίας υπήρξε πραγματικά, παρά τα περί αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους παραπάνω συγγραφείς και άλλους. Μια επισταμένη επιστημονική έρευνα δείχνει την ανεπάρκεια και το εσφαλμένο των επιχειρημάτων τους. Η διεθνής επιστημονική κοινότητα απορρίπτει ευλόγως τέτοιου είδους αβάσιμους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς.

Επειδή, όμως, ο ίδιος ο Ιησούς δεν έγραψε τίποτα, σ’ αντίθεση π.χ. με τον απ. Παύλο που μας άφησε επιστολές, και άλλους αρχαίους συγγραφείς Ιουδαίους και Εθνικούς, κατά καιρούς προβάλλονται ισχυρισμοί ότι ο Ιησούς που (ίσως) υπήρξε, υπήρξε λογοκλόπος… Λογοκλόπος, κυρίως, από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς. Δανείστηκε, δηλαδή, ιδέες και διδασκαλίες και αρχές απ’ αυτούς. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι εν πάση περιπτώσει τα λόγια του δεν είναι δικά του. Απλά του αποδόθηκαν από διάφορους ερανιστές, που τα συνέλεξαν από διάφορες πηγές… χωρίς όμως, βέβαια, να προσδιορίζουν και το πώς το πότε, το πού και γιατί, έγινε κάτι τέτοιο.

 

Η αυθεντικότητα των λόγων του Ιησού

Η αυθεντικότητα των λόγων του Ιησού είναι το κύριο προαπαιτούμενο, ένα βασικό ζήτημα για έναν που θέλει ν’ ασχοληθεί με το πρόσωπό του. Τι δίδαξε ο ίδιος ο Ιησούς και ποιες ήταν οι πηγές του, είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Το ζήτημα βέβαια της λογοκλοπής, δεν είναι καινούργιο. Είναι παλιό. Τόσο παλιό, όσο και ο Κέλσος ο Ρωμαίος φιλόσοφος του 2ου μ.Χ. αιώνα, που χωρίς ν’ αρνείται την ιστορικότητα του Ιησού ισχυρίστηκε στο βιβλίο του  Αληθής Λόγος ότι ο Ιησούς και οι μαθητές του έκλεψαν από τον Πλάτωνα!

Στα νεότερα χρόνια προβλήθηκαν διάφοροι παράτολμοι και υποθετικοί ισχυρισμοί με αποκορύφωμα αυτούς των εταίρων του Σεμιναρίου του Ιησού. Πρόκειται για μια σχολή νεωτεριστών - θεολόγων που ίδρυσαν οι Ρόμπερτ Φάνκ και Τζον Ντομινίκ Κροσάν και αριθμεί γύρω στα 75 μέλη, από διάφορες ομολογίες (καθολικοί, προτεστάντες, Ιουδαίοι), οι οποίοι με ψηφοφορία (!) αποφασίζουν με κριτήρια τελείως υποκειμενικά και ανεπαρκή (απορρίπτοντας το υπερφυσικό και αποδεχόμενοι και απόκρυφα κείμενα ως αυθεντικά), ποια Λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, είναι γνήσια, ειπώθηκαν δηλαδή από τον ίδιο και ποια είναι των μαθητών του, ή τρίτων (της εκκλησίας) και αποδόθηκαν σ’ αυτόν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς μερικών απ’ αυτούς, μόνο το 2% και κατ’ άλλους μόνο το 5% των λόγων του Ιησού των Ευαγγελίων είναι γνήσια!… Τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις άλλων, των συγγραφέων των Ευαγγελίων…

Η παραπάνω άποψη της σχολής αυτής αποτελεί μία ακραία περίπτωση, και φυσικά, δεν γίνεται αποδεκτή από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Ειδικοί ερευνητές, με βάση διάφορα κριτήρια και μάλιστα, τέσσερα βασικά, έχουν προσδιορίσει την αυθεντικότητα των λόγων του Ιησού σε ένα ποσοστό 80-90%, αν και όχι στην πλήρη ακριβή τους διατύπωση, διότι ο Ιησούς, μιλούσε εβραιο-αραμαϊκά, ενώ τα λόγια του διαφυλάχτηκαν γραμμένα στην ελληνική γλώσσα. Είναι γνωστό ότι ο Ματθαίος, σύμφωνα με την πρώιμη μαρτυρία του Παπία του 2ου μ.Χ. αιώνα, έγραψε πρώτα στην Αραμαϊκή και ο ίδιος ή κάποιος μαθητής του μετέφρασε το Ευαγγέλιο, στην Ελληνική. Οι έρευνες απέδειξαν, επίσης, ότι πολύ πιθανόν, πέραν των προφορικών αναμνήσεων των λόγων του Ιησού που είχαν οι Ευαγγελιστές, και άλλοι, υπήρχε και μία άλλη πηγή Αραμαϊκών λογίων, που είναι γνωστή στους ειδικούς ως Πηγή (Quelle), απ’ την οποία άντλησαν κυρίως οι συνοπτικοί, αλλά η οποία ατυχώς δε διασώθηκε. Αυτή πρέπει να γράφτηκε από κάποιον μαθητή, γύρω στο 40 μ.Χ., δηλαδή, 7 μόλις χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού! Έχουμε επαρκείς ενδείξεις επίσης, ότι το Ευαγγέλιο του Μάρκου που από πολλούς θεωρείται το αρχαιότερο, γράφτηκε γύρω στο 60 μ.Χ., ενώ προφανώς και τα 4 Ευαγγέλια γράφτηκαν αρχικά πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, δηλ. προ του 70 μ.Χ. Σ’ αυτό κατέτειναν οι έρευνες του Γερμανού Γ. Γερεμίας, του καινοδιαθηκολόγου Α. Τ. Ρόμπινσον, του παπυρολόγου Κάρστεν Τίντε, του ανατολιολόγου Ουΐλλιαμ Ολμπράιτ, του εβραιολόγου Κλωντ Τρεμοντάν, κ.ά. ειδικών ερευνητών.

Τα περιθώρια, λοιπόν, για μία υποτιθέμενη λογοκλοπή ή πλαστογραφία τρίτων, στενεύουν ασφυκτικά μ’ αυτά τα χρονικά πλαίσια. Ο κορυφαίος Όλμπραϊτ είναι κατηγορηματικός επ’ αυτού: «Μια περίοδος μεταξύ είκοσι και πενήντα ετών είναι σχεδόν ασήμαντη δια να επιτρέψει οποιαδήποτε αξιόλογη αλλοίωση στο ουσιαστικό περιεχόμενο και μάλιστα της συγκεκριμένης διατύπωσης των λόγων του Ιησού» (Από τη Λίθινη Εποχή στο Χριστιανισμό, σελ. 387).

Πριν όμως μιλήσουμε γι’ αυτό το θέμα, αξίζει να παραθέσουμε τα 4 βασικά κριτήρια με τα οποία οι ειδικοί ελέγχουν την αυθεντικότητα των καταγεγραμμένων λόγων του Ιησού. Αυτά είναι:

1) Το κριτήριο της ανομοιότητας. Σύμφωνα μ’ αυτό, υπάρχουν στα Ευαγγέλια αρκετά λόγια του Ιησού που δεν βρίσκονται σ’ άλλες πηγές. Ούτε στο ραββινικό Ιουδαϊσμό της εποχής του, ούτε στις επιστολές του Παύλου, ή σε γραπτά κείμενα της αρχαίας Εκκλησίας του 2ου αιώνα, κλπ. Είναι πρωτότυπα. Άρα, πρέπει να αποδοθούν στον ίδιο τον ιστορικό Ιησού. Ιδιαίτερα οι παραβολές, που αποτελούν το 40% της διδασκαλίας του, και αυτά τα Λόγια που αρχίζουν με την αντωνυμία «εγώ» τόσο στους συνοπτικούς όσο και στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

2) Το κριτήριο της πολλαπλής μαρτυρίας. Όταν ένα Λόγιο μαρτυρείται και από τους τρεις συνοπτικούς, θεωρείται γενικά αυθεντικό, διότι οι συνοπτικοί παρά την ομοιότητά τους, διακράτησαν την ανεξαρτησία τους και έγραψαν για διαφορετικούς αποδέκτες. Πολύ περισσότερο όταν το Λόγιο βρίσκεται και στο κατά Ιωάννην. Τότε έχουμε πλήρη μαρτυρία.

3) Το κριτήριο της συμφωνίας με τη συνολική διδασκαλία. Σύμφωνα μ’ αυτό, ένα Λόγιο ή σειρά Λογίων που δεν εναρμονίζεται με τη συνολική διδασκαλία του Ιησού αλλά ετεροφωνεί και αντιφάσκει μ’ αυτήν, θεωρείται ύποπτο ή υποβολιμαίο. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: υπάρχουν πολλά άλλα Ευαγγέλια, Γνωστικά, του Νάγκ Χαμμαντί (π.χ. Ευαγγέλιο της Μαρίας Μαγδαληνής, του Ιούδα), ή τα λεγόμενα Απόκρυφα του 2ου - 3ου μ.Χ. αιώνα, που περιέχουν πολλά φανταστικά λόγια που αποδίδονται στον Ιησού. Αλλά αυτά καταφανώς αντιφάσκουν με τη συνολική διδασκαλία του όπως μας είναι γνωστή στα 4 αυθεντικά Ευαγγέλια του 1ου μ.Χ. αιώνα. Σαφώς, όλα αυτά τα απόκρυφα Ευαγγέλια είναι ύποπτα και αμφίβολης ιστορικής αξιοπιστίας, αφού είναι πολύ μεταγενέστερα και αντιφάσκουν με την συγκεκριμένη διδασκαλία του Ιησού των γνησίων Ευαγγελίων, δημιουργώντας πλήρη σύγχυση. Έτσι, λόγου χάριν, στο Γνωστικό Ευαγγέλιο του Θωμά του 2ου αιώνα μ.Χ., υπάρχουν Λόγια του Ιησού που κάποια απ’ αυτά έχουν έναν ήχο αυθεντικότητας αφού τα βρίσκουμε και στα κανονικά. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν είναι αυθεντικά κάποια λόγια, όπως π.χ. το 114ο, που λέει ότι ο Ιησούς τάχα είπε για την Μαριάμ «Ναι θα την ελκύσω ώστε να την κάνω άντραγιατί κάθε γυναίκα που θα γίνει άντρας θα εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών!» , αφού ο Ιησούς είχε μαθήτριες και δεν έκανε διάκριση μεταξύ των δύο φύλων σε σωτηριολογική βάση.

4) Το κριτήριο του αραμαϊκού υπόβαθρου. Ένα Λόγιο ή μια διδασκαλία του Ιησού, θεωρούνται αυθεντικά, όταν μπορούμε να διακρίνουμε σ’ αυτά αραμαϊκό (γλωσσικό ή συντακτικό) υπόστρωμα. Και τούτο, διότι, ο Ιησούς, τη διδασκαλία του τη διατύπωσε στην Γαλιλαϊκή εβραιο-αραμαϊκή γλώσσα, και τα Ευαγγέλια μάς έχουν διαφυλάξει πολλές τέτοιες εκφράσεις και λέξεις όπως Ταλιθά κούμι (Κοράσιον εγείρου), Βοαναργές, Εφφαθά, Μαμμωνάς κ.λπ.

Με τα παραπάνω 4 κριτήρια, οι ειδικοί καινοδιαθηκολόγοι, μπορούν να αξιολογούν τις πηγές και οτιδήποτε άλλο αποδίδεται στον Ιστορικό Ιησού. Καταλήγοντας, όπως προανέφερα, σε πολλές περιπτώσεις έχουν διαφυλαχτεί τα Ipsissima verba, τα αυτούσια Λόγια του Ιησού, μερικά από τα οποία μάλιστα αν (ξανα)αποδοθούν στην αραμαϊκή, αποκτούν και ρυθμό με τον «παραλληλισμό των μελών», πράγμα που αποδεικνύει ότι ο από Ναζαρέτ Ιησούς μιλούσε όπως οι ποιητές-προφήτες του αρχαίου Ισραήλ. Σ’ άλλες περιπτώσεις όμως, έχουμε την αυτούσια φωνή του Ιησού μάλλον, παρά την κατά λέξη απόδοση των λόγων του. Το φαινόμενο, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς, ότι δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να είμαστε βέβαιοι για την αυθεντικότητα των λόγων π.χ. του Σωκράτη, του Πυθαγόρα, του Μωάμεθ ή του Βούδα κ.α. διάσημων ανδρών της αρχαιότητας που μπορεί κάλλιστα, να τα είπαν άλλοι αντ’ αυτών, αφού κι αυτοί δεν έγραψαν τίποτα. Στην περίπτωση του Ιησού όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως προανέφερα, γιατί μέσα απ’ τα Ευαγγέλια προβάλλει «μία φωνή που δε συγχέεται με καμία άλλη φωνή» κατά την εύστοχη παρατήρηση του Νομπελίστα Φρανσουά Μωριάκ.

Παρ’ όλα αυτά όμως, το ερώτημα παραμένει. Ποιες ήταν οι πηγές της διδασκαλίας του Ιησού; Δανείστηκε, να το πούμε έτσι κομψά, για να μη πούμε λογοέκλεψε, ο Ιησούς, αρχαίους συγγραφείς και μάλιστα Έλληνες; Επηρεάστηκε η διδασκαλία του περισσότερο από τον Ιουδαϊσμό ή από τον Ελληνισμό; Υπάρχει σε τελευταία ανάλυση κάποια μοναδικότητα στη διδασκαλία του;

 

Η μοναδικότητα της διδασκαλίας του Χριστού

Υπάρχουν έντονοι ισχυρισμοί από διάφορους κύκλους, αλλά και από ανεξάρτητους ερευνητές, ότι ο Ιησούς της Ναζαρέτ, τάχα, τίποτε το πρωτότυπο δεν είπε, αλλά όλα όσα δίδαξε και κήρυξε, μπορούν να ανακαλυφθούν στα γραπτά αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, υπερτονίζουν κάποιες ομοιότητες που έχουν επισημανθεί μεταξύ των ηθικών παραγγελμάτων του Χριστού και ρητών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, όπως: «όσα συ νεμεσάς ετέρω μη ποιείν» που αντιστοιχεί με το «ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» των Ιουδαίων, ή με τον Χρυσούν Κανόνα του Ιησού: «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς· ούτος γαρ έστιν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. 7:12). Υπάρχει, βέβαια, ομοιότητα. Αλλά και εδώ υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά. Ο Ιησούς μιλάει γενικά για ανθρώπους, με τη θετική μάλιστα διατύπωση του κανόνα, όχι την αρνητική. Κάποιοι άλλοι, τονίζουν ότι οι ιδέες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ισότητας, ήταν περισσότερο γνωστές στον ελληνικό κόσμο από τον Ιουδαϊκό που είχε αναπτύξει στις μέρες του Χριστού έντονο απομονωτικό εθνικισμό… Συνεπώς, ο Ιησούς, θα πρέπει να δανείστηκε αυτές τις ιδέες από τους Έλληνες, μάλλον. Βέβαια, όλα αυτά και πολλά άλλα, αποτελούν απλές υποθέσεις για να μην πω φαντασιοκοπίες. Δεν μπαίνουν στον κόπο οι ισχυριζόμενοι, να εξηγήσουν λεπτομερώς, πως ο «γράμματα μη μεμαθηκώς», ο τέκτων Ιησούς, ο οποίος δεν ταξίδεψε πέραν της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας, γνώρισε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, πού τους σπούδασε, και πως εγκολπώθηκε τις ιδέες τους και γιατί. Η απλή καταγωγή του από τη βόρεια επαρχία της Παλαιστίνης, «την Γαλιλαία των Εθνών», που κοντά της ήταν η Δεκάπολις, περιοχή εγκατάστασης των απογόνων του Μ. Αλέξανδρου, δεν επαρκεί για να εξηγήσει κάτι τέτοιο. Γαλιλαίοι υπήρξαν πολλοί. Αλλά «ουδέποτε ελάλησε άνθρωπος ούτως ως ούτος ο άνθρωπος» καθ’ ομολογίαν των εχθρών του (Ιωαν. 7:46). Και σύμφωνα με τον ορθολογιστή Ε. Ρενάν: «Κανένα στοιχείο της ελληνικής διδασκαλίας δεν έφθασε μέχρι τον Ιησού είτε αμέσως είτε εμμέσως. Δεν εγνώριζε τίποτε εκτός του Ιουδαϊσμού» (Βίος του Ιησού, σελ. 109). Αλλά, ούτε η υπόθεση ότι τάχα φοίτησε ανάμεσα στα 12-30, μεταξύ των ελληνοθρεμμένων (;) Εσσαίων, ικανοποιεί, διότι οι Εσσαίοι όσο κι αν ήταν επηρεασμένοι από τους Έλληνες (Πυθαγόρειους) ή άλλους κύκλους σ’ ορισμένες πεποιθήσεις τους, δεν έπαυαν να είναι Ιουδαίοι και μάλιστα φαρισαϊκότεροι των Φαρισαίων στην τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου! Ο Ιησούς όμως διακήρυξε ότι ο «Υιός του ανθρώπου είναι κύριος του Σαββάτου» και ότι «δεν έγινε ο άνθρωπος για το Σάββατο αλλά το Σάββατο για τον άνθρωπο» (Μαρκ. 2:27).

Εκείνο, όμως, που μπορεί να αποτελέσει τον οριστικό καταλύτη σε έναν τέτοιο συχνά προβαλλόμενο, αθεμελίωτο ισχυρισμό, είναι η απλή σύγκριση της συνολικής διδασκαλίας του Ιησού με αυτή των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και άλλων. Η σύγκριση αυτή, μπορεί να καταδείξει ότι ο πυρήνας της διδασκαλίας του Ιησού, είχε κάτι το μοναδικό, παρά το εξωτερικό περίβλημά της με τα σχήματα λόγου που ήταν γνωστά στον Ιουδαϊσμό και στην Παλαιά Διαθήκη.

Σε τι συνίσταται λοιπόν η μοναδικότητα της διδασκαλίας του Ιησού; Ας δούμε μερικά σημεία.

Ο Ιησούς δίδαξε ως φυσικός Ιουδαίος μέσα στην Παλαιστίνη σε Ιουδαϊκές συναγωγές, στο Ναό, σε χωριά και σε μικρές πόλεις, σε λόφους και ακρογιαλιές της θάλασσας της Γαλιλαίας. Απευθυνόμενος κυρίως σε Ιουδαίους μαθητές του, και μη, χρησιμοποιούσε άφθονες εκφράσεις και σχήματα λόγου με τα οποία οι ακροατές του ήταν εξοικειωμένοι, ιδιαίτερα από τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης που τα διδάσκονταν από μικρά παιδιά, αλλά και εκφράσεις γνωστές από τους σύγχρονούς του και τους ραββίνους. Μπορεί άνετα να καταδειχτεί, ότι ένα μεγάλο μέρος της φρασεολογίας και της ποιητικής εικονοποιίας του, με ιδιαίτερη έμφαση στο σχήμα της υπερβολής, μπορεί να ανιχνευθεί - εντοπιστεί, μέσα σε παλαιοδιαθηκικά κείμενα. Π.χ. το Λόγιον «Πύλες Άδου ου κατισχύσουσιν (της εκκλησίας)» ενυπάρχει σαν έκφραση στο βιβλίο του Ιώβ 38:17. Παρόμοια, το ρητό «όπου το πτώμα εκεί και οι αετοί», υπάρχει σαν εικόνα, πάλι στο βιβλίο του Ιώβ. Λόγια που τα εφάρμοσε στον εαυτό του, υπάρχουν στο βιβλίο των Ψαλμών, καθώς υπάρχουν και εκφράσεις των Ψαλμών που τις χρησιμοποίησε ο ίδιος, ενώ, άλλα λόγια του που αναφέρονται στη μακαριότητά του προσφέρειν, ή στην αμεριμνησία για τα εγκόσμια, υπάρχουν εν σπέρματι στις Παροιμίες Σολομώντος και αλλού (πρβλ. Λουκ. 6:38 με Παραμ. 19:17, και Ματθ. 6:25, με Παροιμ. 12:25 και 17:22).

Υπάρχουν και ολόκληρα προφητικά χωρία, όπως π.χ. του Ησαΐα (61:1 επ.) που τα εφάρμοζε στον εαυτό του και σχήματα λόγου του προφήτη, και εκφράσεις, παρμένα απ’ αυτόν και από άλλους προφήτες (Ιερεμία, Ιεζεκιήλ, Μιχαία κ.λπ.). Σε πολλές περιπτώσεις, έλεγε «είναι γεγραμμένον» ή «ως γέγραπται», παραπέμποντας απ’ ευθείας στις Εβραϊκές Γραφές. Έχει υπολογιστεί, ότι πάνω από 80 παραθέσεις περικοπών από την Εβραϊκή βίβλο υπάρχουν στα Λόγια του. Κοντολογίς, ένα μεγάλο μέρος της διδαχής του, έχει υπόβαθρο τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Ιδιαίτερα παρέθετε από την Τορά (πεντάτευχο), τους ψαλμούς και τους προφήτες.

Από την άλλη, υπάρχουν και εκφράσεις όπως «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», που ήταν μία συνηθισμένη Ιουδαϊκή έκφραση κατά τον πρώτο μ.Χ. αιώνα, αφού βρέθηκε και στα χειρόγραφα της Νεκράς θάλασσας, ως anwa ruah, έκφραση που σημαίνει, μακάριοι οι ταπεινόφρονες. Η έκφραση «κάμηλος δια τρυμαλιάς ραφίδος» υπάρχει στο Ταλμούδ ως «Έλεφας διερχόμενος δια (οπής) βελόνης» κ.α. Ακόμα η έκφραση «οι τρίχες της κεφαλής σας είναι αριθμημένες», βρίσκεται τόσο στην Π. Διαθήκη, όσο και στα χειρόγραφα του Κουμράν.

Τα παραπάνω λίγα παραδείγματα, μπορούν να δείξουν κάτι πολύ απλό και λογικό. Ο Ιησούς, ως φυσικός Ιουδαίος, απευθυνόμενος σε Ιουδαίους, χρησιμοποιούσε γνωστές εικόνες έκφρασης και παραστάσεις για να γίνει κατανοητός σ’ αυτούς. Όπως κατέδειξα στο βιβλίο μου Ιησούς ο ποιητής των ποιητών, μιλούσε σε πολλές περιπτώσεις με ποιητικό τρόπο και ρυθμό και χρησιμοποιούσε ως μέσα διδασκαλίας του πολλά σχήματα λόγου (εικόνες, παρομοιώσεις, μεταφορές, υπερβολές, αινίγματα, παράδοξα, ερωτήσεις, αντερωτήσεις, επιχειρήματα, όπως το a fortiori (πόσο μάλλον), διλήμματα, επιχειρήματα της εις άτοπον απαγωγής, παραβολές, δίστιχα, ρητά, κλπ. Αλλά, κυρίως, μιλούσε με απλότητα, αμεσότητα και σαφήνεια. Όχι με τρόπο νεφελώδη, ερμητικό, και ακατανόητο. Ήτανε ένας οπαδός της Ιουδαϊκής σχολής της «χαγκαδά», της χρήσης δηλαδή, ιστοριών-παραβολών, και όχι της «χαλακά» των νομικών διατάξεων και απαγορεύσεων. Αν κάποια λόγια του δεν κατανοούνται καλά σήμερα, (όπως π.χ. «αν έρχεται κάποιος σε μένα και δε μισεί τον πατέρα του και τη μητέρα του κλπ.») τούτο οφείλεται, στην απόσταση του χρόνου και στην έλλειψη γνώσης της γλώσσας και των εθίμων.

Αλλά για να έλθουμε και στην ουσία του θέματος: ο Ιησούς της Ναζαρέτ αν ήταν Αυτός που παρουσιάζεται ότι ήταν, δεν είχε ανάγκη να καταφύγει σε καμία λογοκλοπή από αρχαίους Έλληνες σοφούς ή Βουδιστικά ρητά και άλλα συγγράμματα… Για τον απλούστατο λόγο, ότι η διδασκαλία του εν μέρει ήταν προέκταση της διδαχής της Π. Διαθήκης (ουκ ήλθον καταλύσαι τον Νόμον ή τους προφήτες αλλά πληρώσαι) και εν μέρει, καθαρά δική του, δικής του πρωτοτυπίας, με την σφραγίδα της δικής του ιδιοφυΐας. Η ομοιότητα του Ιησού με τους αρχαίους φιλοσόφους, βρίσκεται ακριβώς στην ανομοιότητά του, όπως προσφυώς παρατήρησε κάποτε ο Δανός φιλόσοφος Κίργκεγκωρ.

Κατ’ αρχάς, ο Ιησούς, ως «Ιουδαίος» πιστός, ουδέποτε παρέπεμψε ή υπαινίχθηκε εξωβιβλικές πηγές για τη διδασκαλία του. Αν γνώριζε τον Πλάτωνα, τον Πυθαγόρα ή οποιοδήποτε άλλον Έλληνα σοφό και υιοθετούσε τις διδασκαλίες τους, θα μπορούσε εύκολα να πει στους μαθητές του και σε άλλους να διαβάσουν τα συγγράμματά τους. Τελεία και παύλα. Ήταν πολύ απλό. Αντ’ αυτού, ο Ιησούς έλεγε, ότι τη διδαχή του την έλαβε είτε άμεσα, είτε έμμεσα, από τον ουράνιο πατέρα του: «Αυτά που διδάσκω εγώ δεν είναι δικά μου αλλά είναι εκείνου που με απέστειλε» (Ιωαν. 7:10). Και ακόμη: «απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο πατήρ μου ταύτα λαλώ και ο πέμψας με μετ’ εμού εστίν» (Ιωαν. 8:28). Και πάλι: «Εγώ εξ εμαυτού ουκ ελάλησα, αλλά ο πέμψας με πατήρ αυτός εντολήν μοι έδωκε τι είπω» (πρβλ. και Ματθ. 11:27). Γι’ αυτό μπορούσε να λέει «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» (Ιωάνν. 8:12) και, «εγώ είμαι η οδός η αλήθεια και η ζωή» (Ιωανν. 14:6). Και γι’ αυτό, αυτή η διδαχή, είχε και τόσο συνταρακτικά αποτελέσματα στους ανθρώπους όλων των εποχών από τότε ίσαμε σήμερα. Ήταν υπερκόσμιας, αν θέλετε να το πούμε έτσι, προέλευσης. Σύνοψη της διδασκαλίας του, υπήρξε, η λεγόμενη «Κυριακή προσευχή» γνωστή ως «Πάτερ ημών».

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε μερικά πρωτάκουστα πράγματα που κανείς δεν μπορούσε να επινοήσει και κανείς δεν επινόησε, παρά μόνον ο ίδιος. Είπε πρώτα απ’ όλα ότι ο Θεός είναι Πατέρας όλων. Όχι μόνο των Ιουδαίων, αλλά όλων των ανθρώπων, διδάσκοντας, ότι «πάντες σεις αδελφοί είστε» και «όσα θέλετε να κάνουν οι άνθρωποι σε σας κάνετε και εσείς σε αυτούς» και «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Έτσι, ξεκόβει από τον Ιουδαϊκό εθνοφυλετισμό, προσδίδοντας παγκοσμιότητα-οικουμενικότητα στη διδασκαλία του. Η λέξη πατέρας (αββά) υπάρχει γύρω στις 80 φορές στα λόγια του, σ’ αντίθεση με την Π. Διαθήκη, όπου υπάρχει 3-4 φορές. Βέβαια, οι αρχαίοι Έλληνες, γνώριζαν τον Δία, ως «Πατέρα ανδρών τε και Θεών», αλλά η περίπτωση της διδαχής του Ιησού για τον Θεό ως πατέρα, είναι τελείως διαφορετική. Διότι, εδώ, δεν πρόκειται για έναν θεό μυθολογικό, φορτωμένο με τα πάθη και τις αδυναμίες των επινοητών του, αλλά για έναν πατέρα τρυφερό, γεμάτο στοργή και έλεος, όπως καταφαίνεται από την παραβολή του εύσπλαχνου πατέρα (Λουκ. 15:11). Ο όρος αββά (=πατέρας) για το θεό, ήταν εξαιρετικά απίθανος στην εποχή του Ιησού, στην Ιουδαϊκή γραμματεία, γιατί απεκάλυπτε οικειότητα, πράγμα που θεωρούνταν ανευλαβές.

Δεύτερον: Ο Χριστός δεν μίλησε αόριστα για δημοκρατία, για πολιτική ελευθερία, για ειρήνη με κατάπαυση του πολέμου, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά μίλησε για τη Βασιλεία του Θεού, ή βασιλεία των Ουρανών (malekut hayamim), έννοια παντελώς άγνωστη στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ήταν γνωστή βέβαια, ως έννοια στην Ιουδαϊκή, αλλά μόνο ως «κυριαρχία του Θεού». Όχι όπως την εννοούσε ο Ιησούς. Δηλαδή, σαν εκκλησία των εκλεκτών μαθητών του, με κεφαλή και επίκεντρο τον ίδιο. Η βασιλεία του Θεού είχε πλησιάσει δι’ αυτού και θα ερχόταν μελλοντικά, εσχατολογικά, απ’ αυτόν. Η βασιλεία του Θεού ήταν ο κεντρικός άξονας της διδασκαλίας του και των παραβολών του. Ακόμα, όταν ο Ιησούς μίλησε για ειρήνη, μίλησε για τη δική του ειρήνη που άφηνε στον κόσμο, και ποτέ δε μίλησε για δημοκρατία! Γιατί η βασιλεία του δεν ήταν εκ του κόσμου τούτου. Ήταν πνευματική βασιλεία - εκκλησία.

Τρίτον, ο Ιησούς μίλησε για αγάπη όχι μόνον στον πλησίον (όπως την γνώριζαν ήδη οι Ιουδαίοι, για τους ομοεθνείς τους), αλλά για αγάπη προς όλους, ακόμη και των εχθρών (Ματθ. 5:44) και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς που μας καταδιώκουν. Αυτό ήταν κάτι το πρωτάκουστο για τον αρχαίο κόσμο ιουδαϊκό και εθνικό! Η αγάπη μάλιστα, κατά τον Ιησού, φθάνει μέχρι αυταπαρνήσεως και αυτοθυσίας (Ιωαν. 15:13). Αλλά και κάτι ακόμη. Ο Χριστός μίλησε για ευσπλαχνία και συμπόνια. Ανοίξτε τώρα τα ειδικά λεξικά, όπως π.χ. του Liddel Scott και άλλων, και τα ταμεία, και ψάξετε και δείτε, πόσες φορές υπάρχει το ουσιαστικό αγάπη, και το ρήμα αγαπώ ή φιλέω, στην αρχαία ελληνική γραμματεία, και πόσες φορές στην Καινή Διαθήκη. Και τότε, θα δείτε, ότι είναι ζήτημα να υπάρχει καμία ντουζίνα στην ελληνική, για το ρήμα φιλέω ή αγαπώ (το ουσιαστικό αγάπη σχεδόν δεν υπάρχει), συνολικώς, ενώ υπάρχει 250 φορές, το ουσιαστικό και το ρήμα στην Κ. Διαθήκη! Όσον αφορά για την ευσπλαχνία, αυτή ελλείπει σχεδόν παντελώς από την ελληνική γραμματεία, ενώ γίνεται συνεχώς λόγος απ’ τον Ιησού για την ευσπλαχνία και τη συμπόνοια. Ο Ιησούς είπε: «Να είστε εύσπλαχνοι όπως και ο Θεός είναι εύσπλαχνος» (Λουκ. 6:36). Σπλαχνιζότανε τους ανθρώπους και θεράπευε τους αρρώστους (Μαρκ. 1:41, Ματθ. 9:35, 15:32). Όπως παρατηρεί ο Ελληνιστής Ουΐλλιαμ Μπάρκλεϋ (W. Barcley, New Testament Words) η στάση του Ιησού ως προς την ευσπλαχνία βρίσκεται σε οξεία αντίθεση με την στωική αντίληψη περί θεού που ήταν η απάθεια και την πλατωνική, που έλεγε ότι «θεός άνθρωπω ου μείγνυται» και, «μια πέτρα με ακούει πιο πολύ παρά ο Δίας». Παρόμοια θέση είχε και ο Πλούταρχος (De Def. Orac. 9, 414). Έτσι, η κεντρική αρετή του θεού είναι η ευσπλαχνία, λέξη, που δεν έχει σχέση με τον οίκτο, αλλά που στ’ αραμαϊκά προέρχεται από μία λέξη που συγγενεύει με τη μήτρα. Κατά τον Ιησού, η ευσπλαχνία, έχει να κάνει με την μητέρα που έχει στη μήτρα της το έμβρυο (Marcus Borg).

Τέταρτον: Ενώ ο ελληνικός και γενικά ο αρχαίος κόσμος, μιλούσε για αθανασία άυλης ψυχής, που μάλιστα προϋπήρχε, ο Ιησούς σε αρμονία με τους Εβραίους προφήτες (Ησαΐα, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, κλπ.), μιλούσε για ανάσταση νεκρών — του ανθρώπου ως σύνολον, και του σώματος, και όχι για επιβίωση μιας άυλης ψυχής! (Ιωάν. 5:28).

Πέμπτον: Εσχατολογικά, ο Ιησούς μιλάει για μια παλιγγενεσία, και τη 2η παρουσία του και την τελική κρίση των ανθρώπων, σ’ ένα χρόνο, που κινείται ευθύγραμμα, όχι κυκλικά, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ινδοί και γενικά ο αρχαίος κόσμος. Ο Ιησούς δεχότανε την ιστορική επέμβαση του θεού στην ιστορία και στον κόσμο (πριν γεννηθεί ο Αβραάμ εγώ ειμί) και την αλλαγή του κόσμου εσχατολογικά (Μαρκ. κεφ. 13).

Έκτον: Ο Ιησούς ανύψωσε τη γυναίκα και τα παιδιά. Είχε σ’ αντίθεση με τους αρχαίους Ιουδαίους ραβίνους και εθνικούς, πολλές μαθήτριες κοντά του, που τις εκπαίδευε για να κηρύττουν. Ας θυμηθούμε ότι εμφανίστηκε πρώτα στις μυροφόρες μετά την ανάστασή του! Επιπλέον καλούσε αμαρτωλούς, πόρνες και τελώνες εις μετάνοια όχι δικαίους ή σοφούς, υπερφίαλους. Ήταν ανοιχτός σε όλους. Όχι σε ολίγους εκλεκτούς - μυημένους, όπως έκανε ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Και ιδιαίτερα, καλούσε τους κοπιώντες και πεφορτισμένους, τους καταφρονεμένους, τους αμ-χαρέτς.

Έβδομο: Ο Ιησούς, έδινε έμφαση όχι τόσο στη σοφία ή την γνώση, αλλά στην πίστη, λέξη, που στα εβραϊκά προέρχεται από τη λέξη Αμάν (=Αμήν, αληθώς) και σημαίνει πιστότητα, σταθερότητα, βεβαιότητα. (Το συγγενικό ουσιαστικό Εμέθ έχει να κάνει με την αλήθεια και αξιοπιστία). Γι’ αυτό έλεγε: «Πιστεύετε στον Θεό και εις εμέ» και, «η πίστις σου σέσωκέ σε» και «εάν έχετε πίστιν ως κόκον συνάπεως», κ.λπ.

Όγδοο: Ο Ιησούς ήταν κατά τους ισχυρισμούς του, ο Υιός του ανθρώπου και ο «Υιός του Θεού». Ήταν ο αναμενόμενος και ο αναγγελθείς υπό των προφητών, Μεσσίας. Αυτοπαρουσιάστηκε ως σωτήρας ή λυτρωτής του Κόσμου, με μια διδασκαλία που ήταν «καινός οίνος» που δε χωρούσε σε παλιούς ασκούς, σε παλιά καλούπια (Μαρκ. 2:22). Μοναδικά είναι και τα λόγια του που αποτελούν μια μινιατούρα του Ευαγγελίου: «Τόσον ηγάπησε ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον υιόν του τον μονογενή ίνα μη απωλεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν αλλά να έχη ζωήν αιώνιαν» (Ιωάν. 3:16).

Αυτά όλα και αρκετά άλλα, απετέλεσαν το Ευαγγέλιο του Ιησού, λέξη που σημαίνει, «Καλή Αγγελία» και υπάρχει συνολικά 76 φορές στην Καινή Διαθήκη. Η λέξη εδώ, αποκτά ειδικό εννοιολογικό βάρος και διαφέρει από την αρχαιοελληνική έννοια, της καλής αγγελίας, γενικώς. Αν αυτά που είπε, ήταν ερανισμός από Έλληνες σοφούς και Ιουδαίους, σε τι θα συνίστατο η αγαθή αγγελία του; Είναι νομίζω, καταφανές, ότι σε καμία περίπτωση ο Ιησούς δεν μπορεί να ήταν «λογοκλόπος» κανενός. Το copyright του, ήταν αποκλειστικά δικό του, δικής του ιδιοφυΐας, επινόησης και προέλευσης. Μπορούσε να χρησιμοποιεί γνωστές εκφράσεις της εποχής του, αλλά το μήνυμά του ήταν πρωτότυπο και πρωτοποριακό. Ήταν η «αγαθή αγγελία» ότι ο ίδιος έγινε άνθρωπος για τη λύτρωση του ανθρώπου. Με το ευαγγέλιο της Βασιλείας, δίδαξε συνταρακτικές αλήθειες για όλους τους ανθρώπους, όλων των εποχών… Γιατί ο Ιησούς ως δάσκαλος ήταν άριστος. Αξεπέραστος. Ήξερε να παρουσιάζει «κοινώς τα καινά και καινώς τα κοινά».

Παραμένει βέβαια, μετά απ’ όλα αυτά, το ερώτημα, αν τα Ευαγγέλια ως κείμενα, αφού καταγράφηκαν τον 1ο αιώνα μ.Χ., νοθεύτηκαν αργότερα από ιερείς και αντιγραφείς. Αλλά αυτό, είναι ένα άλλο ερώτημα, που θα μας απασχολήσει μια άλλη φορά.

 

Βιβλιογραφία

  • Altizer, Thomas J. J. The contemporary Jesus. Albany, N.Y.: State University of New York Press, 1997.
  • Boman, Thorleif. Hebrew thought compared with Greek. Philadelphia: Westminster Press, 1960.
  • Grant, Michael. Jesus. London: Weidenfeld and Nicolson, 1977.
  • Hengel, Martin. Judaism and Hellenism: studies in their encounter in Palestine during the early Hellenistic period. Philadelphia: Fortress Press, 1974.
  • Messori, Vittorio. Jesus hypotheses. Slough: St. Paul Publications, 1977.
  • Pryor, Dwight A. , and James Whitman. Behold the Man! (Companion Study Textbook) (Discovering our Hebrew Lord, the Historical Jesus of Nazareth). Center for Judaic-Christian Studies, 2005.
  • Thiede, Carsten Peter. Ιησούς: Μύθος ή πραγματικότητα;. Αθήνα: Πέργαμος, 1999.
  • Ιωαννίδης, Β. Η καινή εντολή της αγάπης. Θεσσαλονίκη, 1950.